ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Η κατεδαφιστική ωμότητα και το ’21

i-katedafistiki-amp-nbsp-omotita-kai-to-amp-rsquo-21-2349533

Κύριε διευθυντά
Oσο το άλας του Εμμανουήλ Ροΐδη είναι λεπτό και διαβρωτικό, τόσο το αλάτι του Νίκου Τσιφόρου είναι χοντροκομμένο και κατεδαφιστικό. Στην αρχή της «Ελληνικής Μυθολογίας» του ειρωνεύεται τον Σεφέρη και το Νομπέλ του, γράφοντας ότι και ο Ομηρος μπορεί να το έπαιρνε, «έτσι κι έγραφε “μονοκοτυλήδονα”…». (Είναι γνωστό το «Δημοτικό τραγούδι» του ποιητή «Τα μονοκοτυλήδονα και τα δικοτυλήδονα/ ανθίζανε στον κάμπο,/ σου το ’χαν πει στον κλήδονα/και σμίξαμε φιλήδονα/ τα χείλια μας, Μαλάμω!».) Ομως ο Τσιφόρος αποτύπωσε εγγράφως και την πεποίθησή του για τη σοβαρότητα του «παγκόσμιου μύθου» όσον αφορά το «Φως. Περισσότερο φως» του Γκαίτε.

Στην ίδια Μυθολογία ερμηνεύει τα τελευταία λόγια του «Γερμαναρά» ως αγωνιώδη έκφραση βιολογικής ανάγκης της στιγμής, όχι ως φωνή αγωνίας «να χυθεί περισσότερο φως εις την ανθρωπότητα. Εις το πνεύμα μας. Να ίδωμεν την αλήθειαν […] Κανείς, γράφει, δεν σκέφτηκε ότι πέθαινε ο άνθρωπος κι ήθελε φως παραπάνω. Θολώσανε τα μάτια του από θάνατο. Σκοτείνιασε η λάμπα. Και κείνη την ώρα δεν του ’κοβε να πει φιλοσοφίες και να κηρύξει μπούρδες…».

Δεν πειράζει που «κανείς δεν σκέφτηκε», το σκέφτηκε ο Τσιφόρος. Αλλά η λέξη «μπούρδες» με έκανε να σκεφτώ ότι η κατεδαφιστική της ωμότητα βρίσκεται σε αντίθεση με τη λεπτεπίλεπτη υφή των εκφράσεων που, με βάναυσες εξαιρέσεις, διατυπώνονται στο πλαίσιο της αναθεωρητικής του «εθνικού μας μύθου» (αλλά και Εθνικού μας Yμνου) καλοπροαίρετης ιστοριογραφικής ή ιστοριοπλαστικής δραστηριότητας, εν όψει των εορτασμών για το 1821.

Ναι. Να μάθουμε όλη την αλήθεια για το ’21. Το πρόβλημα είναι πως είναι τόσο πολλές οι αλήθειες του, αποτελείται από τόσα αντιφατικά και ετερόκλητα στοιχεία, που κάθε επιλογή θα είναι υποκειμενική. Αν λοιπόν γκρεμίσουμε τον εθνικό μας μύθο (και Υμνο), ποιον άλλον να διαλέξουμε; Την ώρα που όλα τα έθνη έχουν ως εθνικό τους αφήγημα έναν τονωτικό της αυτοπεποίθησής τους μύθο; Η αναγνώριση των λαθών και η διάγνωση των ελαττωμάτων –και μάλιστα ως εγγενών και παρόντων ακόμα και εκεί όπου τα αντιπαλεύουν και φέρνουν αποτέλεσμα οι αρετές– και η, σε λίγες περιπτώσεις, θριαμβολογική έπαρση για την «ανακάλυψη» των πρώτων και την απαξίωση των τελευταίων, δεν είναι πάντοτε πανάκεια και υποστύλωση για το «λίγο ψηλότερα» των ποιητών μας. Συχνότατα παράγουν το ελληνιστί εθνικό «ντάουν», που παραβλέπει ο αναθεωρητικός ζήλος. Από τους έγκυρους φορείς του οποίου θα ήταν ίσως αποδεκτή η έκκληση να γίνει «λίγο λιγότερος».

Γερασιμος Μιχαηλ Δωσσας, Θεσσαλονίκη