ΔΡΟΜΟΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ - ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΓΕΡΜΑΝΙΑ

Οι κλάδοι που στηρίζουν το ΑΕΠ

oi-kladoi-poy-stirizoyn-to-aep0

Τι αναφέρει έρευνα του ΙΟΒΕ για τις προκλήσεις και τις ευκαιρίες των πιο σημαντικών κλάδων της ελληνικής οικονομίας.

Μπορεί να επικρατεί η αντίληψη ότι ο τουρισμός αποτελεί την ατμομηχανή της ελληνικής οικονομίας, όμως η πραγματικότητα είναι ότι ανήκει στους έξι τομείς που παράγουν το 40% της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας της ελληνικής οικονομίας, απασχολώντας περίπου το 41% των εργαζομένων στη χώρα. Αυτό υπενθυμίζει η μελέτη του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών, που παρουσιάστηκε την περασμένη Τετάρτη στην εκδήλωση του Ελληνογερμανικού Επιμελητηρίου («Ελληνογερμανική Ημέρα για την Οικονομία και τις Επενδύσεις»). Ο λόγος λοιπόν για τον αγροτικό τομέα, τη βιομηχανία, τις κατασκευές, τις μεταφορές – αποθήκευση, τον τουρισμό και τις επικοινωνίες, που διαθέτουν ισχυρή επιρροή στην εγχώρια οικονομία. Πώς διαμορφώνονται, με βάση στοιχεία του 2017, οι επιδόσεις του κάθε κλάδου;

Γεωργία

Ο αγροτικός τομέας συνεισφέρει με περισσότερα από 6,2 δισ. ευρώ προστιθέμενης αξίας και έχει σχεδόν τριπλάσια συμμετοχή στο ΑΕΠ σε σύγκριση με τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απασχολώντας περίπου 440.000 άτομα, αριθμός που αντιστοιχεί στο 10,6% της συνολικής απασχόλησης στην Ελλάδα. Οι συνολικές εξαγωγές προϊόντων αγροδιατροφής ενισχύθηκαν την τελευταία δεκαετία και διαμορφώθηκαν στα 5,2 δισ. ευρώ το 2017 από μόλις 3,9 δισ. το 2010, περιορίζοντας το σχετικό εμπορικό έλλειμμα.

Ωστόσο, κατά το ΙΟΒΕ, ο αγροτικός τομέας εμφανίζει διαρθρωτικές αδυναμίες που πρέπει να αντιμετωπιστούν, ώστε να ενισχύσει περαιτέρω τη συμβολή του στην εθνική οικονομία. Ποιες είναι αυτές;
 
Οι μικρές και κατακερματισμένες γεωργικές εκμεταλλεύσεις, δεδομένου ότι ο μέσος όρος έκτασης αγροτικής εκμετάλλευσης είναι 12 στρέμματα, όταν ξεπερνά τα 30 στρέμματα στις υπόλοιπες μεσογειακές χώρες. Αυτό όταν πάνω από τις μισές εκμεταλλεύσεις (κατά μέσο όρο 44% στις υπόλοιπες μεσογειακές χώρες) χαρακτηρίζονται υπερβολικά μικρές, καθώς είναι μικρότερες από 5 στρέμματα. Πάσχει ακόμη από αναποτελεσματική οργάνωση, καθώς το μερίδιο των αγροτικών συνεταιρισμών διαμορφώνεται μόλις σε 20%, ποσοστό που αντιστοιχεί στο ήμισυ του αντίστοιχου στην Ευρώπη (40%).

Μία ακόμη παθογένεια του αγροτικού τομέα αφορά το χαμηλό τεχνολογικό επίπεδο και την τεχνογνωσία, με την Ελλάδα να έχει μείνει πίσω, δεδομένου ότι η παγκόσμια δαπάνη για Έρευνα και Ανάπτυξη (R&D) έχει διπλασιαστεί. Συγκεκριμένα η Ελλάδα δαπάνησε 11 ευρώ ανά 2,5 στρέμματα, σε αντίθεση με την Ευρώπη που δαπάνησε 33 ευρώ ανά 2,5 στρέμματα, ενώ το αντίστοιχο ποσό ανέρχεται σε 19 ευρώ παγκοσμίως.

Επίσης, μόνο το 7% του εργατικού δυναμικού έχει κάποια επαγγελματική εκπαίδευση, σε αντίθεση με την Ευρώπη όπου το αντίστοιχο ποσοστό ανέρχεται σε 50%, ενώ είναι μικρό το ποσοστό των νέων, ηλικίας κάτω των 40 ετών, αγροτών σε σύγκριση με την Ευρώπη (31% των αγροτών).

Η μεγάλη εξάρτηση από επιδοτήσεις, που αντιστοιχούν στο 1/5 της αγροτικής παραγωγής (20%) έναντι 12% στις ευρωπαϊκές χώρες, συνιστά μία ακόμη παθογένεια του αγροτικού τομέα. «Η προστιθέμενη αξία, εξαιρώντας τις επιδοτήσεις, υποχώρησε κατά 13% τα τελευταία 20 χρόνια, ενώ στις μεσογειακές χώρες (Ιταλία, Ισπανία, Γαλλία) αυξήθηκε κατά 15% την ίδια περίοδο», όπως αναφέρει το ΙΟΒΕ. 

Σε όλα αυτά έρχεται να προστεθεί, όπως αναφέρει η έρευνα, η έλλειψη στρατηγικού σχεδιασμού για αποτελεσματική προώθηση και branding των ελληνικών προϊόντων αγροδιατροφής, καθώς πολλά προϊόντα πωλούνται χύμα, με αποτέλεσμα να χάνεται η προστιθέμενη αξία της τυποποίησης. Για παράδειγμα, μόνο το 27% της ελληνικής παραγωγής ελαιολάδου φτάνει σε επίπεδα σήμανσης και branding. Αντίθετα, το ποσοστό αυτό στην Ισπανία φτάνει το 50% και στην Ιταλία το 80%.

Οπως αναφέρει το ΙΟΒΕ, ο αγροτικός τομέας στην Ελλάδα παρουσιάζει σημαντικές προοπτικές ανάπτυξης, εφόσον καταφέρει να προσαρμοστεί στις προκλήσεις. Προς την κατεύθυνση αυτή, απαιτείται η παροχή κινήτρων και δράσεων ενοποίησης ανεξάρτητων αγροτών (ομάδες παραγωγών, συνεταιρισμοί), η δημιουργία συνεταιρισμών με περισσότερο επιχειρηματικό προσανατολισμό, η ενίσχυση συνεργασίας στην εφοδιαστική αλυσίδα μεταξύ βιομηχανίας και αγροτών και η παροχή κινήτρων για επενδύσεις σε σύγχρονο εξοπλισμό. Αναγκαιότητα αποτελούν η συνεργασία πανεπιστημίων, ερευνητικών κέντρων και ιδιωτικών εταιρειών, η δημιουργία προγραμμάτων κατάρτισης, αλλά και κινήτρων προσέλκυσης περισσότερων νέων αγροτών, οι οποίοι ανταποκρίνονται καλύτερα στην προώθηση σύγχρονων μεθόδων παραγωγής και επιχειρηματικών στρατηγικών. 

Κοινό παρονομαστή στο εγχείρημα της «μεταρρύθμισης» του αγροτικού τομέα αποτελεί ο στρατηγικός σχεδιασμός, που περιλαμβάνει την ανάπτυξη επωνυμίας και ταυτότητας προϊόντων (τυποποίηση, branding), την ενδυνάμωση σχέσεων κατά μήκος της εφοδιαστικής αλυσίδας και τον προσανατολισμό στις ανάγκες της αγοράς, τη δημιουργία υποδομών για την αποτελεσματική προώθηση των προϊόντων, όπως υπηρεσίες logistics και μεταφοράς για έγκαιρη παράδοση, και τα μέτρα πολιτικής για την προσέλκυση άμεσων ξένων επενδύσεων στον κλάδο τροφίμων. 
Βιομηχανία

Όπως αναφέρει το ΙΟΒΕ, η συμμετοχή της βιομηχανίας στην Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία (ΑΠΑ) που παράγει η χώρα ενισχύεται από το 2010: μετά την απότομη πτώση στην αρχή της κρίσης, η ΑΠΑ της βιομηχανίας σταθεροποιήθηκε και από το 2015 παρατηρείται ανάκαμψη (24,2 δισ. ευρώ το 2019), έχοντας ενισχυθεί από 11,2% το 2010 σε 14,8% το 2019.

Η απασχόληση στην εγχώρια βιομηχανία, που αντιστοιχεί στο 9,5% της ελληνικής οικονομίας, ανακάμπτει, από το 2016 ξεπέρασε τα 400.000 άτομα το 2019, ενώ το 15% των επενδύσεων το 2017 πραγματοποιήθηκαν από επιχειρήσεις της βιομηχανίας (από 8,1% το 2008). Επιπλέον, η εγχώρια βιομηχανία τροφίμων και ποτών κάλυπτε το 27,6% του συνόλου των επιχειρήσεων της ελληνικής μεταποίησης το 2018 (1η θέση). 

Η ελληνική βιομηχανία τροφίμων και ποτών, όπως αναφέρει το ΙΟΒΕ, αποτελεί τόσο έναν κλάδο δυναμικό και ανταγωνιστικό με έντονη εξωστρέφεια όσο και τον μεγαλύτερο εργοδότη της ελληνικής μεταποίησης, με τους εργαζομένους στη μεταποίηση τροφίμων και ποτών να ξεπερνούν τους 132.000 το 2019. Το 2018 ο κλάδος μείωσε το εμπορικό του έλλειμμα, από τα 1,7 δισ. ευρώ περίπου το 2017 στα 1,3 δισ. ευρώ, ενώ τα μεταποιημένα τρόφιμα και ποτά αποτελούσαν το 10% του συνόλου εξαγωγών το 2018, αντιπροσωπεύοντας το 8,6% του συνόλου των εισαγωγών.

Η Ελλάδα είναι στην πρώτη θέση στην Ευρώπη σε παραγωγή και αποθέματα βωξίτη και στην 4η θέση σε όρους παραγωγής αλουμίνας, ενώ τα προϊόντα αλουμινίου έχουν υψηλή συμμετοχή στο εξαγωγικό εμπόριο της χώρας (10,6%). Απειλή, όμως, για τη βιομηχανία αλουμινίου συνιστά η αύξηση του κόστους παραγωγής (κόστος ενέργειας και δικαιωμάτων εκπομπών) και ο ανταγωνισμός από χώρες με διαφορετικό ρυθμιστικό πλαίσιο και καλύτερη πρόσβαση σε ενεργειακούς πόρους. Υψηλές εξαγωγικές επιδόσεις εμφανίζουν και άλλα προϊόντα που βασίζονται σε εγχώριες ορυκτές πρώτες ύλες, όπως τσιμέντο, μάρμαρα, μεταλλικά και βιομηχανικά ορυκτά, των οποίων η αξία (σε εξαγωγές) ξεπερνάει το 1 δισ. ευρώ, βάσει στοιχείων του 2016.

oi-kladoi-poy-stirizoyn-to-aep0

Στη χημική βιομηχανία δραστηριοποιούνται 950 επιχειρήσεις (2018), από τις οποίες ορισμένες είναι γερμανικών συμφερόντων, με οκτώ στις δέκα να είναι πολύ μικρές (απασχόληση έως εννέα άτομα), ενώ η δραστηριότητά τους επικεντρώνεται στην παραγωγή καταναλωτικών και ειδικών χημικών προϊόντων. Η συνολική αξία παραγωγής της χημικής βιομηχανίας στην Ελλάδα ξεπέρασε τα 2,2 δισ. ευρώ το 2019, η απασχόληση πλησίασε τις 11.400 θέσεις εργασίας (2018) και οι εξαγωγές ξεπέρασαν τα 1,7 δισ. ευρώ το 2019. Ωστόσο, η εγχώρια παραγωγή και κατανάλωση εξαρτώνται σημαντικά από τις εισαγωγές χημικών. Και μπορεί, όπως αναφέρει η μελέτη του ΙΟΒΕ, η δυναμική ανάπτυξη των εξαγωγών και η ενίσχυση της εξωστρέφειας να έδωσαν ώθηση στην εγχώρια παραγωγή, όμως σημαντική ήταν και η άνοδος των εισαγωγών, οι οποίες πλησίασαν τα 4,7 δισ. ευρώ το 2019. 

Παράγοντες με καταλυτική σημασία για την ανάπτυξη της χημικής βιομηχανίας αποτελούν, κατά το ΙΟΒΕ, η στενή συνεργασία της χημικής βιομηχανίας με τα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα στον τομέα των χημικών και βέβαια οι επενδύσεις σε R&D και στην ανάπτυξη καινοτομιών. Απαιτείται ακόμη η προσέλκυση εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού, η βελτίωση του επιπέδου των υποδομών και της αποδοτικότητας της εφοδιαστικής αλυσίδας χημικών, η οποία επηρεάζει σημαντικά τις εξαγωγικές επιδόσεις και την πρόσβαση της χημικής βιομηχανίας σε πρώτες ύλες. Συνιστάται και η ανάπτυξη, όπου είναι εφικτό, συστάδων επιχειρήσεων (clusters) και χημικών πάρκων, η ενίσχυση της αλληλεπίδρασης με άλλες βιομηχανίες και η παροχή φορολογικών κινήτρων για την προσέλκυση επενδύσεων, επιστημόνων και την ενίσχυση της έρευνας.

Πυλώνα της ελληνικής οικονομίας αποτελεί και η οικονομία που παράγει το 3% της προστιθέμενης αξίας της εγχώριας μεταποίησης, ενώ καταγράφεται σημαντική αύξηση των εξαγωγών φαρμάκων την τελευταία δεκαετία – από 1 δισ. ευρώ το 2010 σε 1,9 δισ. ευρώ το 2019. Υπολογίζεται ότι στην παραγωγή φαρμάκου υψηλής εξειδίκευσης εργάζονται περίπου 21.000 άτομα, ενώ η δαπάνη της φαρμακευτικής βιομηχανίας για έρευνα και ανάπτυξη (51 εκατ. ευρώ) αντιστοιχεί στο 5% της συνολικής δαπάνης για Ε&Α στην Ελλάδα.

oi-kladoi-poy-stirizoyn-to-aep1

Σημαντικό κλάδο της ελληνικής μεταποίησης αποτελεί και η κατασκευή πλαστικών υλών και προϊόντων, όπου η αξία παραγωγής παρέμεινε σχετικά σταθερή την τελευταία δεκαετία (2,1 δισ. ευρώ το 2017) και η απασχόληση ανήλθε (2017) σε 11.500 άτομα. Τα προϊόντα από πλαστικό κατέχουν υψηλό μερίδιο στο εξαγωγικό εμπόριο της χώρας (3,8% το 2018), με την αξία των εξαγωγών να διαμορφώνεται σε 1,2 δισ. ευρώ (2018) και να είναι αυξημένη κατά 56,1%, συγκριτικά με το 2009. Αξίζει να σημειωθεί ότι, όπως προκύπτει από την έρευνα του ΙΟΒΕ, για δύο βασικές κατηγορίες προϊόντων, ήτοι πλαστικές συσκευασίες και σωλήνες, η αξία των εξαγωγών ξεπερνά το 50% των συνολικών πωλήσεων. Ενόψει της απαγόρευσης στη χρήση ορισμένων πλαστικών προϊόντων μιας χρήσης, ευκαιρία για την πλαστικοβιομηχανία αποτελεί η ανάπτυξη νέων μονάδων μηχανικής και χημικής ανακύκλωσης πλαστικών και η ανάπτυξη νέων προϊόντων (π.χ. βιοπλαστικά).

Logistics και τουρισμός

Ένας ακόμη κλάδος με ισχυρές προοπτικές ανάπτυξης είναι οι μεταφορές και η αποθήκευση (logistics), με τη γεωγραφική θέση της χώρας να δημιουργεί σημαντικές ευκαιρίες. Η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία του κλάδου τοποθετείται σε 11 δισ. ευρώ, απασχολώντας περισσότερα από 200.000 άτομα.

Αδιαμφισβήτητα, ο τουρισμός έχει ενισχυμένη συμμετοχή στα οικονομικά μεγέθη της Ελλάδας, καθώς η ΑΠΑ που παράγουν οι υπηρεσίες παροχής καταλύματος και οι υπηρεσίες εστίασης ξεπέρασε τα 10,7 δισ. ευρώ το 2017, ενώ περισσότεροι από 358.000 απασχολούνται σε καταλύματα και υπηρεσίες εστίασης στη χώρα. Πριν εκδηλωθεί η πανδημία, ο τουρισμός κατέγραφε εντυπωσιακούς ρυθμούς ανόδου με υπερδιπλασιασμό αφίξεων (31,3 εκατ. το 2019 από 15 εκατ. το 2010) και αύξηση κατά 65,8% των διανυκτερεύσεων την περίοδο 2010-2019.

Σημαντικό μοχλό οικονομικής ανάπτυξης για τη χώρα αποτελεί και ο κλάδος κινητών επικοινωνιών, όπου η Deutche Τelekom έχει ισχυρή παρουσία, ελέγχοντας το 45% του ομίλου ΟΤΕ. Σε όρους ΑΕΠ, η συμβολή του εκτιμάται σε 3,9 δισ. ευρώ το 2018 (ή 2,1% του ΑΕΠ), ενώ οι συνδεδεμένες με τον κλάδο θέσεις εργασίας ανέρχονται στις 59.000 (2018). Η ανάπτυξη του δικτύου 5ης γενιάς (5G), για το οποίο ο διαγωνισμός βρίσκεται σε εξέλιξη, προσφέρει αναπτυξιακές ευκαιρίες για τη χώρα, ενώ η αύξηση της κίνησης δεδομένων σε συνδυασμό με την ενίσχυση των ηλεκτρονικών συναλλαγών από πολίτες και επιχειρήσεις αναμένεται να συνεισφέρει στο ΑΕΠ και στα δημόσια έσοδα, όπως αναφέρει έρευνα του ΙΟΒΕ. ■