ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Όχι άλλα συνθήματα

Κύριε διευθυντά
«Οχι άλλη γυναικοκτονία», «Το χέρι του το όπλισε η πατριαρχία», «Οχι άλλες Καρολάιν».

Το κατανοώ. Είναι το θυμικό. Η βαθιά θλίψη, η αγανάκτηση, ενίοτε και η ταύτιση με τα θύματα αυτών των δολοφονιών.

Κι αυτό θα περάσει όμως, κι αυτό θα ξεχαστεί. Μέχρι την επόμενη φορά. Η οποία δεν θα αργήσει. Εκτός κι αν κάτι αλλάξει. Ισως τότε, κάτι, κάποια σωθεί. Κάποια, όχι όλες. Γιατί ένας άνθρωπος 40-50 ετών είναι ήδη ένας διαμορφωμένος χαρακτήρας. Κουβαλάει αντιλήψεις και πεποιθήσεις βαθιά ριζωμένες μέσα του. Κατά τη γνώμη μου, εκεί δεν υπάρχει γυρισμός. Μόνη ελπίδα σε αυτές τις περιπτώσεις είναι ο φόβος της ποινής. Σε περίπτωση που αυτή είναι «σοβαρή». Κάτι που δεν βλέπουμε δυστυχώς να συμβαίνει. 

Καλές και απαραίτητες, τόσο επικοινωνιακά όσο και ουσιαστικά, ανθρώπινα, οι δηλώσεις που καταδικάζουν αυτές τις ενέργειες, καλές και εκτιμητέες και οι δημόσιες διατυπώσεις περί ισότητας, όμως όλα αυτά δεν δίνουν λύσεις. 

Ας γίνει όμως μια συντονισμένη προσπάθεια. Κι ας είναι η χώρα μας πρωτοπόρος σε αυτό. Να συσταθεί μια επιτροπή ισότητας των δύο φύλων και αντιμετώπισης της έμφυλης βίας. Ενδεχομένως να υπάρχουν ήδη ανάλογοι οργανισμοί, ωστόσο πρέπει τώρα να ενεργοποιηθούν με συστηματικό και συντονισμένο τρόπο.

Νομικοί, ψυχολόγοι, εκπαιδευτικοί θα ενώσουν τις επιστημονικές τους γνώσεις και θα προτείνουν λύσεις για την άμεση λήψη μέτρων.
Κατ’ αρχάς απαιτούνται ενέργειες σε σχέση με πρακτικά ζητήματα για τα οποία όλοι εθελοτυφλούν.

Πώς είναι δυνατόν οι εργαζόμενοι γονείς να πρέπει να πάρουν το παιδί τους από το δημοτικό σχολείο το αργότερο στις 4 εφόσον στον ιδιωτικό τομέα το νωρίτερο που μπορεί να φύγει κάποιος από την εργασία του είναι 5; Σε τι ποσοστό η «λύση δίνεται» από τον μπαμπά; Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, πρέπει να παραδεχτούμε ότι στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει η οικονομική δυνατότητα για ανεύρεση άλλων λύσεων ή η αρωγή των ηλικιωμένων παππούδων, είναι οι γυναίκες που τις περισσότερες φορές καλούνται να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα. Είτε ζητώντας κάποια ευνοϊκή μεταχείριση από τους εργοδότες σε σχέση με το ωράριό τους, είτε αναζητώντας άλλες μορφές μερικής απασχόλησης. Πώς όμως μέσα από μια τέτοια διαδικασία μια γυναίκα γίνεται ανταγωνιστική στον χώρο εργασίας της; Και κατ’ επέκταση, πώς καταξιώνεται, πώς γίνεται ανεξάρτητη οικονομικά με ό,τι αυτό συνεπάγεται ψυχολογικά και πρακτικά;

