ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Ιστορικοί όροι

Το αδιέξοδο του αγώνα

Κύριε διευθυντά
Η ανάγκη να απαρνηθούμε τη λογική του «λουκέτου» κατέστη πρόδηλη για άλλη μια φορά. Πρόδηλη και η ανάγκη να μην επαναληφθούν οι ίδιες τακτικές αποτυχίας στο άμεσο μέλλον. Το δις εξαμαρτείν δεν είναι ίδιον ανθρώπων σοφών, πόσο μάλλον ανθρώπων που στελεχώνουν τα πανεπιστημιακά ιδρύματα που αντιπροσωπεύουν την ελληνική ανώτατη εκπαίδευση.

Ασφαλώς και το δικαίωμα της απεργίας αποτελεί συνταγματικό κεκτημένο κάθε υπαλλήλου. Με την απεργία ο εργαζόμενος αντιστέκεται στα μέτρα που θίγουν την εργασιακή του θέση, όχι «στα δεινά μέτρα που επιβάλλει το καταπιεστικό κράτος». Εξαρτάται από την οπτική που υιοθετεί κανείς απέναντι στα πράγματα, για να μπορεί να τοποθετηθεί και όσο το ανθρωπίνως δυνατό πιο αντικειμενικά. Αν εκκινούμε από την εφιαλτική λογική πως κάθε απεργία είναι ιερή απέναντι στο κράτος που προτίθεται να αφαιμάξει τον λαϊκό μόχθο για δικά του συμφέροντα, τότε ναι, η αντίληψη των πραγμάτων παραμένει μονοδιάστατη. Τότε ναι, καμία ελευθερία δεν αποβαίνει κατάχρηση ελευθερίας, και ο σκοπός αγιάζει πάντα τα μέσα.

Η δημοκρατία βασίζεται στην ελευθερία, γι’ αυτό και την εγγυάται μέσω της θεσπίσεως συνταγματικά ανθρωπίνων δικαιωμάτων (ένα απ’ αυτά και το δικαίωμα στην εργασία και στην απεργία). Κάθε, όμως, ελευθερία δεν είναι ασύδοτη, μα σταματά μπρος στην ελευθερία του άλλου(αρχή γνωστή ήδη από τη Γαλλική Επανάσταση). Τόσα χρόνια μετά και η αρχή μοιάζει παρωχημένη. Οποιος επικαλείται πως η απεργία σε πανεπιστημιακά ιδρύματα δοκιμάστηκε, απείλησε και μόνο δεινά παρά καλά προκάλεσε (απώλειες εξαμήνων, παρατάσεις εξαμήνων ώς τον Αύγουστο, εργαστήρια που καταστράφηκαν λόγω μη συντήρησής του εξαιτίας των «λουκέτων» των απεργών κ.λπ.), παραλληλίζεται με εγωιστή και καλοβολεμένο που δεν τον νοιάζει η δυστυχία των άλλων.

Ποιος, όμως, μπορεί να αμφισβητήσει πως την ίδια στιγμή μια τέτοια απεργία αντιστρατεύεται συμφέροντα μιας εξίσου μεγάλης μερίδας πολιτών; Ποιος μπορεί να αρνηθεί πως παρακωλύεται το δικαίωμα στη γνώση, στις σπουδές, πως επιβαρύνονται οικονομικά υπέρ το δέον οι οικογένειες που επένδυσαν στη γνώση;

Η έναρξη απεργιακών κινητοποιήσεων ενόψει της καλοκαιρινής εξεταστικής επιβεβαίωσε πως δεν είναι τυχαία η επιλογή του συγκεκριμένου χρόνου, αλλά πολιτικά προσχεδιασμένη. Μια απεργία που εξυπηρετεί σκοπούς διαφορετικούς από την υπεράσπιση της εργασιακής θέσης, ή που δεν σέβεται τα δικαιώματα άλλων προς εξυπηρέτηση των σκοπών της, εκφεύγει της θεμιτής ανοχής της κοινωνίας, και καθίσταται καταχρηστική. Ειδικά όταν δεν περιορίζεται στους χώρους των διοικητικών γραφείων των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, όπως θα έπρεπε, αλλά συμπαρασύρει στον «αγώνα» και τις αίθουσες διδασκαλίας και εξέτασης των φοιτητών, σφραγίζοντάς τες εκβιαστικά με «λουκέτα». Το δικαίωμα στην απεργία πρέπει να είναι σεβαστό όταν διεξάγεται με το κατάλληλο πολιτικό ήθος και όχι όταν αποτελεί συγκεκαλυμμένο πολιτικό παιχνίδι.

