Κ ΕΠΙΧΕΙΡΕΙΝ 2022

Οι νέες προτεραιότητες για την τραπεζική εποπτεία

Οι εποπτικές αρχές προσαρμόστηκαν άμεσα για να αντιμετωπίσουν μια πρωτόγνωρη κατάσταση.

Οι νέες προτεραιότητες για την τραπεζική εποπτεία

* O κ. Γιάννης Στουρνάρας είναι διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος.

Το ξέσπασμα της πανδημίας είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ενός αβέβαιου γεγονότος, το οποίο, χωρίς να το έχουν συλλάβει οι κεραίες κανενός από τους αναλυτές κινδύνων, συνέβη και επηρέασε βαθιά την παγκόσμια οικονομία και το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Άλλα γεγονότα, όπως π.χ. η περίπτωση του κινεζικού κατασκευαστικού ομίλου Evergrande, μπορεί να προκαλέσουν αναταραχή στις αγορές, με δυνητικές συνέπειες για τις ευρωπαϊκές οικονομίες και τις τράπεζες. Παρόμοιο παράδειγμα είναι και η γεωπολιτική αβεβαιότητα. Επίσης, η πιο πρόσφατη ενεργειακή κρίση, σε συνδυασμό με τα φαινόμενα συμφόρησης στις διεθνείς αλυσίδες προσφοράς που προκάλεσε η πανδημία, μας έφεραν στο μάτι ενός κυκλώνα που έχει στο επίκεντρό του τη μη αναμενόμενη αύξηση του πληθωρισμού. Τέτοιου είδους κίνδυνοι δεν είναι εύκολο να προβλεφθούν ούτε να ποσοτικοποιηθούν. Μοιάζουν περισσότερο με αβεβαιότητες παρά με κινδύνους, κατά τη διάκριση του Knight.

Θα ξεκινήσω με την πανδημία και τις επιπτώσεις της στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα: Παραφράζοντας τον γνωστό τίτλο της μελέτης των Reinhart και Rogoff, θα έλεγα ότι αυτή η «κρίση» ήταν διαφορετική, με την έννοια ότι, παρά την οξεία παγκόσμια ύφεση το 2020, ο τραπεζικός τομέας παρέμεινε ανθεκτικός. Και αυτό, χάρη στα πρωτοφανή μέτρα στήριξης, δημοσιονομικά, νομισματικά και εποπτικά, που απορρόφησαν τους κραδασμούς στην πραγματική οικονομία. Για την προσεχή περίοδο όμως, το αν υπάρχουν κίνδυνοι για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα παραμένει ένα ερώτημα στο οποίο θα πρέπει να απαντήσουμε.

Παρόλο που η συμπληρωματικότητα μεταξύ δημοσιονομικής, νομισματικής και εποπτικής πολιτικής σήμερα δημιουργεί ένα μείγμα πολύ διαφορετικό, πολύ πιο ρεαλιστικό και πολύ πιο ευέλικτο σε σχέση με τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008-09, εξακολουθούν να υπάρχουν κίνδυνοι για το χρηματοπιστωτικό σύστημα, παλαιοί και νέοι. Αναφορικά με τους νέους κινδύνους, παρά τη συνολική βελτίωση του ρυθμού ανόδου του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ), η πορεία προς την ανάκαμψη παραμένει ακόμα αβέβαιη και άνιση τόσο μεταξύ χωρών όσο και μεταξύ τομέων της οικονομίας. Τα πρωτογενή ελλείμματα της γενικής κυβέρνησης, που πλέον ανέρχονται γύρω στο 7% του ΑΕΠ στην Ευρώπη, θα πρέπει να μηδενιστούν μέσα σε μία διετία περίπου ή να μετατραπούν σε πλεονάσματα σε κάποιες χώρες, ώστε να αποκατασταθεί η δημοσιονομική σταθερότητα και να τεθεί υπό έλεγχο η δυναμική του χρέους, η οποία επιδεινώθηκε σημαντικά λόγω των δημοσιονομικών μέτρων στήριξης που ελήφθησαν για την αντιμετώπιση των συνεπειών της πανδημίας, αλλά και της σοβαρής υφεσιακής διαταραχής που προκάλεσε η πανδημία. Αν αποσυρθούν τα κρατικά μέτρα στήριξης, είναι πιθανό να προκύψουν πτωχεύσεις επιχειρήσεων. Μαζικό κύμα πτωχεύσεων μάλλον δεν αναμένεται να υπάρξει, διότι οι αναπτυξιακές προοπτικές είναι θετικές, αλλά είναι ένα ενδεχόμενο που δεν μπορούμε να αγνοήσουμε. Η πανδημία δεν έχει τεθεί ακόμη υπό έλεγχο, όπως προκύπτει από τις τελευταίες εξελίξεις, ούτε έχει επιλυθεί το πρόβλημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ).

