Η μοιραία νάρκη, ο θάνατος του παπα-Τάκη, τα μαθήματα, η φυγή των χωριανών. Μέρες εμφυλίου

Η μοιραία νάρκη, ο θάνατος του παπα-Τάκη, τα μαθήματα, η φυγή των χωριανών. Μέρες εμφυλίου

Κύριε διευθυντά

Τελειώνοντας την Ε΄ τάξη του ∆ημοτικού τον προηγούμενο Ιούνιο (1947) στο χωριό μου (Μαλακάσι Καλαμπάκας), ο δάσκαλος (∆ημήτριος Καράσης) μας είχε πει: Το καλοκαίρι να επαναλάβετε μόνοι σας τους δεκαδικούς αριθμούς, γιατί στην έκτη τάξη θ’ αρχίσουμε τα κλάσματα. Ετσι πράγματι έγινε. Ολον τον Σεπτέμβριο του 1947 το μάθημα της Αριθμητικής (δεν το λέγαμε Μαθηματικά) ήταν αφιερωμένο στα κλάσματα. Ενιωθα ιδιαίτερα χαρούμενος, γιατί δεν τα έβρισκα δύσκολα. Σιγά-σιγά μεγάλωνε η αυτοπεποίθησή μου, γιατί προχωρούσαμε συνεχώς και δεν είχα σκοντάψει κάπου. Ασυναίσθητα βιαζόμουν να συναντήσω την πρώτη δυσκολία και ένιωθα κάποιο άγχος, καθώς περνούσε ο καιρός και δεν την έβλεπα. Μήπως δεν υπήρχε; Αφού παντού υπήρχαν εμπόδια και προβλήματα, ήταν δυνατόν να λείπουν από τα μαθήματα του σχολείου; Με τέτοιου είδους σκέψεις, χαρές και αγωνίες πέρασε το μεγαλύτερο μέρος του Σεπτεμβρίου 1947. Τις τελευταίες όμως ημέρες αυτού του μήνα το Μαλακάσι αιφνιδιάστηκε από δύο δυσάρεστα γεγονότα. Κάποια ημέρα επέστρεφε από το Μέτσοβο στο Μαλακάσι, επάνω στην καρότσα φορτηγού αυτοκινήτου, ο ιερέας του χωριού παπα-Τάκης Σίττας. Μαζί του είχε τραμουτζάνες (γυάλινα δοχεία) με τσίπουρο. Στην Κατάρα, σε μια στροφή του δρόμου, το αυτοκίνητο ανατινάχθηκε από νάρκη. Τον δυνατό κρότο της εκρήξεως άκουσαν οι άνδρες του λόχου ΜΑ∆ (Μονάδες Αποσπασμάτων ∆ιώξεως), που στρατοπέδευαν σ’ ένα κοντινό ύψωμα κι έτρεξαν να δουν τι συνέβη. Βρήκαν τον άτυχο ιερέα νεκρό στην άκρη του δρόμου. Είχε εκτιναχθεί έξω από το αυτοκίνητο και σκοτώθηκε κατά την πτώση. Οι ΜΑ∆ίτες πήραν τις φιάλες με το τσίπουρο και επέστρεψαν στη βάση τους, όπου το κατανάλωσαν και μέθυσαν «εις μνήμην του».

Η μοιραία νάρκη, ο θάνατος του παπα-Τάκη, τα μαθήματα, η φυγή των χωριανών. Μέρες εμφυλίου-1
Στη φωτογραφία της Βούλας Παπαϊωάννου, μαθητές και μαθήτριες, κάποια παιδιά κουβαλώντας και ορφάνια, σμίγουν σε υπαίθρια τάξη κάπου στην Ηπειρο το έτος 1946, μαθαίνουν γράμματα υπό τη σκέπη του δασκάλου, κάνοντας υπομονή έως ότου ξαναχτιστεί το κατεστραμμένο σχολείο τους με τάξεις, μαυροπίνακες, θρανία και ξυλόσομπα. (Από το παλαιότερο αφιέρωμα της «Κ» Ελληνες Φωτογράφοι, Επτά Ημέρες.) Η Ελλάδα με τις ανεπούλωτες πληγές από τον πόλεμο και το βαθύ κατοχικό σκοτάδι, εισερχόταν σε χρόνια αδελφοκτονίας. Μνήμες από την περίοδο εκείνη όταν ήταν μαθητούδι παραθέτει ο αναγνώστης της «Κ».

