ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Τα hotspots των προσφύγων

Τα hotspots των προσφύγων

Κύριε διευθυντά
Με την αθρόα εισροή, τον τελευταίο καιρό, προσφύγων κα μεταναστών στη χώρα μας από τα παράλια της Μικράς Ασίας, καθιερώθηκε ήδη επίσημα από τα ΜΜΕ και τον Τύπο η χρήση του κακόηχου όρου hotspot, ειλημμένο από το αγγλικό κείμενο, αντί του κέντρου υποδοχής. Eτσι, «χωρίς περίσκεψη και χωρίς αιδώ», η λέξη, ακατανόητη από το ευρύτερο κοινό, χρησιμοποιείται αλόγιστα, προστιθέμενη στις τόσες άλλες λέξεις, οικονομικής κυρίως υφής, που έχουν κατακλύσει τη γλώσσα μας και χρησιμοποιούνται για λόγους εντυπωσιασμού και ξενομανίας, όπως: funds, capital controls, off shores, swaps, spread, stress test, golden boys και άλλα ηχηρά παρόμοια.

Το φαινόμενο, βέβαια, δεν είναι πρόσφατο· αρκεί μόνο να αναφέρουμε παλαιότερα τη χρήση, και από κυβερνητικά στελέχη, της βουλγαρικής λέξης Μπουργκάς αντί της ελληνικότατης Πύργος, σημαντικής πόλης του Ευξείνου Πόντου, γενέτειρας του Κώστα Βάρναλη.

Η ανεπίτρεπτη αυτή χρήση της ξένης ορολογίας, χωρίς μάλιστα την έγκριση της Ακαδημίας Αθηνών, αρμόδιας για την ένταξη και πολιτογράφηση των ξένων λέξεων στην ελληνική γλώσσα, όπως, άλλωστε, συμβαίνει στις ευρωπαϊκές χώρες, ιδιαίτερα στη Γαλλία, δεν είναι μόνο κατακριτέα, αλλά εγκυμονεί και σοβαρούς κινδύνους που υπονομεύουν το κύρος και την αξία της γλώσσας μας, η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, είναι η μητρική γλώσσα της επιστήμης, της φιλοσοφίας, της τεχνολογίας του σύγχρονου πολιτισμού.

Αναστασιος Αγγ. Στεφος
Πρόεδρος Πανελλήνιας Eνωσης Φιλολόγων

Περί γερμανικών αποζημιώσεων

Κύριε διευθυντά
Το ζήτημα των γερμανικών επανορθώσεων, εξαιτίας και της συναισθηματικά φορτισμένης επικαιρότητας των τελευταίων ετών, έχει απασχολήσει έντονα την ελληνική κοινή γνώμη. Η συνέντευξη του καθηγητή Χάινς Ρίχτερ στην εκπομπή του ΣΚΑΪ «Ιστορίες» της 16ης Φεβρουαρίου, με αφορμή το επίμαχο βιβλίο του για τη Μάχη της Κρήτης, προσέθεσε άλλη μία άποψη αναφορικά με το ζήτημα.

Πέραν του γεγονότος ότι υπάρχει μια συλλήβδην σύγχυση περί αποζημιώσεων, κατοχικού δανείου κ.λπ., παρατηρείται δυστυχώς μια έλλειψη στοιχειώδους επιστημονικής τεκμηρίωσης. Το χειρότερο, δε, είναι ότι κάθε ένα από αυτά τα ζητήματα αντιμετωπίζεται όχι απλώς μεμονωμένα, π.χ. το ζήτημα των επανορθώσεων από τις διώξεις των εγκληματιών πολέμου (Μέρτεν κ.ά.) αλλά και αποκομμένα από τα διεθνώς ισχύοντα.

Για να γίνουμε, λοιπόν, πιο σαφείς, είναι σκόπιμο να παραθέσουμε κάποιες βασικές πληροφορίες, προσπαθώντας να ξεδιαλύνουμε το περίπλοκο κουβάρι των ελληνογερμανικών σχέσεων της περιόδου.

Κατ’ αρχάς, η ελληνογερμανική συμφωνία της Βόννης τον Νοέμβριο 1958 για την παροχή πιστώσεων προς το ελληνικό κράτος είναι λάθος να συγχέεται με τις αποζημιώσεις των θυμάτων του ναζισμού, οι οποίες διανεμήθηκαν μετά τη διμερή συμφωνία του Μαρτίου 1960.

Δυνατότητα διεκδίκησης πολεμικών αποζημιώσεων σε κρατικό επίπεδο δεν υπήρχε, αφού η συμφωνία του Λονδίνου του Φεβρουαρίου 1953 «περί εξωτερικών γερμανικών χρεών» ανέβαλε την καταβολή των γερμανικών επανορθώσεων μέχρι την οριστική επίλυση του γερμανικού ζητήματος, δηλαδή την ενοποίηση των δύο Γερμανιών και την υπογραφή συνθήκης ειρήνης μεταξύ των πρώην εμπολέμων.

