ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Γράμματα Aναγνωστών

Eτσι είναι… αν έτσι το γράφετε…

Κύριε διευθυντά
Στο άρθρο του με τον τίτλο «Λίγες οι ώρες διδασκαλίας καθηγητών», στην «Καθημερινή» της 10/9/2014, ο συνεργάτης της εφημερίδας σας  κ. Απόστολος Λακασάς παρουσιάζει επιλεκτικά στοιχεία από την τελευταία έκθεση του ΟΟΣΑ, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται και πάλι εντυπώσεις που εμφανώς οδηγούν στη στοχοποίηση, την απαξίωση και τη συγκαλυμμένη συκοφάντηση των εκπαιδευτικών.

Πραγματικά αναρωτιέται κανείς για ποιο λόγο ο κ. Λακασάς παραθέτει επιλεκτικά τα στοιχεία που αφορούν τις ώρες διδασκαλίας των εκπαιδευτικών ετησίως και όχι, για παράδειγμα, τα στοιχεία που αφορούν όλες τις ώρες απασχόλησης των εκπαιδευτικών από την ίδια έκθεση του ΟΟΣΑ και τον ίδιο πίνακα. Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει, αντίθετα με όσα αφήνει να εννοηθεί το άρθρο του κ. Λακασά, ότι η χρονική διάρκεια που οι Eλληνες εκπαιδευτικοί απαιτείται να παραμένουν και να εργάζονται στο σχολείο είναι τελικά μεγαλύτερη από τους αντίστοιχους μέσους όρους και του ΟΟΣΑ και της Ε.Ε.! Eτσι, σύμφωνα με τον πίνακα D4.1 της έκθεσης αυτής, ο συνολικός ετήσιος χρόνος εργασίας των Ελλήνων εκπαιδευτικών είναι 1.170 ώρες τόσο στο γυμνάσιο όσο και στο λύκειο, ενώ οι αντίστοιχοι μέσοι όροι των χωρών του ΟΟΣΑ είναι 1.173 στο γυμνάσιο και 1.142 στο λύκειο, ενώ των χωρών της Ε.Ε. είναι 1.075 και 1.069 ώρες αντίστοιχα.

Το ζήτημα των διδακτικών ωρών των Ελλήνων εκπαιδευτικών έχει διευκρινιστεί επανειλημμένα τόσο από σχετική μελέτη του ΚΕΜΕΤΕ της ΟΛΜΕ (Μελέτη στοιχείων για την Εκπαίδευση και τους εκπαιδευτικούς στην Ελλάδα, στην Ευρώπη και σε άλλες χώρες, ΚΕΜΕΤΕ Ιανουάριος 2012), που στηρίζεται σε στοιχεία του ΟΟΣΑ και της Ε.Ε., όσο και από κατά καιρούς δηλώσεις των εκπροσώπων μας στα ΜΜΕ ή άρθρα συναδέλφων μας στο Διαδίκτυο (βλ., π.χ., Οι αλχημείες του ΟΟΣΑ και οι βολικοί μύθοι για την ελληνική εκπαίδευση, Γ. Βαρδαλαχάκης).

Oπως λοιπόν έχει επισημανθεί, το εβδομαδιαίο διδακτικό ωράριο των καθηγητών των γυμνασίων και λυκείων στη χώρα μας βρισκόταν στον ευρωπαϊκό μέσο όρο ακόμα και πριν από την περσινή αύξηση των δύο ωρών την εβδομάδα. Ο μέσος όρος των ωρών διδασκαλίας ήταν στην Ελλάδα πριν από την αύξηση αυτή 18,5 (σήμερα είναι 20,5) σε γυμνάσιο και λύκειο, ενώ στις 27 χώρες της Ε.Ε. ήταν 19,1 για το γυμνάσιο και 18,4 για το λύκειο (στοιχεία Eurostat 2008).

Η παρατηρούμενη διαφορά στο σύνολο των ετήσιων ωρών διδασκαλίας οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι από τις 195 εργάσιμες ημέρες κάθε σχολικού έτους, μόλις 152 αφιερώνονται στη διδασκαλία (έναντι 181 του ευρωπαϊκού μέσου όρου, και 184 του μέσου όρου των χωρών του ΟΟΣΑ), καθώς τις υπόλοιπες ημέρες το ελληνικό σχολείο μετατρέπεται σε εξεταστικό κέντρο, στο πλαίσιο ενός παράλογου συστήματος, το οποίο δεν συναντάται σε καμία άλλη χώρα της Ευρώπης. Να θυμίσουμε πως από τις 15 Μάη κάθε χρόνο ξεκινά η εξεταστική περίοδος που κρατά σχεδόν 1,5 μήνα!!