Γιατί δεν καθίσταται υποχρεωτική η άδεια κάποιων μηνών μετά τη γέννηση ενός παιδιού; Πιθανώς σε κάποιους χώρους εργασίας, ιδιαίτερα στο Δημόσιο, αυτές οι διαδικασίες να είναι «αυτόματες», ωστόσο στον ιδιωτικό τομέα το αίτημα μιας μητέρας για τη χρήση τέτοιων μέτρων σε πάρα πολλές περιπτώσεις τη στοχοποιεί, τη στιγματίζει ως υπάλληλο «χαμηλών προδιαγραφών», με το προφίλ αυτό να την ακολουθεί σε πολλές περιπτώσεις επί μακρόν, ακόμα και μετά την επιστροφή της στον εργασιακό χώρο. Και εννοείται πως αυτά συμβαίνουν αν «τολμήσει» να ζητήσει κάτι τέτοιο. Γιατί συχνά είναι «άγραφος νόμος» πως τέτοιες «πολυτέλειες», σαν αυτή που επιτρέπει σε μια μητέρα να είναι κοντά στο μωρό της τους πρώτους μήνες της ζωής του, είναι απαγορευμένες γιατί σε καθιστούν αυτόματα «αναλώσιμη». 

Αυτή είναι η πραγματικότητα. Χωρίς καμία διάθεση υπερβολής.

Ολα αυτά δημιουργούν μια «κουλτούρα» αναφορικά με τη θέση της γυναίκας στη σύγχρονη κοινωνία. 

Μια γυναίκα που αναζητάει μια θέση απασχόλησης λίγων ωρών, προκειμένου να αντεπεξέλθει στις καθημερινές ανάγκες των παιδιών και του σπιτιού, αμείβεται ανάλογα. Ιδανικά, ο σύζυγος/σύντροφος, ο περίγυρος, η κοινωνία ολόκληρη, αναγνωρίζουν το μεγαλείο μιας τέτοιας στάσης. Την ανιδιοτελή προσφορά που μόνο μια μητέρα μπορεί να προσφέρει στην οικογένειά της, παραμερίζοντας όνειρα, στόχους και επιθυμίες.

Επειδή όμως, ως συνήθως, το «ιδανικά» είναι μη επιτεύξιμο, για λόγους πολλούς, τις περισσότερες φορές οι γυναίκες αυτές αντιμετωπίζονται ως υποδεέστερες, σε καμία περίπτωση ως ίσες. Είναι το αρσενικό που «τα φέρνει», που κουβαλάει την ευθύνη της επιβίωσης και της οικογενειακής ευημερίας. Ολα τα υπόλοιπα είναι αυτονόητα, εύκολα, επουσιώδη. Και έτσι διαιωνίζεται η εικόνα του άνδρα προστάτη. Μεγαλώνουν και τα παιδιά της οικογένειας με το πρότυπο αυτό. Και όλο αυτό γίνεται ένας φαύλος κύκλος. 

Αυτή είναι η πραγματικότητα. Χωρίς καμία διάθεση υπερβολής.

Γιατί δεν αυστηροποιούνται οι ποινές για την άσκηση ενδοοικογενειακής βίας και γυναικοκτονιών; 

Οι ποινές έχουν, πρέπει να έχουν, και αποτρεπτικό χαρακτήρα και ρόλο. Ποιο είναι το μήνυμα μιας είδησης για την αποφυλάκιση ενός άνδρα που δολοφόνησε τη γυναίκα του, ύστερα από 10 χρόνια φυλάκισης, λόγω –τι ειρωνεία– «καλής διαγωγής»;

Είναι πολλά εκείνα που μπορούν, που πρέπει να γίνουν. Μήπως σωθούν κάποιες. Σε πολλά χρόνια από τώρα βέβαια, θέλει χρόνο η αλλαγή. 

Γιατί για τις γυναίκες του σήμερα, δυστυχώς δεν μπορούν, δεν προλαβαίνουν να γίνουν πολλά. 

Αυτή είναι η πραγματικότητα. Χωρίς καμία διάθεση υπερβολής.