ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Το άρχειν ανήκει στον καλύτερο

Κύριε διευθυντά
Οταν το άρθρο 1 του Συντάγματος ορίζει ότι η λαϊκή κυριαρχία είναι θεμέλιο του πολιτεύματος και όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον λαό και υπάρχουν υπέρ αυτού και του έθνους, και ο λαός αντιμετωπίζεται από τους θεσμούς και τις εξουσίες όχι με τους παραπάνω συνταγματικούς προσδιορισμούς, αλλ’ αντιθέτως βασανίζεται και ρίχνεται στον βάλτο της απελπισίας από όχι δημοκρατική άσκηση των εξουσιών.

Οταν με το άρθρο 4: «Οι Ελληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου… Και συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη ανάλογα με τις δυνάμεις τους», και στην πράξη διαπιστώνεται ότι εκείνοι που σώρευσαν αδούλευτο πλούτο δισεκατομμυρίων ευρώ, τα οποία φυγάδευσαν στο εξωτερικό, είναι «ανήμποροι και φτωχοί», και πλούσιοι είναι χήρες και ορφανά, ανάπηροι, εργάτες και μισθωτοί, συνταξιούχοι και μικροϊδιοκτήτες ακινήτων, που αυτοί τάχα μπορούν να συνεισφέρουν.

Οταν με το άρθρο 22 «η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών», και αντ’ αυτού οι θεσμοί και οι εξουσίες αναλώνονται όχι για να βελτιώσουν ηθικές και υλικές συνθήκες ζωής εργαζομένων και συνταξιούχων, αλλά για να τους εξουθενώσουν.

Οταν και ο πλέον αισιόδοξος άνθρωπος καταλαβαίνει πως οι θεσμοί είναι βαριά άρρωστοι, και το πλοίο ταξιδεύει ακυβέρνητο σε τρικυμία.

Οταν, λοιπόν, το πρόβλημα δεν είναι η οικονομική κρίση που ζούμε –τέτοιες έρχονται και παρέρχονται– αλλά η ηθική κρίση των θεσμών και του εαυτού μας, που δεν θέλουμε να τη βλέπουμε.

Τότε, οι επιβαίνοντες με δέος και τρόμο ερωτούν: «Υπάρχει πιθανότητα για ανάστροφη ρότα του ακυβέρνητου πλοίου;».

Αν κυβερνήτης και πλήρωμα ξυπνήσουν και συνειδητοποιήσουν τον κίνδυνο.  Αν θεσμοί, εξουσίες και λαός αποφασίσουν να κόψουν τα μολυσμένα πλοκάμια της διαπλοκής, και κάνουν ο καθένας, ελεύθερος και απεξαρτημένος, το καθήκον και το χρέος που του αναλογεί.  Αν οδοδείκτης της ζωής μας γίνει ο λόγος του Κυρίου: «Μακάριοι οιἱ πεινώντες και διψώντες την δικαιοσύνην ότι αυτοί χορτασθήσονται».

Αν η Δικαιοσύνη, στις περιπτώσεις που δεν το πράττει, πάρει το μαντίλι για να κλείσει τα μάτια της, και σκύψει να σηκώσει την πεταμένη ζυγαριά της για να χρησιμοποιήσει δίκαια ζυγαριά και δράμια, έτσι μόνο ο δικαστής, με καθαρή τη συνείδησή του, μπορεί να κρίνει σωστά, να γίνεται δίκαιος άνθρωπος από τον οποίο: «δεν περιμένεις κανένα κακό, αφού δεν γνωρίζει τον τρόπο να αδικεί» (Μένανδρος). Αν οι ηγέτες και οι διοικούντες γνωρίζουν και πιστεύουν ότι: «Το άρχειν ανήκει στον καλύτερο», καθώς λέει ο Δημόκριτος, και καθήκον τους και μοναδική φροντίδα τους είναι να κάνουν τους πολίτες τους ευτυχέστερους και όχι δυστυχέστερους.

Τότε υπάρχει πράγματι ελπίδα!

Αναστασιος Γ. Λεκκας
Συνταξιούχος δικηγόρος
παρ’ Αρείωῳ Πάγω – ΣτΕ
Πειραιάς