Οι ευάλωτοι δανειολήπτες που δεν υπάγονται πλέον σε μέτρα αναστολής καταβολής δόσεων δανείων (moratoria) είναι δυνατόν να βρεθούν αντιμέτωποι με τη σκληρή πραγματικότητα του νέου οικονομικού περιβάλλοντος στη μετά την πανδημία εποχή. Οι πτωχεύσεις επιχειρήσεων θα μπορούσαν, με τη σειρά τους, να έχουν αρνητικές δευτερογενείς επιδράσεις στα νοικοκυριά, μέσω της απώλειας θέσεων εργασίας και της μείωσης του διαθέσιμου εισοδήματος. Ενδείξεις επιδείνωσης της ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού των τραπεζών είναι ήδη ορατές και δεν αποκλείεται περαιτέρω και απότομη χειροτέρευση μετά την άρση των μέτρων στήριξης (cliff effects).

Εξαιτίας της ύφεσης και των δημοσιονομικών μέτρων στήριξης της οικονομίας που ελήφθησαν ως απάντηση στην πανδημία, οι λόγοι δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ σημείωσαν άνοδο γύρω στις 20 ποσοστιαίες μονάδες κατά μέσο όρο, αντανακλώντας τη διεύρυνση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και την καταγραφή αρνητικών ρυθμών μεταβολής του ΑΕΠ. Κάποιες ευπάθειες αναμένεται να εμφανιστούν, ιδίως για τις υπερχρεωμένες χώρες. Οι ευπάθειες αυτές δεν είναι ορατές προς το παρόν, λόγω των πολύ χαμηλών επιτοκίων. Είναι αβέβαιο αν η κατάσταση αυτή θα συνεχιστεί και στο μέλλον. Επίσης, ενδέχεται να δημιουργηθεί ένας φαύλος κύκλος μεταξύ κρατών και τραπεζών αν δεν υιοθετηθούν οι κατάλληλες πολιτικές. Οι πολιτικές που θα μπορούσαν να αποδυναμώσουν τέτοια ανεπιθύμητα φαινόμενα περιλαμβάνουν την επικείμενη έκδοση ομολόγων της Ε.Ε. στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας Next Generation EU.

Ταυτόχρονα, δεν έχουν εξαλειφθεί οι προϋπάρχοντες κίνδυνοι. Πρώτον, το περιβάλλον πολύ χαμηλών επιτοκίων παραμένει πρόκληση για την κερδοφορία και την ικανότητα εσωτερικής δημιουργίας κεφαλαίου των ευρωπαϊκών τραπεζών. Δεύτερον, ο μη τραπεζικός χρηματοπιστωτικός τομέας, ο οποίος δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κανονιστικών αρχών, διαρκώς μεγεθύνεται, δημιουργώντας αυξημένους κινδύνους και δυνητικά επιτείνοντας την προκυκλικότητα των χρηματοπιστωτικών συνθηκών. Τρίτον, οι κίνδυνοι λόγω της κλιματικής αλλαγής, που μέχρι πρότινος φαίνονταν μακρινό ενδεχόμενο, αποκτούν ολοένα και μεγαλύτερη σημασία στον χάρτη κινδύνων, όπως μαρτυρούν και τα τραγικά συμβάντα του φετινού καλοκαιριού στην Κεντρική και τη Νότια Ευρώπη. Τέταρτον, και ίσως σημαντικότερο, ο τραπεζικός τομέας παραμένει σε μεγάλο βαθμό κατακερματισμένος στην Ε.Ε., λόγω έλλειψης ενός Ευρωπαϊκού Συστήματος Ασφάλισης Καταθέσεων (EDIS), κοινού πλαισίου διαχείρισης κρίσεων και ενιαίου εγχειριδίου κανόνων.