Ωστόσο, η ελληνική κυβέρνηση ήδη από τον Ιούνιο του 1956 από κοινού με άλλες 7 ευρωπαϊκές χώρες ζήτησε, μεταξύ των προσώπων που είχε υποχρεωθεί να αποζημιώσει η Γερμανία βάσει διεθνών συμφωνιών και εσωτερικής νομοθεσίας (όσα είχαν μόνιμη κατοικία στη Γερμανία και διώχθηκαν για διάφορους λόγους, «θύματα του εθνικοσοσιαλισμού»), να συμπεριληφθούν και άτομα εκτός Γερμανίας, που διώχθηκαν για λόγους εθνικής δράσεως σε εδάφη που τέλεσαν υπό γερμανική κατοχή. Μάλιστα, η Ελλάδα συνέδεσε εν καιρώ την καταβολή των εν λόγω αποζημιώσεων αφενός με το γερμανικό αίτημα για αναστολή των διώξεων των εγκληματιών πολέμου και εφαρμογή του ν. 2058/1952, αφετέρου με την αποφυλάκιση του συλληφθέντος από τον Μάιο του 1957 Μαξ Μέρτεν. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο γερμανικός Τύπος της εποχής αλλά και η σύγχρονη βιβλιογραφία συνδέουν την υπόθεση Μέρτεν περισσότερο με τις ελληνικές αξιώσεις για την καταβολή αποζημιώσεων, ένα ζήτημα που «έκαιγε» τη Δ. Γερμανία, παρά με τις διμερείς οικονομικές συμφωνίες του 1958 ή άλλα, προσωπικά, κίνητρα.

Η Βόννη αποδέχθηκε μόλις τον Δεκέμβριο του 1958 να καταβάλει αποζημιώσεις σε διωχθέντες για λόγους φυλής, θρησκείας ή ιδεολογίας και σε όσους είχαν υποστεί σοβαρές αναπηρίες. Αντιλαμβανόμενη ότι δεν μπορούσε να αποφύγει τις αποζημιώσεις (ήθελε μάλιστα να τις παρουσιάσει ως «φιλανθρωπικό βοήθημα»), επιχειρούσε με κάθε τρόπο να περιορίσει τους δικαιούχους και άρα τα καταβαλλόμενα ποσά. Γι’ αυτό, άλλωστε, τελμάτωσαν και οι διαπραγματεύσεις με την Αθήνα τον Μάιο του 1959, καθώς οι Γερμανοί θεώρησαν υπερβολικό τον αριθμό των δικαιούχων που είχε υποβάλει η ελληνική πλευρά. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, οι Γερμανοί άρχισαν διαπραγματεύσεις με κράτη που είχαν μικρότερες αξιώσεις (Λουξεμβούργο, Δανία, Νορβηγία), ώστε να υποχρεώσει και όσες χώρες είχαν υψηλές απαιτήσεις (Ελλάδα, Γαλλία) να χαμηλώσουν τον πήχυ των απαιτήσεών τους. Ετσι, τον Φεβρουάριο του 1960, οπότε επανεκκίνησαν οι διαπραγματεύσεις με την Ελλάδα, το γερμανικό υπ. Οικονομικών έκανε λόγο για 60 εκατ. μάρκα, τη στιγμή που οι ελληνικές απαιτήσεις άγγιζαν τα 135 εκατ., προκαλώντας την οργή της ελληνικής αντιπροσωπείας. Τελικώς, επήλθε συμβιβασμός στα 115 εκατ. μάρκα, τα οποία, σύμφωνα με τη συναφθείσα στις 18 Μαρτίου συμφωνία περί «παροχών υπέρ Ελλήνων υπηκόων θιγέντων υπό εθνικοσοσιαλιστικών μέτρων διώξεως», θα καταβάλλονταν σε θύματα ρατσιστικών, θρησκευτικών και ιδεολογικών διώξεων. Το ποσό αυτό θα καταβαλλόταν σε 4 δόσεις έως τον Μάρτιο του 1963. Το άρθρο 3 της συμφωνίας «έκλεινε» κάθε ζήτημα αποζημίωσης, πλην των επιπλέον νομίμων αξιώσεων του άμαχου πληθυσμού (εξαιρούσε τους αντιστασιακούς, τα θύματα των βομβαρδισμών και του λιμού). Το ενδιαφέρον είναι ότι οι Γερμανοί θέλησαν να το επικαλεστούν για να δεσμεύσουν την Ελλάδα, ώστε να μην επανέλθει μελλοντικά με την απαίτηση ρύθμισης περαιτέρω ζητημάτων.

