Κ ΕΠΙΧΕΙΡΕΙΝ 2022

Θρυαλλίδα αλλαγών για το λιανικό εμπόριο η πανδημία

Αφίξεις νέων ομίλων, εξαγορές και συγχωνεύσεις μετά τις πρόσφατες μεγάλες επενδύσεις.

thryallida-allagon-gia-to-lianiko-emporio-i-pandimia-561665887

Μία από τις χρονιές με τη μεγαλύτερη κινητικότητα σε ό,τι αφορά τις εξαγορές και τις συγχωνεύσεις επιχειρήσεων εξελίχθηκε το 2021, με την Ελλάδα πλέον να διεκδικεί δυναμικά υψηλή θέση στον κατάλογο των χωρών όπου πραγματοποιούνται σημαντικές επενδύσεις, από ξένα κεφάλαια και μη, και μάλιστα σε κλάδους που θεωρούνται μεν παραδοσιακοί, όπως είναι το λιανεμπόριο και η βιομηχανία τροφίμων, αλλά που την ίδια ώρα έχουν την ιδιότητα να είναι από τους πλέον ευπροσάρμοστους στις διαρκώς μεταβαλλόμενες συνθήκες και ειδικά σε αυτές που δημιούργησε η πανδημία.
Και μπορεί το 2022 να είναι δύσκολο να επαναληφθούν επιχειρηματικές συμφωνίες μεγέθους ανάλογου με αυτού που αφορά την εξαγορά της Chipita από τη Mondelez International, ύψους 1,6 δισ. ευρώ περίπου, οι περισσότεροι ωστόσο προεξοφλούν ότι και η νέα χρονιά θα χαρακτηριστεί από σημαντικές ανακατατάξεις σε ό,τι αφορά τον έλεγχο των εταιρειών μέσα από εξαγορές και συγχωνεύσεις, αλλά και από αφίξεις νέων εταιρειών στην ελληνική αγορά. Και αυτό διότι η ελληνική αγορά θεωρείται αφενός ότι διαθέτει ισχυρή προοπτική ανάπτυξης, αφετέρου ότι μπορεί να αποτελέσει κόμβο για την ανάπτυξη των δραστηριοτήτων μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων στην ευρύτερη περιοχή.

Οι επιταχυντές 

Καθοριστικό ρόλο στην ανάδειξη των ευκαιριών διαδραμάτισε, όσο και αν μοιάζει οξύμωρο, η συνέχιση της πανδημίας για δεύτερη συνεχή χρονιά, καθώς συνέβαλε στην ανάδειξη των πλεονεκτημάτων ορισμένων κλάδων: την ταχεία προσαρμογή τους στα νέα δεδομένα, αλλά και τις αντοχές τους σε αυτό το δύσκολο από πολλές πλευρές περιβάλλον που έχει δημιουργήσει η κυριαρχία της Covid-19 στην παγκόσμια κοινωνία και οικονομία. Άλλοι παράγοντες που αναμένεται ότι θα προσδώσουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στην Ελλάδα είναι οι αλλαγές που προωθούν στο νομοθετικό πλαίσιο για τις ιδιωτικές επενδύσεις, η αλλαγή στην εργατική νομοθεσία, οι πόροι του νέου ΕΣΠΑ και του Ταμείου Ανάκαμψης, καθώς και η τάση επιστροφής στην Ελλάδα καταρτισμένου προσωπικού.

Βεβαίως, υπάρχει ένα μεγάλο «αλλά» στις προβλέψεις για περισσότερες επιχειρηματικές συμφωνίες: η ένταση και η διάρκεια των πληθωριστικών πιέσεων, οι οποίες ήδη προκαλούν τριγμούς στις εθνικές οικονομίες, στα περιθώρια κέρδους των επιχειρήσεων και, σε επόμενο στάδιο, ενδεχομένως και στις πωλήσεις τους, εάν οι ανατιμήσεις οδηγήσουν σε σημαντική μείωση της κατανάλωσης.