Μία κλειστή κρατική σχολή δεν λύνει τα προβλήματα της παιδείας, αλλά την υποβαθμίζει ακόμη περισσότερο μπροστά στις σειρήνες των ιδιωτικών πανεπιστημιακών ιδρυμάτων. Σωτήριο κατάρτι δεν είναι ο αγώνας του «λουκέτου», δημοκρατικός μεν, που στρέφεται δε κατά των φοιτητών και των ελληνικών οικογενειών σε κρίσιμες στιγμές της πανεπιστημιακής χρονιάς. Αγώνας δημοκρατικός κατά των υπόλοιπων  κοινωνών της δημοκρατίας; Οδηγεί ταχύπλοα στη συντριβή επάνω στις σειρήνες της ιδιωτικής εκπαίδευσης, της υποβάθμισης των κρατικών σχολών, ενώ υποδεικνύει την αδυναμία των πλήρως αυτοδιοικούμενων πανεπιστημιακών ιδρυμάτων: πως όταν οι άνθρωποι πιάνουν εξουσία στα χέρια τους χωρίς την απειλή του κρατικού ελέγχου, πλάθουν ασυδοσία.

Γιωργος Πανταζης – Φοιτητής Νομικής Αθηνών

Η ελληνική «Ριβιέρα»

Κύριε διευθυντά
Γνωρίζοντας την ευαισθησία σας για την πόλη μας, το περιβάλλον, την αισθητική μας, με έκπληξη διάβασα στις 19.7.14 το άρθρο του κ. Δημήτρη Ρηγόπουλου, που πολύ εκτιμώ για την αρθρογραφία του, αλλά και τον παραπλανητικό, κατά τη γνώμη μου, τίτλο για το τι «ετοιμάζεται» να παρουσιασθεί ως «κάτι πολύ ελληνικό» στην παραλία της Αττικής, στην όμορφη αθηναϊκή Ριβιέρα και συγκεκριμένα στο χώρο του πρώην Ελληνικού. Οι ουρανοξύστες στο βάθος της φωτογραφίας, ακριβώς πάνω στην παραλία δεξιά και αριστερά της περιβαλλοντικής ανάπλασης εν είδει πάρκου, το οποίο χρόνια τώρα αναμένουμε, θεωρείται πραγματικά κάτι το «πολύ ελληνικό» ή μήπως τέθηκαν τυχαία… στη μακέτα;

Δεν είμαι αρχιτέκτονας και δη Αμερικανός, όπως ο εκ των συνεργατών της σχεδιαζόμενης ανάπλασης, είμαι ιστορικός και απόφοιτος της αρχαιολογίας, κάτοικος της Αθήνας, ερωτευμένη με τη φυσική Ριβιέρα της, κατά τη γνώμη μου την ωραιότερη σε πρωτεύουσα της Ευρώπης, φυσική χωρίς την πολυδιαφημιζόμενη «εκμετάλλευση και ανάπλαση». Ας αντιληφθούμε έγκαιρα την ανατροπή του πραγματικά εξαιρετικού ελληνικού περιβάλλοντος που θα επέλθει, αν το διαφημιζόμενο ως «πολύ ελληνικό» σχέδιο επικρατήσει. Αλήθεια, είχε εγκριθεί από τις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες μας όταν αποφασίσθηκε η παραχώρηση του χώρου στην εταιρεία που θα αναλάβει την «ανάπλαση»; Σας χαιρετώ με συναισθήματα απογοήτευσης για την πληγή του αττικού μας περιβάλλοντος.

Ολγα Κατσιαρδη-Hering – Καθηγήτρια Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας-ΕΚΠΑ

Αδήριτη ανάγκη ξένων επενδύσεων

Κύριε διευθυντά
Εξ αφορμής δύο ευστόχων και αντικειμενικών άρθρων των διακεκριμένων συνεργατών σας, κ. Κ. Ζούλα («Σπάρτακος της ΔΕΗ, έχετε γραπτό μήνυμα) και κ. Σ. Τσιχλιά («Ας μιλήσουμε για τη ΔΕΗ») στο φύλλο της 5ης τρέχοντος, θα ήθελα να ανατρέξω στο απώτερο παρελθόν, για δύο παραδείγματα ξένων επενδύσεων, που άλλαξαν εκ βάθρων το παρόν και το μέλλον της πρωτεύουσας.