Αυτά μου διηγήθηκε ο Μιχάλης Πάνος, αρχηγός της ομάδας ΜΑΔ Μαλακασίου, που μαζί με τις αντίστοιχες ομάδες Νέας Κουτσούφλιανης και Αμπελοχωρίου συγκροτούσαν τον λόχο ΜΑΔ στον αυχένα της Κατάρας. Διοικητής αυτού του λόχου ήταν κάποιος έφεδρος υπολοχαγός, πρώην υπάλληλος τραπέζης, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον στο οινόπνευμα και στη χαρτοπαιξία. Επειδή όλο το καλοκαίρι (1947) ουδείς ενόχλησε αυτό το «στρατιωτικό συνονθύλευμα», τα μέτρα προφυλάξεως είχαν χαλαρώσει σε τέτοιο βαθμό, ώστε οι άνδρες να κοιμούνται τη νύχτα χωρίς άρβυλα και οι σκοπιές ήταν για το θεαθήναι. Ο στρατός του ΚΚΕ (Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας) κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού (1947) ανασυνέταξε τις δυνάμεις του, μετά που έληξαν οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του Εθνικού Στρατού την προηγούμενη άνοιξη, και ήταν έτοιμος να εμφανισθεί στο προσκήνιο. Ο λόχος ΜΑΔ της Κατάρας ήταν ένας εύκολος στόχος, γιατί είχαν διαρρεύσει ευρύτατα οι συνθήκες «παιδικής κατασκηνώσεως» που επικρατούσαν εκεί και οι αντάρτες του ΚΚΕ δεν έχασαν αυτήν την ευκαιρία. Μια νύχτα, μερικές ώρες μετά τα μεσάνυχτα, επιτέθηκαν με σφοδρότητα εναντίον τους από αρκετές πλευρές. Ο αιφνιδιασμός ήταν απόλυτος. Για καλή τύχη των ΜΑΔιτών, οι αντάρτες δεν επιτέθηκαν από την απότομη πλευρά του υψώματος που ατενίζει το Μαλακάσι. Προς εκείνη την πλευρά βρήκαν οδό άτακτης διαφυγής οι ΜΑΔίτες μέσα στη νύχτα και, ω του θαύματος, σώθηκαν όλοι εκτός από έναν πολυβολητή της ομάδας ΜΑΔ της Νέας Κουτσούφλιανης, που επιχείρησε ν’ αντισταθεί και έπεσε νεκρός στο χαράκωμά του. Ενας άλλος ΜΑΔίτης, από την ίδια ομάδα, αυτομόλησε στους αντάρτες.

Με το πρώτο φως της ημέρας άρχισαν να φτάνουν στο Μαλακάσι οι ΜΑΔίτες, άοπλοι, ανυπόδητοι, με σκισμένα ρούχα, πραγματικά σωματικά και ψυχικά ράκη. Ο διασυρμός τους ήταν εξευτελιστικός, αλλά αντάξιος της περιφρονήσεως που έδειξαν στην αποστολή τους. Εως ότου οι Μαλακασιώτες συνειδητοποιήσουν ότι η επίθεση των ανταρτών περιορίστηκε στην Κατάρα και δεν επρόκειτο για καταδίωξη των ΜΑΔιτών μέχρι το χωριό, επικράτησε πανικός. Το πολύμηνο διάλειμμα ηρεμίας, που είχε προηγηθεί στο χωριό και στη γύρω περιοχή, είχε λήξει οριστικά καθώς έφθασαν μηνύματα για συγκέντρωση ανταρτικών δυνάμεων στο Ζυγό, στην Κατάρα και στο Κουκουρέλο. Στις ημέρες που ακολούθησαν, το σχολείο διέκοψε και πάλι τη λειτουργία του. Πολλοί Μαλακασιώτες τις νύχτες εγκατέλειπαν τα σπίτια τους και διανυκτέρευαν στο ύπαιθρο. Στις επόμενες εβδομάδες οι μόνιμοι κάτοικοι του χωριού ήταν όλοι υπερήλικες. Οι υπόλοιποι το είχαν εγκαταλείψει.

ΥΓ.: Από το βιβλίο μου «Η καρυδιά με τους νουμάδες».

*Καρδιοχειρουργός

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή
MHT