Μπροστά σε αυτή την πρωτοφανή κατάσταση που δημιούργησε η πανδημία, οι εποπτικές αρχές επέδειξαν εντυπωσιακή προσαρμοστικότητα. Τόσο η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΒΑ) όσο και ο Ενιαίος Εποπτικός Μηχανισμός (SSM), αλλά και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες και οι λοιπές εθνικές αρμόδιες αρχές, ανέλαβαν πρωτοβουλίες για να περιορίσουν τις επιπτώσεις στις τράπεζες, όπως μέτρα αναστολής πληρωμών δόσεων δανείων (moratoria), η δυνατότητα των τραπεζών να χρησιμοποιήσουν τα κεφαλαιακά αποθέματα ασφαλείας τους μέχρι τα όρια της κεφαλαιακής απαίτησης του Πυλώνα 2, η τροποποίηση του Κανονισμού για τις Κεφαλαιακές Απαιτήσεις (CRR II «quick fix») κ.λπ.

Ταυτόχρονα, και καθώς ο πιστωτικός κίνδυνος εξακολουθεί να είναι η βασική εποπτική ανησυχία, θέλουμε να διασφαλίσουμε ότι οι τράπεζες θα εξέλθουν υγιείς από την πανδημία. Για τον σκοπό αυτόν, εστιάσαμε ακόμη περισσότερο την προσοχή μας στον βαθμό έκθεσης των τραπεζών σε ευάλωτους τομείς, καθώς και στις πρακτικές διαχείρισης κινδύνου των τραπεζών. Είναι σημαντικό να διασφαλιστεί ότι οι τράπεζες αποτυπώνουν κατάλληλα τους κινδύνους στους ισολογισμούς τους. Είναι εξίσου σημαντικό οι κίνδυνοι αυτοί να αντιμετωπίζονται με εναρμονισμένο τρόπο σε ολόκληρη τη ζώνη του ευρώ. Σήμερα υπάρχουν κάποιες ενδείξεις ανομοιογένειας στη διαχείριση των κινδύνων.

Η βιωσιμότητα των επιχειρηματικών μοντέλων λειτουργίας των τραπεζών είναι μία ακόμη πηγή κινδύνων και συνεπώς χρήζει προσοχής από πλευράς των εποπτικών αρχών. Όπως ανέφερα, το περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων παραμένει μια μεγάλη πρόκληση για τις ευρωπαϊκές τράπεζες, με σαφείς επιπτώσεις στην οργανική κερδοφορία τους και στην ικανότητα εσωτερικής δημιουργίας κεφαλαίου. Η πανδημία επίσης επιτάχυνε τον ψηφιακό μετασχηματισμό στον τραπεζικό τομέα.

Από εποπτική σκοπιά, οφείλουμε να διασφαλίσουμε ότι οι τράπεζες αντιμετωπίζουν τις τυχόν διαρθρωτικές αδυναμίες στο επιχειρηματικό μοντέλο λειτουργίας τους, όπως είναι η δύσκαμπτη διάρθρωση του κόστους, και επίσης οφείλουμε να διευκολύνουμε έναν προσεκτικά σχεδιασμένο ψηφιακό μετασχηματισμό.

Προσβλέπουμε επίσης σε διασυνοριακές συγχωνεύσεις και εξαγορές στη ζώνη του ευρώ και προσπαθούμε να εξαλείψουμε τους παράγοντες που αποτελούν εμπόδιο σε τέτοιες κινήσεις. Το θεσμικό πλαίσιο της εποπτείας στην Ε.Ε. περιέχει πολλά τέτοια εμπόδια (όπως οι ενδοομιλικές απαλλαγές).