Σε γενικές γραμμές, θα μπορούσαμε να προσθέσουμε ότι οι εκπαιδευτικοί διεθνώς καταπιάνονται, κατά την παραμονή τους στο σχολείο, με εργασίες με τις οποίες οι Eλληνες εκπαιδευτικοί επιβαρύνονται εκτός ωραρίου (προετοιμασία των μαθημάτων, διορθώσεις εργασιών κ.λπ.), καθώς το μη διδακτικό εργασιακό τους ωράριο διατίθεται ως επί το πλείστον σε γραφειοκρατικές και διοικητικές εργασίες, τα γνωστά «εξωδιδακτικά καθήκοντα», λόγω της ανυπαρξίας στα σχολεία του αναγκαίου διοικητικού προσωπικού.

Αν κάποιος λοιπόν επιθυμεί να είναι ακριβής, θα καταλήξει στο συμπέρασμα ότι στην πραγματικότητα, οι Eλληνες εκπαιδευτικοί σε γυμνάσιο και λύκειο εργάζονται περισσότερο από τους συναδέλφους τους στο εξωτερικό, ενώ διδάσκουν όντως λιγότερες ώρες ετησίως, γιατί υποχρεώνονται να συμμετάσχουν σε πολυήμερες εξεταστικές διαδικασίες. Προφανώς αυτό οφείλεται σε κυβερνητικές αποφάσεις και όχι στους ίδιους. Να υπενθυμίσουμε εδώ ξανά το πάγιο αίτημα του συνδικαλιστικού κινήματος των εκπαιδευτικών για μείωση του χρόνου των εξετάσεων σε όφελος του διδακτικού χρόνου.

Είναι πραγματικά λυπηρό να επιλέγουν με τόση επιμονή οι συντάκτες της εφημερίδας σας τον δρόμο της μεροληψίας, της επιλεκτικής προβολής μεμονωμένων δεικτών, της απαξίωσης και της συκοφάντησης, έμμεσης ή άμεσης, του Eλληνα εκπαιδευτικού. Σήμερα, το δημόσιο σχολείο στέκεται ακόμα στα πόδια του κυρίως χάρη στο φιλότιμο και την ευαισθησία των εκπαιδευτικών μας. Η συστηματική απαξίωσή τους προσφέρει τις χείριστες υπηρεσίες στην ελληνική κοινωνία και, τελικά, μάλλον υπονομεύει τα συμφέροντά της αντί να τα εξυπηρετεί.

Απο το Γραφειο Τυπου της ΟΛΜΕ

Πικρές αλήθειες

Κύριε διευθυντά
Ως επίτιμος Υπαρχηγός ΓΕΕΘΑ διάβασα με μεγάλη προσοχή το απόσπασμα εκείνο από την ομιλία του κ. πρωθυπουργού στη ΔΕΘ που αναφέρεται στους «ενστόλους» και δυστυχώς αισθάνθηκα οργή και αηδία, διότι μου θύμισε την προσφορά μικρών καθρεπτών σε ιθαγενείς αφρικανικής χώρας κατά τη διάρκεια της αποικιοκρατίας!

Το απόσπασμα αυτό της ομιλίας της 6ης Σεπτεμβρίου στη Θεσσαλονίκη ξεκινάει με το κλασικό «λιβάνισμα» των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας, όπως συνηθίζεται σε κάθε μεγάλη Εθνική εορτή και πανήγυρη, και καταλήγει στο «διά ταύτα», που ούτε λίγο ούτε πολύ, εάν το αντιλαμβάνομαι ορθώς, είναι η παραπομπή της πρόσφατης σχετικής και αμετάκλητης απόφασης του ΣτΕ περί άρσεως των καταφανών αδικιών εις βάρος των «ενστόλων» στις… καλένδες!

Για να γίνω αντιληπτός σημειώνω ότι με τις καταχρηστικές και αντισυνταγματικές αποφάσεις που λήφθηκαν τον Αύγουστο του 2012, οι περικοπές στις αποδοχές από την αρχή της κρίσεως, που έχουν υποστεί οι «ένστολοι», εν ενεργεία και συνταξιούχοι, έχουν ξεπεράσει αθροιστικά το 70% όταν σύμφωνα με στοιχεία που διαρρέονται από διάφορες πηγές ο μέσος όρος περικοπών που έχουν επιβληθεί στον ευρύτερο δημόσιο τομέα είναι της τάξεως του 45% περίπου. Με βάση λοιπόν αυτή την οδυνηρή πραγματικότητα και αφού όπως σημειώνει ο κ. πρωθυπουργός στην ομιλία του «ήταν από την αρχή στις προτεραιότητές του να δώσει σημαντική ανακούφιση στους ενστόλους» ερωτώ γιατί δεν υλοποιείται άμεσα και χωρίς προϋποθέσεις η πρόσφατη αμετάκλητη απόφαση του ΣτΕ ώστε να αποκατασταθεί η κατάφωρη και αντισυνταγματική αδικία εις βάρος των «ενστόλων». Γνωρίζω ότι δεν θα λάβω απάντηση σε αυτό το ερώτημα, αλλά δεν μπορώ να μη σημειώσω ότι η παρέλκυση και η κωλυσιεργία με προαπαιτούμενα, αντιφάσεις και δημιουργία συγχύσεως περί του όλου θέματος ουδόλως ευνοεί το αξιόμαχο του Στρατεύματος και των Σωμάτων Ασφαλείας και πολύ περισσότερο δεν ευνοεί το κύρος και την αξιοπρέπεια της κυβερνήσεως!

Θα πρέπει να καταστεί αντιληπτό ότι οι «ένστολοι», εν ενεργεία και εν αποστρατεία, ουδέποτε επιδίωξαν ειδική μεταχείριση, «κοινωνικό μέρισμα» ή σημαντικές αυξήσεις που τους υποσχέθηκε στην ομιλία του ο κ. πρωθυπουργός. Εκείνο όμως που αναμένουν είναι η άνευ ουδεμιάς παρέλκυσης και κωλυσιεργίας ουσιαστική υλοποίηση της πρόσφατης αποφάσεως του ΣτΕ ώστε να αποκατασταθεί η αδικία και από 70% και πλέον που είναι αθροιστικά οι περικοπές των αποδοχών τους σήμερα να περιορισθούν στο 45% ή στο 50% που είναι ο μέσος όρος περικοπών στις αποδοχές του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

Oσο για την ειδική μελέτη, που θα τεκμηριώνει τη διατήρηση του αξιόμαχου που επικαλείται ο κ. πρωθυπουργός στην ομιλία του, εκτιμώ ότι «εκ παραδρομής»(;) συσχετίζεται με την κατάργηση της αντισυνταγματικής αποφάσεως του Αυγούστου 2012. Είναι ηλίου φαεινότερον, ότι η ανάγκη συντάξεως της ειδικής μελέτης, που μνημονεύεται στην απόφαση του ΣτΕ, αναφέρεται καθοριστικά σε ενδεχόμενες μελλοντικές αποφάσεις της διοίκησης που θα αφορούν επιπρόσθετες περικοπές αποδοχών και όχι στις ήδη ληφθείσες αντισυνταγματικές αποφάσεις, οι οποίες και θα πρέπει να ακυρωθούν άμεσα! Κυρίως δε η ανάγκη συντάξεως αυτής της μελέτης αφορά στο υπό επιτελική επεξεργασία νέο μισθολόγιο που με βάση την επικρατούσα πολιτική διάθεση έναντι των «ενστόλων» και σε συνδυασμό με τις υφιστάμενες οικονομικές συγκυρίες ουδείς ευελπιστεί ότι θα μπορούσε να εξασφαλίσει αποδοχές ευνοϊκότερες εκείνων του Αυγούστου του 2012! Αυτά τα ολίγα για να φωτιστεί η αλήθεια που χρειάζεται για να στηριχθεί η Νέα Ελλάδα!

Γεωργιος Ν. Σκαρλατος – Αντιπτέραρχος (Ι) – Επίτιμος Υπαρχηγός ΓΕΕΘΑ

Απαγορευτικό

Κύριε διευθυντά
Το επίθετο «απαγορευτικός» έχει γίνει της μόδας τα τελευταία χρόνια και ξεφυτρώνει σε προφορικό και γραπτό δημόσιο λόγο, συνήθως ακαίρως και λανθασμένα. «Απαγορευτικός» σημαίνει αυτός που απαγορεύει, όπως π.χ. «εκδόθηκε απαγορευτικό σήμα από το Λιμεναρχείο για τα πλοία». Δεν σημαίνει «απαγορευμένος», αυτός δηλ. που απαγορεύεται π.χ. από τον νόμο. Παρ’ όλα αυτά συνηθέστερα το συναντούμε με τη δεύτερη, εσφαλμένη σημασία. Αφορμή για τις σκέψεις αυτές έδωσε η πρόσφατη ανάγνωση (σχετικά με την παραίτηση του υφυπουργού Κ. Κουκοδήμου) στην «Καθημερινή» (1/9/2014) ότι «[τα οικονομικά προβλήματα των επιχειρήσεών του] καθιστούσαν ουσιαστικά απαγορευτική την παραμονή του στο κυβερνητικό σχήμα». Στη φράση αυτή (δεν γνωρίζω αν ήταν του βουλευτή ή της εφημερίδας) το «απαγορευτική» χρησιμοποιείται με την τελείως λανθασμένη έννοια του «αδύνατη». Επιτέλους, αν πρόκειται να χρησιμοποιήσουμε μια λέξη, ας ξέρουμε τι ακριβώς θέλουμε να πούμε. Αλλιώς, ας βάλουμε ένα «απαγορευτικό» στον λόγο μας.

Δρ Αντωνης Παπαγιαννης – ιατρός – Θεσσαλονίκη