ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Λήθη, αμνημοσύνη και περί υπομνήσεων

lithi-amnimosyni-amp-nbsp-kai-peri-ypomniseon-2378568

Κύριε διευθυντά
Η λήθη έχει βαρύ ιστορικό, συναισθηματικό και ιδεολογικό-πολιτικό φορτίο στη νεότερη Ελλάδα. Την επικαλέστηκε, πρώτος, ο –σε πολλά προφητικός και «α-λαθής», αλλά και σε κάποια μοιραίως «επι-λαθής»– Σπυρίδων Μαρκεζίνης, στα χρόνια του Εμφυλίου, λίγο πριν τελειώσει η δεκαετία του ’40. Την διακήρυξε ως πολιτικό του πρόγραμμα ο Νικόλαος Πλαστήρας, λίγο μετά την έναρξη της δεκαετίας του ’50. Από τότε χρησιμοποιήθηκε συχνά ως πολιτικό-προεκλογικό σύνθημα σε αναφορά προς τον Εμφύλιο.

Υπό την έννοια αυτή, ο ευστοχών ως προς την επιλογή συνεργατών σε κρίσιμους τομείς πρωθυπουργός, δεν ευστόχησε τελείως στην επιλογή της λέξης «Λήθη», προκειμένου να υπομνήσει στους Ελληνες ότι δεν πρέπει να ξεχάσουμε την τραγωδία της «Μαρφίν», αλλά αντιθέτως να την θυμόμαστε και να αντλούμε το δίδαγμα της αποφυγής του εμφύλιου μίσους, του διχασμού και των τραγικών συνεπειών τους. Η λέξη που θα ταίριαζε πιο πολύ στην περίσταση αυτή, επειδή αποδίδει και το νόημα της υπολανθάνουσας παρασιώπησης, είναι η αμνημοσύνη. Βεβαίως, η σημασία της πρωθυπουργικής παραίνεσης, με το διπλό νόημα, της μνήμης και της καταλλαγής, μένει απαραμείωτη, ενισχυμένη δε και από τη σοβαρή και μετρημένη επίνευση της Προέδρου της Δημοκρατίας, μπορεί να έχει καλά αποτελέσματα.

Κατά τα λοιπά, η λήθη, προερχόμενη από το «λανθάνω», από όπου και το λάθος και η αλήθεια και η έξοχη «Λήθη» του Μαβίλη, και το συνταρακτικό «[…] εάν επιλάθωμαί σου Ιερουσαλήμ […]» της εβραϊκής ιστορίας, έχει να μας διδάξει πολλά για τον πλούτο της διαχρονικής ελληνικής γλώσσας, η οποία διαθέτει πάντα την κατάλληλη λέξη για την απόδοση των πιο λεπτών αποχρώσεων του ενδιάθετου λόγου και των θύραθεν γεγονότων και πραγμάτων.

Γερασιμος Μιχαηλ Δωσσας, Θεσσαλονίκη