ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Μεταφορείς του λόγου της χάριτος

Κύριε διευθυντά
Στην έγκριτη εφημερίδα σας «Καθημερινή» της Κυριακής, της 2/7/2017, στη στήλη «Επιφυλλίδα», σελ. 19, του ελλογιμωτάτου κ. Χρήστου Γιανναρά, δημοσιεύθηκε άρθρο του με τον τίτλο: «Βαβέλ, σε τελικό στάδιο», στο οποίο αναφέρεται σε ατυχή επιστολή Σεβ. Μητροπολίτου της Εκκλησίας προς το ταπεινό μου πρόσωπο και στην «οργισμένη», όπως την αποκαλεί, απάντησή μου. Δυστυχώς ο αγαπητότατος και εξαίρετος επιφυλλιδογράφος καθηγητής κ. Χρήστος Γιανναράς από την απαντητική μου επιστολή στην οποία παρεκάλεσα τον Σεβ. επικριτή μου να μου καταδείξει έστω μία φράση που να ανήκει στην ατελέστατη αντίληψή μου, διότι ό,τι κατά καιρούς έχω ενυπογράφως πάντοτε αναφέρει, μεταφέρει, και μόνο μεταφέρει τον άφθιτο λόγο της θείας αποκαλύψεως της «άπαξ παραδοθείσης πίστεως τοις αγίοις» (Ιου. 3), τον λόγο του Ευαγγελίου και των θεουμένων και θεοφόρων Πατέρων, οι οποίοι μετέχουν κατά την δεκτικότητά τους στην άκτιστη ιδιότητα του Θεού, την αγιότητα, χωρίς να λάβω καμμίαν απάντησι, το μόνο που κατενόησε είναι ότι ο λόγος μου «κραύγαζε την τραγωδία της σύγχυσης γλωσσών και νοημάτων, το σύνδρομο Βαβέλ». Ο αγαπητότατος κ. Γιανναράς «ερμήνευσε» το κατ’ αυτόν πρόβλημά μου αναφέροντας ότι: «ο παραλήπτης της επιστολής έγινε ολοφάνερο ότι καταλαβαίνει την “αλήθεια” σαν ορθότητα – ταυτίζει την αλήθεια με την “αλάθητη” διατύπωση ακριβώς όπως ο Παπισμός και το ΚΚΕ», λησμονεί όμως ότι αυτή η ανάλυσί του πάσχει τρομερά γιατί για την Εκκλησία η αλήθεια δεν είναι διανοητική προσέγγιση ή αναλυτική διαδικασία σαν αυτές που επιχειρεί χρόνια τώρα ο κ. Γιανναράς, αλλά είναι Πρόσωπο. Είναι Εκείνος που είπε «Εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή» (Ιω. 14, 6) και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο για την Εκκλησία η Αλήθεια και εις είναι η πλειονοψηφία, όπως κατεδείχθη ιστορικά με πολλές ληστρικές συνόδους (Εφέσου, Ιερείας, Λυών, Φεράρας-Φλωρεντίας). Βέβαια, ο αγαπητότατος κ. Γιανναράς χρησιμοποιεί τη δική του «διανοητική ορθότητα» για να μας πει εναντιούμενος πρόδηλα στη δισχιλιετή ιστορία και θεολογία της Εκκλησίας ότι «πρέπει κάποτε να φωτιστεί εκκλησιαστικά (δηλαδή συνοδικά) το ερώτημα αν το “περί θεοπνευστίας της Βίβλου” “εφεύρημα των Προτεσταντών” εκφράζει την καθολική συνείδηση της Εκκλησίας... ή αν την υποκαθιστά» (Για την αιωνιότητα της κόλασης, περιοδ. Σύναξη τ. 121, Ιαν.-Μάρτ. 2012, σ. 81), την ίδια στιγμή που διαχρονικά η Εκκλησία διδάσκει διά του ουρανοβάμονος Παύλου, χωρίς να αναμένει το εφεύρημα των Προτεσταντών «πάσα Γραφή θεόπνευστος και ωφέλιμος προς διδασκαλίαν, προς έλεγχον, προς επανόρθωσιν, προς παιδείαν την εν δικαιοσύνη» (Β΄ Τιμ. 3, 16).

Αυτήν την «ορθότητα» που ισχυρίζεται ο αγαπητότατος κ. Γιανναράς ότι χρησιμοποιώ για να κατανοήσω την αλήθεια, χρησιμοποιεί ο ίδιος στο παραπάνω κείμενό του και στη σελ. 83, για να μας πει παραπλησίως με τον Κάρολο Ρώσσελ της Εταιρείας «Σκοπιάς του Πύργου των Μαρτύρων του Ιεχωβά» ότι: «Αν υποστατική αρχή της ύπαρξης του ανθρώπου είναι η κλήση σε σχέση που του απευθύνει ο Θεός, η άρνηση της σχέσης είναι άρνηση της ύπαρξης, ελεύθερη επιλογή της ανυπαρξίας... Ο άνθρωπος που αρνείται την ενεργό κατάφαση στην αγαπητική κλήση του Θεού, και αποκλείει την αγάπη του Θεού, επιλέγει εκούσια την ανυπαρξία».

Επομένως το ερώτημα που έπρεπε να απαντήσει ο κ. Γιανναράς, που ανέλαβε υπερασπιστής του Σεβ. επικριτού μου και που δεν απήντησε εκείνος παρ’ ότι προσεκλήθη δημόσια, είναι ένα: Εχω ποτέ αρθρώσει δικό μου λόγο και αν έχω ποιος είναι, γιατί ο ταπεινός ισχυρίζομαι ότι στην Ορθοδοξία δεν αρθρώνομε δικό μας λόγο, αλλά ανάξια μεταφέρομε τον λόγο της χάριτος που μεταστοιχειώνει τον άνθρωπο, βιούμενος, σε θεοειδή κατά χάριν Θεόν;

Ο Μητροπολίτης Πειραιώς Σεραφείμ