Οι νέες προτεραιότητες για την τραπεζική εποπτεία-1

Οι συγχωνεύσεις και εξαγορές θα συμβάλουν όχι μόνο σε πιο βιώσιμα επιχειρηματικά μοντέλα (π.χ. μέσω βελτιστοποίησης του κόστους, γεωγραφικής διαφοροποίησης και βελτίωσης της ικανότητας απορρόφησης των κλονισμών σε τοπικό επίπεδο), αλλά και σε μια βαθύτερη τραπεζική ένωση. Για να ολοκληρωθεί η τραπεζική ένωση, βεβαίως, θα πρέπει να γίνουν και άλλα αναγκαία βήματα, τα οποία δυστυχώς καθυστερούν περισσότερο από όσο θα έπρεπε, ιδίως η δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Συστήματος Ασφάλισης Καταθέσεων (EDIS).

Θα μπορούσα να αναφερθώ πιο διεξοδικά και στους υπόλοιπους κινδύνους που αντιμετωπίζουν οι τράπεζες, καθώς και στις εποπτικές προτεραιότητες όσον αφορά τον κίνδυνο αγοράς, τη διακυβέρνηση, τον λειτουργικό κίνδυνο (όπου περιλαμβάνονται ο κίνδυνος πληροφοριακών συστημάτων και ο κυβερνοκίνδυνος) κ.λπ., αλλά ο χώρος που έχω στη διάθεσή μου είναι περιορισμένος. Γι’ αυτό, θα αναφερθώ επιλεκτικά σε έναν κίνδυνο, αυτόν που συνδέεται με την κλιματική αλλαγή.

Πρόσφατα γεγονότα, όπως οι καταστροφικές πλημμύρες στην Κεντρική Ευρώπη και οι πυρκαγιές σε πολλές μεσογειακές χώρες, κατέδειξαν τις ολέθριες συνέπειες της κλιματικής αλλαγής στη ζωή και στα μέσα διαβίωσης των ανθρώπων, καθώς και τις αρνητικές επιπτώσεις της στην οικονομική δραστηριότητα και στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

Από την πλευρά μας ως εποπτικές αρχές, σκοπεύουμε να παρακολουθούμε προσεκτικά τον βαθμό έκθεσης των τραπεζών σε αυτό το είδος κινδύνου. Ο SSM έχει ήδη πραγματοποιήσει θεματικούς ελέγχους. Το 2022 θα διεξαχθεί ειδική άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων (stress test), προκειμένου να αξιολογηθούν οι πρακτικές που ακολουθούν οι τράπεζες σε σχέση με την κλιματική αλλαγή, ο βαθμός έκθεσης του επιχειρηματικού μοντέλου των τραπεζών σε κλιματικούς κινδύνους, οι δυνητικές επιπτώσεις από τη μετάβαση σε μια οικονομία με ουδέτερο ισοζύγιο άνθρακα και οι φυσικοί κίνδυνοι που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή, με βάση διάφορα σενάρια μελλοντικών εξελίξεων.

Όπως γνωρίζετε, οι κλιματικοί κίνδυνοι είναι ένα θέμα που απασχολεί σοβαρά και τις κεντρικές τράπεζες ως νομισματικές αρχές, διότι επηρεάζουν τη δυνατότητά τους να εκπληρώνουν τόσο τον πρωταρχικό σκοπό τους, που είναι η σταθερότητα των τιμών, όσο και άλλους στόχους που τυχόν θέτουν (προϊόν, απασχόληση, χρηματοπιστωτική σταθερότητα), καθώς και την υποχρέωσή τους να στηρίζουν τις γενικότερες οικονομικές πολιτικές στην Ε.Ε. Μετά την επανεξέταση της στρατηγικής νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ, τα αποτελέσματα της οποίας ανακοινώθηκαν τον Ιούλιο, η κλιματική αλλαγή κατέχει πλέον κεντρική θέση στην αναθεωρημένη στρατηγική μας. Ειδικότερα, αποφασίσαμε τα εξής:

