ΔΡΟΜΟΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ - ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΓΕΡΜΑΝΙΑ

Στρατηγικός εταίρος της Ελλάδας η Γερμανία

H Γερμανίδα καγκελάριος Άγκελα Μέρκελ και ο Έλληνας πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης στο Ελληνογερμανικό Οικονομικό Φόρουμ «Όραμα και ευκαιρίες επενδύσεων», στο Βερολίνο.

Ισχυρό το επενδυτικό και εμπορικό «αποτύπωμα» στις ελληνογερμανικές οικονομικές σχέσεις.

Ενα ισχυρό επενδυτικό και εμπορικό «αποτύπωμα» χαρακτηρίζει τις ελληνογερμανικές οικονομικές σχέσεις, διαμορφώνοντας στο πέρασμα των δεκαετιών μια «σταθερά» που προδιαγράφει προοπτικές ακόμη μεγαλύτερης και στενότερης συνεργασίας μεταξύ των δύο χώρων, σε μια περίοδο μάλιστα που λόγω της πανδημικής κρίσης οι διμερείς επαφές αποκτούν για όλες τις χώρες ιδιαίτερη σημασία.

«Ελλάδα και Γερμανία, έχοντας επί δεκαετίες κτίσει σε γερά θεμέλια τις διμερείς τους σχέσεις, προσβλέπουν σε αμοιβαία οφέλη που ξεπερνούν την πανδημική κρίση. Οι προοπτικές περαιτέρω τόνωσης των επενδυτικών, εμπορικών και εν γένει οικονομικών συνεργειών των δύο χωρών, μόλις η υφήλιος “θεραπευτεί” από την Covid-19 και οι αγορές επανέλθουν σε αναπτυξιακούς ρυθμούς, είναι μεγάλες», σημειώνει ο γενικός διευθυντής του Ελληνογερμανικού Επιμελητηρίου, Δρ Αθανάσιος Κελέμης, για να προσθέσει ότι «το Επιμελητήριο θα επιμείνει στη στρατηγική ενίσχυσης όλων των πυλώνων που συνδιαμορφώνουν σήμερα την κοινή πορεία των δύο χωρών. Απώτερος στόχος τους είναι να διατηρήσουν το κτίσιμο μιας σταθερής, ανταποδοτικής, διττής οικονομικής σχέσης, βασισμένης και στη συνδρομή του Ελληνογερμανικού Επιμελητηρίου, το οποίο, λειτουργώντας ως γέφυρα επικοινωνίας μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας, αφενός συνδράμει στην τόνωση των γερμανικών επενδύσεων στην Ελλάδα, αφετέρου στηρίζει την εξωστρεφή δράση όσων ελληνικών επιχειρήσεων επιθυμούν να αποκτήσουν ισχυρή παρουσία στο εξωτερικό». Ο κ. Κελέμης στέκεται ιδιαίτερα και στο θέμα της εκπαίδευσης, επισημαίνοντας ότι, «μέσω του κέντρου DUAL Hellas και της ΑΗΚ Akademie, το Ελληνογερμανικό Επιμελητήριο φέρνει πιο κοντά την εκπαίδευση στην αγορά εργασίας, στηρίζοντας την απασχόληση και, παράλληλα, δίνει στα στελέχη της αγοράς την ευκαιρία της συνεχούς επανακατάρτισης και επανεκπαίδευσης, ώστε να ανταποκρίνονται επιτυχώς σε κάθε μελλοντική πρόκληση».

Για την Ελλάδα, εξάλλου, η Γερμανία λογίζεται εδώ και χρόνια στρατηγικός εταίρος στον τομέα της οικονομίας. Αρκεί κανείς να «μετρήσει» τις καθαρές άμεσες γερμανικές επενδύσεις και θα διαπιστώσει ότι, βάσει στοιχείων της Ελληνικής Στατιστικής Υπηρεσίας (ΕΛΣΤΑΤ) και της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ), κατά την περίοδο 2007-2018 η αξία τους ανήλθε σε 6,33 δισ. ευρώ, ενώ τη δεκαετία της κρίσης υπολογίζεται ότι αυξήθηκαν από 11,5% σε 22%, με αποτέλεσμα να κατέχουν σήμερα το μεγαλύτερο μερίδιο άμεσων ξένων επενδύσεων στην ελληνική οικονομία. Η μεγάλη αύξηση των γερμανικών επενδύσεων στην Ελλάδα το 2017 οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, στην απόκτηση από τη γερμανική Fraport AG των περιφερειακών αεροδρομίων. Πρόκειται για συμφωνία που ολοκληρώθηκε στις 11 Απριλίου 2017 και αφορούσε την παραχώρηση 14 περιφερειακών ελληνικών αεροδρομίων για 40 έτη στην κοινοπραξία Fraport Greece.

