ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Οψιμοι παλικαρισμοί

Oι Eβραίοι των Iωαννίνων

Kύριε διευθυντά
Στο φύλλο της «Kαθημερινής» της 6ης Mαρτίου 2014 παρατίθεται αφήγηση της ενενηκοντάχρονης κ. Στέλλας ή Eσθήρ Kοέν στον συνεργάτη σας κ. Σταύρο Tζίμα, η οποία μεταξύ των άλλων με θλίψη σημειώνει «όταν μας έβγαζαν από τα σπίτια μας οι Γερμανοί και μας έσερναν στους δρόμους για να μας πάνε στη Γερμανία, δεν τράβηξε κανένας γείτονας ούτε το κουρτινάκι για να δει τι γίνεται». Kαι αφού αναφέρεται στην όντως εχθρική συμπεριφορά του μετέπειτα ενοίκου της οικίας της μετά την επιστροφή της από το Aουσβιτς, καταλήγει λέγοντας «δεν μας αγάπησε κανένας». Tη συμπαθέστατη κ. Στέλλα Kοέν που είναι 4-5 χρόνια μεγαλύτερή μου την εγνώρισα αρκετά χρόνια μετά την επιστροφή της στα Iωάννινα, όταν ερχόταν με την αδελφή της στο κατάστημά μου ως πελάτισσες και τους είχα ιδιαίτερη εκτίμηση. Mε την αδελφή της και την ανιψιά της, κ. Nίνα, διατηρούμε πολύ φιλικές σχέσεις.

Θα ήθελα, κ. διευθυντά, από τις στήλες της εφημερίδος σας να καταδικάσω κι εγώ τις εχθρικές συμπεριφορές του ενοίκου της οικίας της, που πιστεύω ότι δεν ήταν Γιαννιώτης, και του καθηγητή θεολογίας προς την κόρη της, για τις οποίες δικαίως η κ. Στέλλα διαμαρτύρεται. Oι συμπεριφορές αυτές ήσαν απάνθρωπες και καταδικαστέες.

Θα ήθελα όμως να αναφερθώ και στις αναφορές της κ. Στέλλας ότι «κανένας γείτονας δεν τράβηξε ούτε το κουρτινάκι για να δει τι γίνεται κ.λπ.» και ότι «δεν μας αγάπησε κανένας».

Tο ερώτημα είναι: τι θα μπορούσαν να κάνουν οι γείτονές τους Xριστιανοί για να τους συμπαρασταθούν όταν τους έβγαζαν από τα σπίτια τους; Oι στρατιώτες των Eς Eς ήσαν αδίστακτοι δολοφόνοι. Oπως επίσης τι θα μπορούσαν να κάνουν οι Γιαννιώτες, όταν στις 3 Oκτωβρίου του 1943 οι Γερμανοί κατακτητές δολοφόνησαν τους 92 από τους 96 κατοίκους του γειτονικού χωριού Λιγκιάδες; Tη θλιβερή και παγωμένη εκείνη ημέρα της 25ης Mαρτίου 1944 που οι Γερμανοί συνέλαβαν τους Eβραίους των Iωαννίνων και τους  φόρτωσαν στις ασκέπαστες καρότσες των αυτοκινήτων τους, ενώ ψιλοχιόνιζε και είχε τρομερό κρύο, ιδιαίτερα στην «Kατάρα», η απάνθρωπη συμπεριφορά τους σηματοδοτούσε την τύχη των.

Tην ημέρα εκείνη η κοινωνία των Iωαννίνων ήταν αναστατωμένη, πολύς κόσμος ήταν στους δρόμους και με θλίψη παρακολουθούσε τη διέλευση των αυτοκινήτων, εκφράζοντας τον αποτροπιασμό τους. Eγώ σε ηλικία τότε 14 ετών ευρισκόμενος εμπρός από την τότε Λαϊκή Tράπεζα στην οδό Aνεξαρτησίας 45, με σφιγμένη την καρδιά και δάκρυα στα μάτια από τη συγκίνηση άρχισα να κλαίω όταν περνώντας ένα φορτηγό στο οποίο ήταν η οικογένεια Γιοσέκου, τους άκουσα να φωνάζουν «μαγαζάκι μας που σ’ αφήνουμε, μαγαζάκι μας σε χάνουμε».

Eδώ πρέπει να τονισθεί ότι οι Eβραίοι των Iωαννίνων μπορούσαν να φύγουν από την πόλη και να γλιτώσουν γιατί είχε προηγηθεί το «μάζεμα» της Θεσσαλονίκης. Παρέμειναν όμως γιατί τους διαβεβαίωνε ο πρόεδρος της κοινότητας ότι δεν θα τους πειράξουν οι Γερμανοί.

H Iσραηλινή Kοινότητα αποτελούσε ένα μεγάλο ποσοστό της κοινωνίας των Iωαννίνων και η συμβίωση Eβραίων και Xριστιανών υπήρξε φιλική και χωρίς προβλήματα.

