ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Ελλάδα – Τουρκία, μια περιοδολόγηση

Κύριε διευθυντά 
Η ψυχραιμία έχει σχέση με την υπομονή. Η υπομονή έχει σχέση με τη βούλησή μας να κατανοήσουμε τα γεγονότα: αν δεν επιθυμούμε να κατανοήσουμε πράγματι τι συμβαίνει γύρω μας, τότε καταφεύγουμε σε βιαστικές, επιπόλαιες κρίσεις που μας βοηθούν να αποστασιοποιηθούμε. Αμεσο όσο και διηνεκές παράδειγμα αποτελεί η κατανόηση των σχέσεων της χώρας μας με την Τουρκία.

Από την πρώτη μετεπαναστατική περίοδο του 1830 και κατόπιν, κάθε γενιά Ελλήνων έχει υποστεί την επιθετική αντιπαλότητα της Τουρκίας, συχνά με πολέμους, καταστροφές και κατατρεγμούς. Αρνητική εξαίρεση αποτελούν οι τέσσερις συνεχείς μεγάλοι πόλεμοι 1897-1922, δηλαδή από τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο μέχρι και τη Μικρασιατική Καταστροφή, συμπεριλαμβανομένου του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου (1914-18). Εικοσαετείς Ελληνες που κατετάγησαν στις αρχές του 1897 στον ελληνικό στρατό αναγκάστηκαν πολλές φορές να διατηρήσουν τις μάχιμες στολές τους μέχρι και τα 45(!) με ελάχιστα διαλείμματα οικογενειακής ζωής και κοινωνικού βίου. Ανάλογες απάνθρωπες και εξευτελιστικές εμπειρίες δεν υπέστησαν βέβαια οι Τούρκοι στρατευμένοι πολίτες (αλλά και η τουρκική κοινωνία γενικότερα) από τη Μακεδονική Επανάσταση τού 1878 μέχρι και την εισβολή στην Κύπρο το 1974. Είτε μας αρέσει είτε όχι, οι Τούρκοι επιβάλλονται, συνθηκολογούν επ’ ωφελεία τους, κατά κανόνα νικούν και κυριαρχούν στον γεωπολιτικό χώρο που τους περιβάλλει. Μια μικρή και διάσπαρτη χώρα όπως η Ελλάδα δεν θα μπορούσε ποτέ να αντεπεξέλθει σε μια πολύ μεγαλύτερη, συμπαγή, ηπειρωτική, επιθετική χώρα όπως η Τουρκία. Αυτή η κατάφωρη παγιωμένη ανισότητα αρκεί από μόνη της σαν επαμφοτερίζον casus belli μεταξύ μας. Και δικαιολογεί την επιμονή του σοφού και έμπειρου Καποδίστρια να αναγνωριστούν στη νέα Ελλάδα εδάφη και σύνορα που να την καθιστούν υπολογίσιμη κρατική οντότητα. Αλλά τα εδάφη δεν αρκούν.

Παρά την ιστορική συνείδηση χιλιετηρίδων, την αειθαλή ελληνική γλώσσα, την πλούσια τοπική γεωγραφία, την πίστη της Ορθοδοξίας οι Νεοέλληνες υπήρξαν ανέκαθεν τα «κακομαθημένα παιδιά της Ιστορίας» – για να δανειστώ τον εύστοχο τίτλο της ιστορικής αναδρομής του Κώστα Κωστή. Ανέκαθεν τα προσωπικά, αντίζηλα συμφέροντα εκδηλώνονταν προδοτικά για το έθνος των Ελλήνων και ωφελιμιστικά για τις ιδιοτελείς φιλοδοξίες. Ας θυμηθούμε τις καταστροφικές διχόνοιες των δύο εμφυλίων μεταξύ Στερεοελλαδιτών και Πελοποννησίων (1822/3 και 1824/5) – ας θυμηθούμε την προδοσία του Μπακόλα στη μάχη του Πέτα (Ιούλιος 1822) και τη θυσία του ένδοξου τάγματος των φιλελλήνων που κατασφαγιάστηκε εξαιτίας του – ας θυμηθούμε το επάρατο μίσος του Μιαούλη όταν τον Αύγουστο του 1831 έκαψε τη νεότευκτη, αξιόμαχη αμερικανική φρεγάτα «Ελλάς» (ή αν προτιμάτε γαλλική state-of-the-art Belharra…) στο λιμάνι του Πόρου και μαζί της πυρπόλησε όλες τις ελπίδες των Ελλήνων για ναυτική κυριαρχία στο Αιγαίο. Αναρωτιέται κανείς αν μαθαίνουμε από τα λάθη μας. Μπροστά στη μεγάλη και κραταιά Τουρκία –τώρα με τον Ερντογάν αλλά ομοίως και μετά τον Ερντογάν– η χώρα μας δεν χρειάζεται μόνον ικανούς ηγέτες αλλά και ικανούς συμμάχους και διεθνείς υποστηρικτές. Η εθνική αυτή αναγκαιότητα δεν έχει ιδεολογική αριστερόστροφη ή δεξιόστροφη κατεύθυνση. Πρέπει να προτάσσεται πάντοτε μέσα από συγκεκριμένα ιστορικά γεγονότα, σαν ασπίδα εθνικής σωτηρίας της Ελλάδας.