Στην Ελλάδα δραστηριοποιούνται 162 επιχειρήσεις συνδεδεμένες με γερμανικά συμφέροντα, στο σύνολό τους μέλη του Ελληνογερμανικού Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου, οι οποίες υποστηρίζουν περί τις 29.000 άμεσες και έμμεσες θέσεις εργασίας. Στην προοπτική, μάλιστα, τόνωσης των επενδυτικών ροών προς την Ελλάδα είναι βέβαιο ότι η συμμετοχή των γερμανικών εταιρειών στην απασχόληση θα ενισχυθεί περαιτέρω. Ενδεικτικά, η λίστα των σημαντικότερων γερμανικών εταιρειών που αναπτύσσουν επιχειρηματική δραστηριότητα στην Ελλάδα περιλαμβάνει τις Deutsche Telekom, Fraport AG, Siemens, Allianz. Lidl, Kraft Foods, Bayer, SAP, Knauf, Böhringer-Ingelheim, Robert Bosch, Miele, Beiersdorf, Henkel, Osram, Schenker και Nokia-Siemens-Networks.

Υψηλό είναι και το επίπεδο των εμπορικών συναλλαγών μεταξύ της Ελλάδας και της Γερμανίας. Σε ετήσια βάση υπολογίζεται ότι οι εισαγωγές από τη Γερμανία διαμορφώνονται στα 6,1 δισ. ευρώ και οι εξαγωγές της Ελλάδας προς την ισχυρότερη οικονομία της Ευρώπης στα 2,1 δισ. ευρώ.

Σύμφωνα με την έρευνα του Ιδρύματος Οικονομικών & Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) που παρουσιάστηκε κατά την πρόσφατη ψηφιακή εκδήλωση «Ελληνογερμανική Ημέρα για την Οικονομία και τις Επενδύσεις», η Γερμανία, από το 2015, καταλαμβάνει την πρώτη και τη δεύτερη θέση στους εξαγωγικούς προορισμούς και στις χώρες προέλευσης εισαγωγών από το 2015, αντίστοιχα. Κατά την περίοδο 2002-2019, περίπου το 12% των εισαγωγών προϊόντων της Ελλάδας προερχόταν από τη Γερμανία, έναντι 7% των εξαγωγών. Κατά το διάστημα 2006-2012 καταγράφηκε κάμψη, ως επί το πλείστον του μεριδίου εισαγωγών, στις συναλλαγές προϊόντων Ελλάδας-Γερμανίας. Ωστόσο, έκτοτε καταγράφεται σταθερότητα τόσο στις εισαγωγές που υποχώρησαν την τετραετία 2006-2012 όσο και στις εξαγωγές.
  
Η Γερμανία ανήκει στους βασικότερους εμπορικούς εταίρους της Ελλάδας και είναι διαχρονικά στις πρώτες θέσεις στους εξαγωγικούς προορισμούς και στις χώρες προέλευσης εισαγωγών. 

Οι εξαγωγές τροφίμων καταλαμβάνουν την πρώτη θέση σε άνοδο μεριδίου στις εξαγωγές προς Γερμανία και ακολουθούν τα φάρμακα και τα βασικά μέταλλα. Διαχρονικά, όμως, καταγράφεται σημαντική πτώση στους κλάδους ένδυσης και αγροτικών προϊόντων.

Μετά το 2010, κατά την έρευνα του ΙΟΒΕ, καταγράφεται σημαντική ενίσχυση εισαγωγών στα χημικά προϊόντα και στα φάρμακα. Οι συγκεκριμένες κατηγορίες προϊόντων καταλαμβάνουν τις δύο πρώτες θέσεις εισαγόμενων προϊόντων από τη Γερμανία το 2019, με την τρίτη και την τέταρτη θέση να καταλαμβάνουν οι κλάδοι της κατασκευής οχημάτων και των τροφίμων. Οι τέσσερις αυτοί κλάδοι αποτελούσαν πέρυσι το 56% των συνολικών εισαγωγών από τη Γερμανία.