– να ενσωματώσουμε περαιτέρω παραμέτρους σχετικές με την κλιματική αλλαγή στο πλαίσιο νομισματικής πολιτικής,
– να διευρύνουμε τις αναλύσεις που διεξάγονται για σκοπούς εκτίμησης μακροοικονομικών υποδειγμάτων, παραγωγής στατιστικών δεδομένων και νομισματικής πολιτικής, ώστε να συμπεριλαμβάνουν τη διάσταση της  κλιματικής αλλαγής,
– να προσδώσουμε αυξημένη βαρύτητα στα ζητήματα της κλιματικής αλλαγής στο πλαίσιο των πράξεων νομισματικής πολιτικής, ειδικότερα όσον αφορά την κατάλληλη δημοσιοποίηση και αξιολόγηση των κλιματικών κινδύνων, την καταλληλότητα των στοιχείων ενεργητικού που προσφέρονται ως εξασφαλίσεις, καθώς και αυτών που αποκτώνται μέσω των προγραμμάτων αγοράς τίτλων του επιχειρηματικού τομέα, και να υλοποιήσουμε το σχέδιο δράσης συμβαδίζοντας με την πρόοδο που συντελείται στις πολιτικές και τις πρωτοβουλίες της Ε.Ε. στον τομέα της δημοσιοποίησης και της παροχής στοιχείων περιβαλλοντικής αειφορίας.
 
Οι μακροπροληπτικές πολιτικές καλούνται επίσης να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στο σημερινό νομισματικό περιβάλλον και λειτουργούν σε στενή αλληλεπίδραση με τη μικροπροληπτική εποπτεία. Στον τομέα της μακροπροληπτικής πολιτικής, θα πρέπει να επιδιωχθούν μια σειρά προτεραιότητες με στόχο, μεταξύ άλλων, την περαιτέρω εναρμόνιση του ευρωπαϊκού πλαισίου (ιδίως για τη διαχείριση κρίσεων), την κάλυψη των κενών στα εργαλεία πολιτικής και στην πληροφόρηση, τη δημιουργία επαρκών περιθωρίων άσκησης πολιτικής στη διάρκεια του χρηματοπιστωτικού κύκλου κ.λπ. Η μακροπροληπτική πολιτική έχει κρίσιμη σημασία. γιατί όχι μόνο μειώνει την πιθανότητα μιας χρηματοπιστωτικής κρίσης, αλλά και αμβλύνει τις επιπτώσεις της σε περίπτωση εκδήλωσής της.

Πιστεύω ότι μετά την Παγκόσμια Χρηματοπιστωτική Κρίση του 2008/09 διδαχθήκαμε από την εμπειρία μας. Έγιναν ουσιαστικά βήματα προς τη βελτίωση της τραπεζικής εποπτείας παγκοσμίως. Για τον σκοπό αυτόν, είναι εξαιρετικά σημαντικό να προχωρήσει η υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων που εκκρεμούν στο πλαίσιο της Βασιλείας ΙΙΙ.

Ταυτόχρονα, η πρόσφατη αναταραχή που προκάλεσε η πανδημία κατέστησε σαφές ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η εποπτεία από μόνη της δεν αρκεί για να αντιμετωπίσει συστημικά περιστατικά. Οι διευκολυντικές και συντονισμένες δημοσιονομικές πολιτικές, σε συνδυασμό με τη διευκολυντική νομισματική πολιτική, καθώς και τα μέτρα που έλαβαν οι εποπτικές αρχές συνέτειναν στο να αποτραπεί η εκδήλωση μιας βαθιάς οικονομικής και χρηματοπιστωτικής κρίσης παρόμοιας με εκείνη που βιώσαμε πριν από περίπου 13 χρόνια.

Σήμερα, παρά τις βελτιωμένες προοπτικές της ευρωπαϊκής οικονομίας και των ευρωπαϊκών τραπεζών, οι κίνδυνοι για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα παραμένουν. Οι αρχές μικροπροληπτικής και μακροπροληπτικής εποπτείας θα πρέπει να συνεχίσουν να επαγρυπνούν και να παρακολουθούν τη συσσώρευση κινδύνων και τη δημιουργία ανισορροπιών και να αναλαμβάνουν δράση όπου χρειάζεται.