ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Βάσεις ΑΕΙ ως προσφορά και ζήτηση

Βάσεις ΑΕΙ ως προσφορά και ζήτηση

Κύριε διευθυντά
Οι βάσεις των ΑΕΙ στη χώρα μας καθορίζονται μέσω μιας διαδικασίας προσφοράς και ζήτησης. Μια σχολή έχει μεγαλύτερη βάση όταν ζητά τη σχολή αυτή μεγαλύτερος αριθμός υποψηφίων. Οπότε σχολές με μεγαλύτερη ζήτηση συγκεντρώνουν τελικά και τους πιο άριστους. 

Η ελάχιστη βάση του 10 σε αυτό το σύστημα διαμόρφωσης βάσεων έχει δύο συνέπειες: μια άμεση και μια έμμεση. Η άμεση είναι να εισάγονται φοιτητές στα ΑΕΙ που έχουν καλύψει ένα ελάχιστο της ύλης του λυκείου, και συνεπώς μπορούν να υποστηρίξουν μια καλή ποιότητα σπουδών στα ΑΕΙ. Η έμμεση είναι ότι σχολές που δεν έχουν μεγάλη ζήτηση και άρα χαμηλή βάση, και οι οποίες θα συγκέντρωναν χαμηλής βαθμολογίας φοιτητές, πλέον δεν έχουν εισακτέους. Οι σχολές αυτές πρέπει ίσως να κλείσουν ή να αλλάξουν με βάση το σχέδιο της κυβέρνησης. 

Ας δούμε ποιες σχολές είναι αυτές της χαμηλής ζήτησης. Εχουν δύο χαρακτηριστικά: 1. τοπικά και 2. αντικειμένου. Είναι λοιπόν 1. Σχολές μικρότερων πόλεων απομακρυσμένες από την Αθήνα και σε περιοχές χαμηλών κρατικών επενδύσεων, κυρίως στη Μακεδονία – Θράκη και στα νησιά (Γρεβενά, Κοζάνη, Φλώρινα, Καβάλα, Δράμα, Ξάνθη, Σάμος, Λέσβος κ.α.). 2. Σε αντικείμενα που η πλειονότητα θεωρεί ότι δεν οδηγούν σε προσοδοφόρο επάγγελμα (σχολές δασολογίας, φυσικού περιβάλλοντος, περιφερειακής ανάπτυξης, περιβάλλοντος, συστημάτων ενέργειας, μαθηματικών, γεωπονίας, αγροτικής ανάπτυξης κ.τ.λ.).

Από τις παραπάνω παρατηρήσεις εύκολα κανείς βγάζει δύο συμπεράσματα. Το πρώτο είναι ότι οι σχολές σε μικρότερες πόλεις δεν προτιμώνται από τους υποψηφίους. Αυτό οφείλεται λιγότερο στον οικονομικό παράγοντα (το ενοίκιο και τα έξοδα διαβίωσης είναι σίγουρα υψηλότερα στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη σε σχέση με μικρές πόλεις) και περισσότερο στο όνομα του πανεπιστημίου και στη δύναμη του διπλώματος στην αγορά εργασίας. Το δεύτερο είναι ότι όταν η ζήτηση καθορίζει τη βάση, σχολές περιβάλλοντος, δασολογίας και περιφερειακής ανάπτυξης, μαθηματικών και στατιστικής θα κλείσουν. Αυτό δείχνει ότι αντικείμενα που πιθανόν είναι εξαιρετικά σημαντικά για το μέλλον της χώρας και του πλανήτη, δεν επιλέγονται από τους υποψηφίους διότι με βάση τα σημερινά ή πιο πολύ τα χθεσινά δεδομένα της προηγούμενης γενιάς, αυτά τα αντικείμενα δεν έχουν απορρόφηση. 

Οι βασικοί λοιπόν κίνδυνοι που προκύπτουν από τον τρόπο «βαθμολόγησης» της αξίας των σχολών μέσω της ζήτησης είναι ότι πρώτον, οι μικρές πόλεις μακριά από τα μεγάλα αστικά κέντρα και πιο κοντά στα σύνορα θα χάσουν πολλές σχολές, και θα υποδεχτούν πολύ λιγότερους ή και καθόλου φοιτητές, οπότε θα έχουν οικονομικό κόστος. Και δεύτερον, σχολές με γνωστικό αντικείμενο που μέχρι χθες δεν ήταν προσοδοφόρο θα κλείσουν.

Αν πάρουμε τα στατιστικά και τραβήξουμε το παράδειγμα στα άκρα, ιδανικά μια συγκέντρωση λίγων παραδοσιακών σχολών δικηγόρων, γιατρών και μηχανικών σε μεγάλα αστικά κέντρα αρκεί να καλύψει τις τοπικές ανάγκες της χώρας και μάλιστα με υψηλό επίπεδο σπουδών. 

Ομως έτσι: Ατροφεί η ελληνική επικράτεια σε νέο κόσμο και σε γνώση, χάνεται δραστηριότητα σε αντικείμενα που χθες ήταν ασήμαντα και αύριο θα είναι θεμελιώδους σημασίας. Η γνώση και οικονομία χάνουν σε ποικιλία. Και αυτό είναι πολύ σοβαρό! (σκεφθείτε ότι τη δεκαετία του ’80 και του ’90 η τεχνητή νοημοσύνη ήταν στα αζήτητα και στα βιβλία φαντασίας, και μάλιστα πολλοί ειδικοί τη σνόμπαραν…). Επιπλέον, νέοι που έμειναν πίσω στο σχολείο ίσως λόγω οικογενειακών και οικονομικών προβλημάτων, ίσως λόγω ανωριμότητας και κακών συναναστροφών, δεν έχουν μια επιπλέον ευκαιρία να μάθουν ένα νέο αντικείμενο σε ένα νέο περιβάλλον (πόλη), που ίσως ποτέ να μην επέλεγαν μόνοι γιατί είτε δεν γνώριζαν είτε δεν ήταν της μόδας.
Είναι λοιπόν αρκετά περίπλοκη η εξίσωση της ανώτατης εκπαίδευσης. Για τους 10.000 υποψηφίους που πέτυχαν πρώτοι στις Πανελλαδικές υπάρχουν και 10.000 που δεν μπήκαν σε καμία σχολή. Μην ξεχνάμε όμως ότι και οι τελευταίοι 10.000 είναι πολίτες της ίδιας χώρας με τα ίδια δικαιώματα. Οπως αντίστοιχα οι κάτοικοι της Ορεστιάδας και της Φλώρινας και της Σάμου είναι εξίσου Ελληνες πολίτες, όπως και αυτοί της Αθήνας. Και η δασολογία, η γεωπονία και το περιβάλλον ίσως σε μερικά χρόνια να είναι εξίσου σημαντικά όσο η διοίκηση επιχειρήσεων. 

Πριν καταλήξουμε λοιπόν σε εύκολες λύσεις με βάση ξεπερασμένα οικονομικά μοντέλα, ας καθίσουμε να σκεφτούμε και να συζητήσουμε όλοι μαζί όλες τις παραμέτρους αυτού του δύσκολου προβλήματος. Εύκολες λύσεις δεν υπάρχουν.