Στον τομέα του τουρισμού η Γερμανία λογίζεται για την Ελλάδα ως η δεύτερη μεγαλύτερη πηγή τουριστικού συναλλάγματος. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία του INSETE (αφορούν την προ κορωνοϊού περίοδο), κάθε χρόνο τη χώρα μας επισκέπτονται 4,4 εκατ. Γερμανοί, αποτελώντας το 14,6% του συνόλου των ξένων επισκεπτών. Οι Γερμανοί πραγματοποιούν 42,6 εκατομμύρια διανυκτερεύσεις ετησίως ή το 18,8% του συνόλου των διανυκτερεύσεων και δαπανούν περί τα 2,96 δισ. ευρώ, συμμετέχοντας με περίπου 18,9% στο σύνολο των τουριστικών εσόδων.

Γενικότερα θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι οι Γερμανοί λογίζονται ως υψηλού εισοδηματικού επιπέδου επισκέπτες για την Ελλάδα, καθότι –σύμφωνα πάντα με το INSETE– η μέση διάρκεια διαμονής στη χώρα μας ανά άτομο είναι 9,7 νύκτες και η μέση δαπάνη ανά τουρίστα 675,9 ευρώ.

Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι ο πιο προσφιλής προορισμός για τον Γερμανό τουρίστα είναι στην Ελλάδα η Κρήτη, την οποία επιλέγει για τις διακοπές του ο ένας στους τρεις επισκέπτες. 

Κατά την έρευνα του ΙΟΒΕ, από το 2013 μέχρι το 2018 καταγράφεται αύξηση ταξιδιωτών από τη Γερμανία, ενώ από το 2015 η άνοδος των Γερμανών επισκεπτών είναι ταχύτερη σε σχέση με το σύνολο των ταξιδιωτών.

Ενδιαφέρον έχουν όμως και τα στοιχεία που αποτυπώνουν τη σχέση των δύο χωρών στο πεδίο της εκπαίδευσης, δεδομένου ότι κατά την ακαδημαϊκή περίοδο 2018/2019 ο αριθμός των Ελλήνων σπουδαστών στη Γερμανία ανήλθε σε 7.600 και κατά την ίδια περίοδο ο αριθμός των μαθητών που διδάχθηκαν στην Ελλάδα τη γερμανική γλώσσα στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση έφθασε τις 155.000.

Αξίζει, δε, να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με την Ομοσπονδιακή Στατιστική Αρχή, το 2018 στη Γερμανία διέμεναν περίπου 363.000 Έλληνες, ενώ βάσει στοιχείων της EUROSTAT στην Ελλάδα το 2019 διέμεναν περίπου 11.500 Γερμανοί. 

Σύμφωνα με το Γραφείο Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων Μονάχου, την τελευταία δεκαετία και ιδιαίτερα κατά την περίοδο της οξυμμένης οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα, ένας μεγάλος αριθμός νέων, κυρίως επιστημόνων και επαγγελματιών, μετανάστευσε στη Γερμανία με στόχο την αναζήτηση καλύτερων συνθηκών απασχόλησης. 

Ένα μεγάλο μέρος των Ελλήνων ομογενών απασχολείται στον ευρύτερο τομέα της εστίασης, ενώ ένα αυξανόμενο ποσοστό επιστημόνων και ερευνητών εργάζεται σε εταιρείες υψηλής τεχνολογίας και ερευνητικά ιδρύματα, καθώς και ως ελεύθεροι επαγγελματίες.

Τέλος, στο πεδίο του πολιτισμού είναι γνωστή η αναγνώριση και η αγάπη που τρέφουν οι Γερμανοί για την Ελλάδα. Το ενδιαφέρον που επιδεικνύουν οι Γερμανοί διανοούμενοι, πολιτικοί, επιχειρηματίες, καλλιτέχνες, καθώς και απλοί πολίτες για τον ελληνικό πολιτισμό καλλιεργείται εδώ και αιώνες.

Στην Ελλάδα, εξάλλου, λειτουργούν συνολικά έξι ιδρύματα που υποστηρίζονται από τη Γερμανία, έχοντας στο σύνολό τους «γεννηθεί» πολύ πριν από το 1900. Πρώτος λειτούργησε το 1837 στην Αθήνα ο Ελληνογερμανικός Σύλλογος Φιλαδέλφεια και ακολούθησαν το Ινστιτούτο Γκαίτε, επίσης στην Αθήνα το 1852, και εν συνεχεία το Ινστιτούτο Γκαίτε στη Θεσσαλονίκη το 1855, το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο στην Αθήνα το 1874, η Γερμανική Σχολή Θεσσαλονίκης το 1888 και, τελευταία, η Γερμανική Σχολή Αθήνας το 1896.

– Δρ Αθανάσιος Κελέμης, γενικός διευθυντής του Ελληνογερμανικού Επιμελητηρίου.