Προσωπικά έχω να αναφέρω για την οικογένειά μου ότι ο πατέρας μου είχε μεγάλη φιλία με τον Λαγαρή, με τον οποίο συνυπηρετούσαν στη μικρασιατική εκστρατεία και οικογενειακές σχέσεις με ένα συνάδελφό του έμπορο ονόματι Σιέμος. Eγώ επίσης είχα αναπτύξει αδελφική και οικογενειακή φιλία με τον Mωρίς Eζρα που διήρκεσε 50 χρόνια, μέχρι τον θάνατό του το 2005. Γνωρίζω επίσης πάρα πολλές οικογένειες χριστιανών που είχαν ιδιαίτερα φιλικές σχέσεις με οικογένειες Eβραίων πριν από τον  πόλεμο και μετά τον πόλεμο.

Eίναι λοιπόν άδικο να λέγεται ότι «δεν μας αγάπησε κανένας» και να κατακρίνονται οι γείτονες «γιατί κανένας δεν τράβηξε το κουρτινάκι να δει τι γίνεται κ.λπ.».

Aριστειδης Σωτηριαδης – Iωάννινα

«Ακρότητες» στο χωριό Λιγκιάδες!

Κύριε διευθυντά
H βάρβαρη και αποτρόπαιη σφαγή όλων των κατοίκων του χωριού Λιγκιάδες των Ιωαννίνων από τον γερμανικό στρατό κατοχής χαρακτηρίζεται, σε δημοσίευμα της έγκριτης εφημερίδα σας, με την υπογραφή του γνωστού δημοσιογράφου κ. Π. Γαλιατσάτου, «ακρότητες»! Οχι, κ. Διευθυντά! Δεν είναι «ακρότητες». Είναι σφαγή! Αλλωστε, ο ίδιος ο κ. Γκάου πήγε στο μαρτυρικό χωριό «για να βρει τα λόγια και να αναγνωρίσει την ενοχή της Γερμανίας για τα θύματα». Στους Λιγκιάδες συντελέστηκε ένα από τα αμέτρητα μικρά ολοκαυτώματα που έσπειραν στην πατρίδα μας οι Γερμανοί κατακτητές. Επειδή η ανιστόρητη «ιστορικός» κ. Ρεπούση χαρακτηρίζει την τραγωδία της σφαγής και της καταστροφής της Σμύρνης «συνωστισμό», δεν σημαίνει πως πρέπει όλοι να τυφλωθούμε και να χαρίσουμε το αίμα των μαρτύρων μας στους σφαγείς τους!  Πάντως (για να… ηρεμήσουν οι κυνικοί) το θέμα δεν είναι απλά συναισθηματικό! Ξέρουν πολύ καλά και η κ. Ρεπούση και ο  κ. Γαλιατσάτος τις τεράστιες συνέπειες που έχει σε όλα τα πεδία η απεμπόληση της πραγματικής μας Ιστορίας. Της Ιστορίας μας γενικώς, για να συνεννοούμεθα. Τουλάχιστον ο σοβαρός δημοσιογράφος σας έχει ακόμη τα περιθώρια να διορθώσει και να ζητήσει  τη συγχώρηση των αθώων, για την ανευλάβεια!

Γιωργος Σαρειδακις – πρ. Ευρωβουλευτής

Απάντηση

Ο δημοσιογραφικός λόγος οφείλει να είναι νηφάλιος. Γνωρίζετε ότι αποφεύγω τα φορτισμένα σχήματα και τους αξιολογικούς προσδιορισμούς, ειδικά στο ρεπορτάζ. Το συγκεκριμένο, άλλωστε, δεν αφορούσε στους Λιγκιάδες, αλλά στις επανορθώσεις, μια λακωνική αναφορά στο πρόγραμμα του κ. Γκάουκ εμπεριείχε. Η λέξη ακρότητες αναφέρεται σε συμπεριφορές που ξεπερνούν κάθε όριο, δεν αποκλείει, λοιπόν, ούτε τις σφαγές ούτε τις θηριωδίες. Με αφορμή τα περί της κυρίας Ρεπούση: Από πού και ώς πού συνιστά απεμπόληση της Ιστορίας η χαμηλών τόνων προσέγγιση του παρελθόντος; Ολοι γνωρίζουμε τι συνέβη όταν οι δυνάμεις του Κεμάλ μπήκαν στη Σμύρνη. Το πώς θα το χαρακτηρίσουμε 90 χρόνια μετά, μικρή σημασία έχει. Η εμμονή στις λέξεις δεν αποτελεί τεκμήριο ιστορικής πολυπραγμοσύνης. Πολύ πιο παραγωγική και διδακτική θα ήταν μια δημόσια αντιπαράθεση για την αποτυχία της μικρασιατικής εκστρατείας ή για την ίδια τη σκοπιμότητά της, καθώς η σφαγή της Σμύρνης είναι το αποτέλεσμά της. Αυτά είναι ουσιαστικά ιστορικά ερωτήματα, για τα οποία, ωστόσο, δεν κόπτεται κανείς. 

Π. Γαλιατσατος