ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

O Πέρσης στρατηγός Τριτανταίχμης, οι Αγώνες στην Ολυμπία, περί αρετής και το «δέον»

o-persis-stratigos-tritantaichmis-oi-agones-stin-olympia-peri-aretis-kai-to-deon-561465781

Kύριε διευθυντά 
Για να απαλλαγούν οι Αγώνες από την αισχρή εμπορευματοποίηση, που πολλαπλασιάζεται από τετραετία σε τετραετία –με αποκορύφωμα το εξοργιστικό αλισβερίσι της Ατλάντας– κρίνεται απαραίτητη η μόνιμη τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων στην Ελλάδα. Μακάρι να παίξει η χώρα μας ρόλο πλαστικού χειρουργού και ανορθωτή των ολυμπιακών ρυτίδων. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες αποτελούσαν στην ουσία τους μία ακόμη έκφραση πολιτισμού, αφού οι αθλητές δεν αγωνίζονταν για χρήμα και αμοιβές και «πριμ», αλλά μοναδικό έπαθλο κάθε αγώνα ήταν ένας κότινος, ένα κλαδί αγριελιάς. Και αυτό ακριβώς αποτελούσε την ειδοποιό διαφορά των Ελλήνων από τους βαρβάρους. Διαφορά, που την «ανακάλυψε» έκπληκτος ο Πέρσης στρατηγός Τριταντχαίμης, όταν ύστερα από την ελληνική νίκη στο Αρτεμίσιο (480 π.Χ.) άκουσε Ελληνες αυτομόλους να διηγούνται πως οι συμπατριώτες τους αγωνίζονταν στην Ολυμπία μόνο για ένα δάφνινο στεφάνι. Και, τότε, είπε ο βάρβαρος στον αρχιστράτηγό του: «Αλίμονο, Μαρδόνιε, με ποιους άντρες μάς έφερες να πολεμήσουμε που δεν αγωνίζονται για χρήματα αλλά για την αρετή!» («Παπαί, Μαρδόνιε, κοίους επ’ άνδρας ήγαγες μαχησομένους ημέας, οι ου περί χρημάτων τον αγώνα ποιεύνται, αλλά περί αρετής!»). 

Αυτή η αρετή –η αριστεία, όχι μόνον η σωματική αλλά προπάντων η ηθική και πνευματική και πολιτική– ήταν το μέγα «δέον» των Ελλήνων… Επιπροσθέτως, οι Ολυμπιακοί δεν ήταν άμοιροι πολιτισμικών ακόμη και πολιτικών «παραμέτρων». Γεγονός πανελλήνιας σημασίας και ομοψυχίας, «εκοσμείτο» και με άλλες εκδηλώσεις που αφορούσαν «παν το ελλαδικόν». Στα Ολύμπια τιμήθηκε ο Πλάτων, και σπουδαίοι ρήτορες –ο Γοργίας, ο Ιππίας, ο Λυσίας– αγόρευσαν προς τους πανηγυριστές από τον οπισθόδρομο του περικαλλούς ναού του Δία. Το σημαντικό σ’ εκείνες τις ολυμπιακές ρητορείες είναι πως όλες συνηγορούσαν για την ειρήνευση και συνεννόηση των Ελλήνων, που –παλιά μας τέχνη…– δεν έπαυαν να αλληλομάχονται. Οι Ολυμπιακοί του 384 π.Χ. έγιναν τρία χρόνια μετά την επαίσχυντη «Ανταλκίδειο ειρήνη», τη συμφωνία που υπέγραψε ο Σπαρτιάτης ναύαρχος Ανταλκίδας με τον Αρταξέρξη και που έκανε τον Πέρση βασιλιά διαιτητή των ελληνικών υποθέσεων και διενέξεων. Στους Ολυμπιακούς εκείνους κυριαρχούσε η αγανάκτηση για την άθλια ειρήνη. Στο σωζόμενο μέρος του λόγου του, ο Λυσίας λέει πως «ο Ηρακλής, από αγάπη για τους Ελληνες, ίδρυσε τον (ολυμπιακόν) αγώνα επίδειξης σωματικών χαρισμάτων, πλούτου και σοφίας στον ωραιότατο αυτόν τόπο της Ελλάδος», πιστεύοντας πως «η συνάθροιση αυτή θα γίνει, για τους Ελληνες, αρχή της μεταξύ τους φιλίας» («ηγήσατο γαρ τον ενθάδε σύλλογον αρχήν γενήσεσθαι τοις Ελλησι της προς αλλήλους φιλίας»). Και ο Λυσίας τόνιζε το αυτονόητο: πως για την «άχλια κατάσταση» της Ελλάδας δεν φταίει η αδυναμία των πόλεων-κρατών της, αλλά «οι διαφωνίες και οι φιλονικίες μας» («διά στάσιν και την προς αλλήλους φιλονικίαν»). Και πως πρέπει «να πάψουν τον μεταξύ μας πόλεμο και, ομόψυχα, να φροντίσουμε για τη σωτηρία μας· και για μεν το παρελθόν να ντρεπόμαστε, για δε το μέλλον να φοβόμαστε («…περί μεν των παρεληληθότων αισχύνεσθαι περί δε των μελλόντων έσεσθαι δεδιέναι»). Ενα τέτοιο μήνυμα «ιεράς εκεχειρίας (όπως τω καιρώ εκείνω) δεν θα ήταν η σημαντικότερη συμβολή στους Ολυμπιακούς Αγώνες κάθε φορά; Μήνυμα όχι μόνο προς τους Ελληνες, βέβαια, αλλά και προς όλους τους εγκαταβιούντες σ’ αυτόν τον καταματωμένο πλανήτη – «ειρήνη επ’ ειρήνη τοις μακράν και τοις εγγύς ούσιν») (Ησαΐας ΝΖ΄, 19). Ενα μήνυμα ντροπής για το παρελθόν, ελπίδας για το μέλλον. Οχι όμως με λόγους κενούς και πομφολυγώδεις, όπως γίνεται πάντα από τους «λέγοντες ειρήνη, ειρήνη – και πού εστίν ειρήνη;» (Ιερεμίας ΣΤ΄, 14). Αλλά ένα μήνυμα-πράξη αληθινό έπαθλο αρετής. Είθε να εισακουσθεί η έκκληση για μόνιμη τέλεση των Ο.Α. στη γενέτειρά τους. Οψόμεθα!