Με την παρέμβαση, όμως, του πρέσβη Θωμά Υψηλάντη, το ζήτημα των αξιώσεων για την καταβολή επανορθώσεων ή άλλων αποζημιώσεων παρέμεινε άθικτο. Να σημειωθεί ότι η γειτονική Γιουγκοσλαβία είχε λάβει το 1956 δάνειο, αντίστοιχο με το ελληνικό του 1958, αλλά με ελάχιστο τόκο, επειδή δήλωσε ότι παραιτούνταν από τη διεκδίκηση του κατοχικού δανείου, κάτι που, όπως έχει αποδειχθεί από τις πρωτογενείς πηγές, ουδέποτε έπραξε η ελληνική κυβέρνηση.

Ακολούθησε μακρά συζήτηση στην ελληνική Βουλή για τις προβλέψεις του νόμου περί διανομής των αποζημιώσεων. Παρά τις επιφυλάξεις της κυβέρνησης Καραμανλή, ώστε να μην περιληφθούν κομμουνιστές, κυρίως εκείνοι που είχαν καταφύγει μετά τον Εμφύλιο στις σοσιαλιστικές χώρες, ο νόμος απέκτησε αρκετά φιλελεύθερο περιεχόμενο, καθώς συμπεριέλαβε και τους Ελληνες ξένης καταγωγής, κυρίως Εβραίους και Αρμενίους, που βάσει του βασιλικού διατάγματος του 1927 έχαναν την ιθαγένειά τους αν μετανάστευαν εκτός Ελλάδος. Μάλιστα, στο Αρχείο Κ. Καραμανλή υπάρχουν δύο σχετικοί φάκελοι Εβραίων διασωθέντων από στρατόπεδα συγκέντρωσης, οι οποίοι, αν και κάτοικοι πλέον Ισραήλ, υπέβαλαν τα απαραίτητα πιστοποιητικά και έλαβαν σε δόσεις την καταλογισθείσα αποζημίωση. Ο ν. 4178/1961, που ψηφίστηκε στις 25 Ιουνίου, καθόριζε και το ύψος ανά περίπτωση (εκτελεσθέντες, αναπήρους κ.λπ.) ή τον χρόνο κράτησης σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στο εξωτερικό και στην Ελλάδα.

Οπως ανέφερε αναλυτικά ο υπουργός Συντονισμού Κωνσταντίνος Μητσοτάκης στις 4 Ιουνίου 1964, η όλη διαδικασία ανατέθηκε βάσει του ν. 4178 στα κατά τόπους πρωτοδικεία, στα οποία είχαν υποβληθεί περίπου 60.000 αιτήσεις και μέχρι τις 30 Απριλίου 1964 είχαν εκδοθεί 42.581 εντολές πληρωμής, που αντιπροσώπευαν 83.901 δικαιούχους, στους οποίους καταβλήθηκε ποσό 675.794.726 εκατ. δραχμών (τα 115 εκατ. μάρκα της συμφωνίας αντιστοιχούσαν σε 857,6 εκατ. δραχμές). Τα υπόλοιπα 140 εκατ. μάρκα θα κάλυπταν την αποζημίωση των περίπου 9.000 αιτήσεων που περίμεναν εκκρεμούσες αποφάσεις των πρωτοδικείων. Συνεπώς, περίπου 90.000 άτομα έλαβαν αποζημιώσεις βάσει της συμφωνίας της Βόννης, όσο πενιχρές και αν ήταν, πράγματι, αυτές. Μάλιστα, το 1974 εξακολουθούσε να υπάρχει αδιάθετο ένα ποσό 8,2 εκατ. μάρκων, καθώς επί χούντας είχε «παγώσει» η διανομή. Το 1975 συνεχίστηκε η διάθεση του ποσού με αναλογικό τρόπο. Τα ελάχιστα χρήματα που απέμειναν, πέρασαν στον κρατικό προϋπολογισμό με απόφαση του υπ. Οικονομικών τον Δεκέμβριο του 1980.

Τέλος, οφείλουμε να αναφερθούμε στη συμφωνία της Βόννης της 8ης Δεκεμβρίου 1961, η οποία υπήρξε αποτέλεσμα της προσφυγής της κυβέρνησης Καραμανλή στο Ομοσπονδιακό Γραφείο Εξωτερικών Αποδόσεων του Μπαντ Χόμπουργκ, στις 14-15 Νοεμβρίου 1955. Η προσφυγή εκείνη αφορούσε τα εμπορικά καπνά εσοδείας 1940, τα οποία αφαίρεσαν ή εξανάγκασαν διά της βίας να πωληθούν οι αρχές Κατοχής, χωρίς να αποζημιώσουν τους παραγωγούς. Με τη συμφωνία αυτή, η Γερμανία κατέβαλε στην Ελλάδα 4,8 εκατ. μάρκα.

ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ
Δρ Νεότερης και Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας Πανεπιστημίου Αθηνών,
υπεύθυνος Ιστορικού Αρχείου Ιδρύματος «Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής»