ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Πού έτρεχαν και τρέχουν οι λογισμοί των εφήβων

poy-etrechan-kai-trechoyn-oi-logismoi-ton-efivon-2339792

Κύριε διευθυντά
Η δρ Βιβή Βασιλοπούλου με την επιστολή της (του Σαββάτου 21/9/2019) παρέθεσε για τους τυχερούς αναγνώστες της «Κ» μια αληθινή πνευματική πανδαισία (βλέπε σχετικώς και υπ’ αρ. 2 ερμηνεία του λήμματος στον Μπαμπινιώτη), στην οποία πρόσθεσε και τον «καλόν οίνον» η φωτογραφία και ιδίως η λεζάντα της «Καθημερινής». Δεν ξέρει κανείς σε τι πρώτον να αποδώσει την εκπληκτική εντύπωση που προκαλεί η περιγραφή της: η πληροφορία για τα ιδιόχειρα αναθήματα αρχαίων εφήβων που διαβάζονται ακόμα στον λιθωματικό διάκοσμο της σπηλιάς της Φολεγάνδρου, σε συνδυασμό με την αντιθετική και ευρηματική συσχέτιση αρχαίας εθιμικής των εφηλίκων (βλέπε και liddel-Scott) και νεότερης των σύγχρονων Ελλήνων δοκιμασίας από τους «Ενήλικους στην Αίθουσα» (που «όλοι μαζί “εφήβευσαν” και ζήσαν ίδια πλάνη» και τόσο κόστισαν στη χώρα), συνεγείρει (και «αγείρει» = συγκεντρώνει, συμφύρει) πλήθος συναισθημάτων, με κυρίαρχο τον θαυμασμό για το πόσα δεν ξέρει και πρέπει να μάθει ακόμη, γηράσκων και αεί διδασκόμενος.

Εξάλλου, η αναφορά στην αυστηρή εποπτεία του «κοσμητή, επόπτη, σωφρονιστή και διατάκτη, τον οποίο συνήθως φοβούνται (οι έφηβοι)», πόσο… νοσταλγικά παραπέμπει στην όχι πολύ αρχαία παιδαγωγική του επιμελητή στα σχολεία, κλασική και εύμολπη (όσο και παιγνιώδη στην υπερβολή της) περιγραφή του οποίου μας δίνει το εμβατήριο το οποίο τραγουδούσαν στις εκδρομές τους οι προπολεμικοί μαθητές και τρόφιμοι του Γυμνασίου και Οικοτροφείου Τσοτυλίου: «Εχουμε δυο ’πιμελητάς-’πιμελητάς/ τον Πόρτη και τον Τσιάτα/ που μας βαρούν αλύπητα/ ακόμα και στη στράτα»! Ομως, οι έφηβοι και οι εφήλικες της κ. Βασιλοπούλου, γεφυρώνοντας το αρχαίο παρελθόν με τις εμπειρίες του παρόντος, ανακαλούν και άλλες μνήμες – ακόμη και προσωπικές.

Οπως το ωραίο ποίημα του Παλαμά για τον έφηβο των Αθηνών: «Εμέ με λεν Δεξίλεω. Εγώ είμαι της Αθήνας το λατρεμένο το παιδί, τ’ αγένειο παλληκάρι. Μ’ ανάθρεψαν τα βροντερά τραγούδια του Τυρταίου και τάραξαν τον ύπνο μου τα όνειρα του Αισχύλου […]». Και όπως (μόνο για τον υπογράφοντα) κάποιοι τολμητίες στίχοι του (ο δύσκολος Μάρκος Μέσκος είχε γράψει στον «Παρατηρητή», τεύχος 2, Σεπτέμβριος 1987, πως «καρφώνονται “σαν πρόκες” στο χαρτί»), οι οποίοι, αναφερόμενοι στον Αηλιά του Τσοτυλίου και στα «χθαμαλώτερα του Βοϊακού υψιπέδου», διαπίστωναν πρωίμως ότι «Ενθάδε κείνται οι λογισμοί/ των αρχαίων εφήβων/ ως λύχνοι υπό τον μόδιον/ της έξωθεν καλής μαρτυρίας/ που ρήμαξε τη ζωή τους/ και της αναιδούς επιστροφής/ που τυμβωρυχεί τα μυστικά τους».

Το επιμύθιο, κύριε διευθυντά, που νομίζω πως θα ταίριαζε σε όλα αυτά, είναι η κοινή πλήθους αναγνωστών σας διαπίστωση για το ζωηρό ενδιαφέρον που παρουσιάζει η καθημερινή, και ιδίως εκείνη κάθε Σαββάτου, σελίδα με τις επιστολές των αναγνωστών της «Καθημερινής».

Γερασιμος Μιχαηλ Δωσσας, Θεσσαλονίκη