Πηγαίνοντας πίσω στα τέλη της βαρύτατα τρωθείσας δεκαετίας του 1920 (Μικρασιατική καταστροφή, Προσφυγικό), η αθηναϊκή Πλάκα, όπου διέμενα, για πόσιμο μεν νερό εξυπηρετείτο από κάρα που μετέφεραν στα σπίτια σφραγισμένες στάμνες με νερό από το Μαρούσι ή και τον Πόρο. Για τη λάτρα του σπιτιού και τις προσωπικές ανάγκες, τρεις νομίζω φορές την εβδομάδα, σε μία χοντρή κάθετη μαύρη σωλήνα στου Μακρυγιάννη, βαθυτάτου όρθρου, ανάβλυζε νερό για λίγες ώρες. Τενεκεδοκρουσίες ανήγγειλαν το χαρμόσυνο γεγονός για να σπεύσουν αγουροξυπνημένες νοικοκυρές ή υπηρετικό προσωπικό να γεμίσουν δύο τενεκέδες (με ξύλινο χέρι) και να τους μεταφέρουν στο σπίτι, όπου συνήθως αδειάζονταν σε ένα μεγάλο πιθάρι δίπλα στον νεροχύτη. Σημειώθηκαν και φόνοι για την προτεραιότητα στη σειρά αναμονής.

Ως προς τον φωτισμό, τα σπίτια φωτίζονταν με γκάζι (φωταέριο), μία  συσκευή με φιτίλι από αμίαντο, που άναβε μετά φόβου Θεού και σπίρτο. Η σωλήνα του αερίου κατέβαινε από το κέντρο της οροφής κατοικουμένου δωματίου, ενώ δευτερεύοντες χώροι, π.χ. κουζίνα, W.C., εξυπηρετούντο με σαμντάνι (κηροπήγιο) και κερί. Δύο μεγάλες ξένες (αγγλικές) εταιρείες με ξένα, φυσικά, κεφάλαια ανύψωσαν μαγικά την πρωτεύουσα στον εικοστό αιώνα: H «Ούλεν» (Ulen Co/o) έφτιαξε το φράγμα του Μαραθώνα, βελτίωσε το σύστημα παροχής και το 1931 η Αθήνα για πρώτη φορά απέκτησε πλήρη υδροληψία. Η «Πάουερ» (Power and Traction) εταιρεία, παραγωγής και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, ηλεκτροφώτισε Αθήνα και Πειραιά, αρχίζοντας από το 1926 και βελτίωσε ουσιαστικά τις συγκοινωνίες, εγκαθιστώντας τρόλεϊ, τραμ και καινούργια ευρύχωρα λεωφορεία, που αντικατέστησαν πανάθλια παλαιότερα. «Θα πάρω την πάουερ» ήταν κοινή έκφραση. Χρόνια μετά, η ιταλική Pirelli έφτιαξε στην Πάτρα εργοστάσιο κατασκευής ελαστικών αυτοκινήτων. Συνεχείς απαιτήσεις των εργαζομένων ανάγκασαν τελικά την εταιρεία να τα μαζέψει και να φύγει! Αυτά, προς καθησυχασμό των φοβουμένων (;) την υποδούλωση της χώρας στο προ δύο αιώνων θεωρητικώς καταδικασμένο ξένο κεφάλαιο.

Κωστας Παπαχρυσανθου – Κηφισιά

Ανθρωποσφαγή

Κύριε διευθυντά
Στα παλιά τα Σάλονα είχε γίνει και μια ανθρωποσφαγή για τα ωραία μάτια κάποιας Μαρίας. Της περιβόητης Μαρίας της Πενταγιώτισσας. Ακόμη τραγουδιέται το τραγούδι που γράφτηκε γι’ αυτή (την ανθρωποσφαγή) και που λέει σε κάποια στροφή του! «Και στης Μαρίας την ποδιά σφάζονται παλικάρια κ.λπ.)». Στις μέρες μας, γίνεται μια νέα ανθρωποσφαγή. Οχι όμως ανάμεσα σε κάποια παλικάρια που τους έχει κλέψει τις καρδιές κάποια καλλονή, αλλά ανάμεσα στους πολιτικούς μας για τις ψήφους των κρατικοδίαιτων. Ναι, σφάζονται στα πόδια τους (των κρατικοδίαιτων) οι πολιτικοί μας, όπως σφάζονταν κάποτε στην ποδιά της ξεμυαλίστρας Μαρίας τα παλικάρια του τόπου τους.

Τακης Σουβαλιωτης – Χαλανδρίτσα Πατρών