ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Για τη διδασκαλία Αρχαίων Ελληνικών

Kύριε διευθυντά
Με αφορμή την «απειλούμενη» μείωση των ωρών διδασκαλίας των Αρχαίων Ελληνικών στο γυμνάσιο, ο Τάκης Θεοδωρόπουλος, με άρθρο του στην κυριακάτικη «Καθημερινή» της 5ης Ιουνίου, θέλησε να υπερασπιστεί αυτή τη διδασκαλία, τηρώντας όμως αποστάσεις από τους ιδεολογικούς και πολιτικούς όρους με τους οποίους έχει συζητηθεί κατά καιρούς από καθαρευουσιάνους και δημοτικιστές. Oπως τονίζει: «Το ζήτημα με τη διδασκαλία των Αρχαίων Ελληνικών δεν είναι γλωσσικό. Δεν είναι καν εθνικό. Είναι πολιτισμικό». Γι’ αυτό και ως κύριο επιχείρημα επικαλείται την «αναγνωστική εμπειρία» που προσφέρει η επαφή με τα αρχαία ελληνικά κείμενα στο πρωτότυπο, μιας και «είναι αυτό που εντέλει κρίνει την αξία της εμπειρίας». Και προσθέτει: «Από μετάφραση; Πολύ ωραία. Τότε γιατί θέλουμε τα πρωτότυπα γλυπτά του Παρθενώνα και δεν μας αρκεί η μετάφρασή τους σε γύψινα αντίγραφα;». Προσφυές ομολογουμένως το ρητορικό του ερώτημα, αλλά σηκώνει πολλή συζήτηση. Εδώ θα περιοριστώ απλώς να του υπενθυμίσω, γιατί ασφαλώς το γνωρίζει, πως η γνωριμία του ευρωπαϊκού πολιτισμού με την αρχαία ελληνική γλυπτική και η αναγνώριση του μεγαλείου της βασίστηκαν πρωτίστως σε ρωμαϊκά αντίγραφα. Εξάλλου, τις πλαστικές αξίες ενός εικαστικού έργου τις αναδεικνύει πληρέστερα ένα πιστό αντίγραφό του φτιαγμένο όταν το έργο βρισκόταν ακόμη σε καλή κατάσταση, παρά το ίδιο το πρωτότυπο, αν έχει στο μεταξύ υποστεί σοβαρές φθορές.

Επανέρχομαι στα Αρχαία Ελληνικά. Ως γλώσσα είναι «νεκρή», αφού και ο δεινότερος κλασικός φιλόλογος θα αδυνατούσε να συνεννοηθεί προφορικά με έναν Αθηναίο του 5ου π.Χ. αιώνα. Τα σωζόμενα από την εποχή εκείνη κείμενα –ακριβέστερα οι σωζόμενες νεότερες μεταγραφές τους– δεν είναι βέβαια νεκρά. Και είμαι πρόθυμος να συμφωνήσω με τον Τ.Θ. πως η γνωριμία με την κληροδοτημένη μορφή τους οδηγεί σε αναγνωστική εμπειρία υπέρτερη εκείνης που μπορεί να προσφέρει και η εντελέστερη μετάφρασή τους, ιδιαίτερα αν πρόκειται για έργα ποιητικά. Τούτο, όμως, ισχύει και για πάμπολλα άλλα κορυφαία κείμενα της πολιτισμικής μας παρακαταθήκης, γραμμένα σε διάφορες ξένες γλώσσες. Χωρίς τις μεταφράσεις τους στη γλώσσα μας και οι λογιότεροι από εμάς θα είχαν μια πολύ περιορισμένη άποψη ακόμη και της ευρωπαϊκής γραμματείας. Ας μην ξεχνάμε επίσης πως ένα από τα σημαντικότερα κείμενα που μας κληροδότησε η ελληνόγλωσση αρχαιότητα είναι η μετάφραση της εβραϊκής Βίβλου από τους Ο΄.  Oπως και ο Τ.Θ., «δεν είμαι φιλόλογος, δεν είμαι γλωσσολόγος, ούτε ιστορικός της γλώσσας». Παραμένω πάντως εραστής της κλασικής παιδείας και εύχομαι ολόψυχα την αναβάθμισή της στο πλαίσιο του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Είμαι, ωστόσο, απολύτως πεπεισμένος ότι τη γνωριμία της μαθητιώσας νεολαίας μας με τους θησαυρούς της αρχαιοελληνικής γραμματείας μπορούμε να την προαγάγουμε πρωτίστως με τη διδασκαλία κειμένων της από δόκιμες μεταφράσεις στη ζωντανή μας γλώσσα, όχι μόνο στο γυμνάσιο αλλά και στο λύκειο. Αυτό θα επέτρεπε τη γνωριμία της με περισσότερα κείμενα, κατά προτίμηση ολόκληρα έργα ή μέρη εκτενέστερων έργων με σχετική αυτοτέλεια. Επιπλέον, θα διευκόλυνε την ενεργότερη συμμετοχή των διδασκομένων. Θα μπορούσε, π.χ., έπειτα από ένα εισαγωγικό μάθημα, να τους ζητηθεί να διαβάσουν προσεκτικά σπίτι τους έναν λόγο του Λυσία ή μια τραγωδία του Σοφοκλή σε μετάφραση, ώστε να μπορέσουν στη συνέχεια να μετάσχουν σε μια γόνιμη συζήτηση στην τάξη για το περιεχόμενο και τη μορφή του κειμένου. Στο πλαίσιο μιας τέτοιας διδασκαλίας, όταν το ενδιαφέρον για το κείμενο θα έχει κατά πάσα πιθανότητα αυξηθεί, η ανάλυση επιλεγμένων αποσπασμάτων στο πρωτότυπο θα ενίσχυε την αναγνωστική εμπειρία και θα οδηγούσε σε μια κάποια εξοικείωση με την αρχαία γλώσσα που θα έβαινε αυξανόμενη χρόνο με τον χρόνο. Κατά τη γνώμη μου όμως, η συστηματική διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών μόνο ως γλωσσικό μάθημα επιλογής μπορεί να εισαχθεί στο λύκειο, υποχρεωτικό για όσους επιθυμούν να ακολουθήσουν πανεπιστημιακές σπουδές σε γνωστικά πεδία όπου η επαρκής γνώση της αρχαίας γλώσσας είναι πράγματι χρειαζούμενη. Αντίθετα, θεωρώ εντελώς απαραίτητη, ήδη από το γυμνάσιο, την εξοικείωση των μαθητών με την καθαρεύουσα, μορφή της νεοελληνικής γλώσσας, στην οποία έχουν γραφτεί όχι μόνο ορισμένα αριστουργήματα της λογοτεχνίας μας, αλλά και αναρίθμητα συγγράμματα, δοκίμια, άρθρα, δημόσια έγγραφα και άλλα τεκμήρια, αξιοποιήσιμα σε πολλούς τομείς επιστημονικής έρευνας.  Είχα ήδη γράψει τα παραπάνω όταν στο επόμενο φύλλο της κυριακάτικης «Καθημερινής» διάβασα το άρθρο του Τ.Θ. για τη διδασκαλία των Νέων Ελληνικών. Με τις απόψεις που διατυπώνει σε αυτό συμφωνώ απόλυτα.

Σαββας Κονταρατος – Αρχιτέκτων – πολεοδόμος, ομότ. καθηγητής Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών