ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Την κατάνυξη διέκοψε κραυγή απόγνωσης: «Κλέψαν το κοπάδι μας»…

Κύριε διευθυντά
Μεγάλη Παρασκευή στον Βόλο. Ο καταγάλανος ουρανός, ο λαμπερός ήλιος και τα μεθυστικά αρώματα των λουλουδιών της αυλής προμήνυαν ότι ο ερχομός της άνοιξης θα ανέτρεπε την παράδοση, που θέλει τούτη τη μέρα μουντή και θλιμμένη. Ο πρωινός καφές, πολυτέλεια και προγραμματισμός. Η ζωή, δύσκολη και πικρή. Λίγο χρώμα τούτες τις γιορτινές μέρες βάλσαμο στις πληγές και δύναμη για το αύριο. Η γειτονιά στην άκρη της πόλης δεν είχε καλά καλά ξυπνήσει και τότε το μαντάτο έπεσε κεραυνός. Τρεις λέξεις αρκούσαν. Τα αυτιά της μάνας ο αποδέκτης. «Κλέψαν τα πράματα», η κραυγή της απόγνωσης! Τίποτε άλλο. Το μηχανάκι με τον γιo δεν σταμάτησε, ούτε καν ελάττωσε ταχύτητα. Επρεπε να βρεθεί άμεσα στον τόπο του εγκλήματος. Μαύρισε η Μεγάλη Παρασκευή! Το λαμπερό της ημέρας σκοτείνιασε. Ξύπνησε η γειτονιά από τις φωνές και τα μαλλιοτραβήγματα της μάνας. Πάει το βιος, πάνε οι κόποι της χρονιάς. Οταν οι παπάδες διάβαζαν τα δώδεκα ευαγγέλια των Παθών και οι πιστοί σταυροκοπιούνταν, κάποιοι ακαμάτηδες, κλέφτες, ληστές αφάνισαν το κοπάδι. Πολλοί οι αμνοί. Ετοιμοι για την πασχαλινή αγορά. Ασήμαντος ο κόπος της αρπαγής, ανύπαρκτος ο κίνδυνος σύλληψης, εύκολη η διάθεση στην αγορά, σίγουρο το κέρδος. Θύματα, φτωχοί άνθρωποι. Ζουν οι δυο τους, μάνα και γιος, από τα λιγοστά έσοδα του μικρού κοπαδιού, σε έναν ενοικιασμένο βοσκότοπο λίγο έξω από την πόλη. Ο γιoς, με πλήρη αξιοποίηση των προσόντων του, συνεισφέρει στο σύνολο κερδίζοντας τα προς το ζην, μακριά από τις καφετέριες. Η μάνα να πληρώσει το ενοίκιο του σπιτιού και ίσως να βοηθήσει με πρόσθετες ενασχολήσεις της και τα άλλα της παιδιά.
Αμεση η προσφυγή στις διωκτικές αρχές. Συνηθισμένα συμβάντα! Από τον Αννα στον Καϊάφα, από τμήμα σε τμήμα και από υπηρεσία σε υπηρεσία. Τα λοξό βλέμμα των οργάνων πρόδιδε βαθμό καχυποψίας. Η δαπανηρή γραφειοκρατία -μέχρι και χαρτί της Αρχαιολογίας προβλέπεται- είχε εμποδίσει τη «νομιμοποίηση» του υπαρκτού κοπαδιού. Μήπως βρούμε και τον μπελά μας; Τελικά, κάποιος φίλος φίλου κατάφερε να ενεργοποιήσει τη «σήμανση». Επιβεβαίωση της κλοπής. Τα ίχνη από το φορτηγό πρόδιδε το μέσο της αρπαγής. «Να ελπίζετε σε θαύμα για την ανεύρεση και σύλληψη των δραστών», η απόφανση των αρμοδίων. «Για αποζημίωση, μην το συζητάτε, αφού δεν υπάρχετε»! Αποκαλυπτική της κατάστασης και της νοοτροπίας η υπόδειξη αστυνομικού οργάνου: «Πάρε κυνηγετικό όπλο να φυλάς το κοπάδι σου»! «Μα μπορεί να σκοτώσω άνθρωπο», αντέτεινε ο γιος. «Ρίξε στον αέρα», η απάντηση.

Φευ! Η Ελλάδα του σήμερα θυμίζει κάτι από τη βαλκάνια επαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπου όσοι δεν ήταν οπλισμένοι κλέφτες και ληστές, έπρεπε να έχουν όπλα για να προστατεύουν το βιoς τους. Η παρακμή είναι διάχυτη και παντού! Ακούει κανείς;

Γιωργος Γκονης, Χειρουργός – Παλλήνη