Ας δούμε τι συνέβη το 2020 και το 2021 με τον αγροδιατροφικό τομέα, ο οποίος περιλαμβάνει τόσο τη βιομηχανία τροφίμων όσο και τον αγροτικό τομέα. Ο αγροδιατροφικός τομέας κατέγραψε ουσιαστική συγκράτηση την πρώτη χρονιά της πανδημίας, καθώς ο μεν αγροτικός κλάδος πέτυχε διεύρυνση του κύκλου εργασιών κατά 3% σε ετήσια βάση, η δε βιομηχανία τροφίμων υποχώρησε μόλις 1% έναντι 14% της λοιπής βιομηχανίας. Κύριο στήριγμα του κλάδου ήταν οι εντυπωσιακές επιδόσεις σε όρους εξαγωγικής δραστηριότητας, με τις εξαγωγές τροφίμων και ποτών να αυξάνονται κατά 11% το 2020 (έναντι 3% για το σύνολο εξαγωγών εκτός πετρελαίου), σημειώνοντας τη δεύτερη καλύτερη επίδοση μετά τα φάρμακα (+48%).

Εμπορικό πλεόνασμα 

Σύμφωνα δε με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία που αφορούν το οκτάμηνο Ιανουαρίου-Αυγούστου 2021, οι ελληνικές εξαγωγές τροφίμων και ποτών καταγράφουν ανοδική πορεία, ενώ για δεύτερη συνεχή χρονιά η Ελλάδα παρουσιάζει πλεόνασμα σε αυτή την κατηγορία προϊόντων. Στο εξεταζόμενο οκτάμηνο, η αξία των εξαγωγών τροφίμων και ποτών ανήλθε σε 4,44 δισ. ευρώ έναντι 3,95 δισ. ευρώ το αντίστοιχο διάστημα του 2020 και 3,51 δισ. ευρώ το οκτάμηνο Ιανουαρίου-Αυγούστου 2019. Σε σύγκριση δηλαδή με το 2020, η αξία των ελληνικών εξαγωγών στον κλάδο τροφίμων και ποτών έχει αυξηθεί κατά 12,4%, ενώ καταγράφεται πλεόνασμα 350 εκατ. ευρώ. Αύξηση κατά 6,2% σε σύγκριση με το οκτάμηνο του 2020 και κατά 9% με το οκτάμηνο του 2019 παρουσιάζει ο όγκος των ελληνικών εξαγωγών τροφίμων και ποτών. Το 2021 εξήχθησαν 3,23 εκατ. τόνοι έναντι 3,04 εκατ. τόνων το 2020 και 2,72 εκατ. τόνων το 2019.

Για να αντιληφθεί κάποιος καλύτερα το αποτύπωμα της βιομηχανίας τροφίμων στην ελληνική οικονομία, αρκεί να δει τα ακόλουθα στοιχεία: το 2018 η εγχώρια βιομηχανία τροφίμων και ποτών κάλυπτε το 28,5% του συνόλου των επιχειρήσεων της ελληνικής μεταποίησης, γεγονός που την καθιστά πρώτη ανάμεσα στους κλάδους της μεταποίησης. Ταυτόχρονα συνιστά και τον μεγαλύτερο εργοδότη της εγχώριας μεταποίησης, αφού σε αυτόν εργάζεται το 36,8% του συνόλου των απασχολουμένων.

Ωστόσο, και σε αυτόν τον κλάδο, το 88% των επιχειρήσεων (13.355 επιχειρήσεις) είναι πολύ μικρές, με έως εννέα εργαζομένους, με τις πολύ μεγάλες επιχειρήσεις, αυτές που απασχολούν πάνω από 250 εργαζομένους, να είναι μόλις… 61! Αυτές φυσικά συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο μέρος της αξίας παραγωγής, 39%, σύμφωνα με την τελευταία έκθεση του ΙΟΒΕ για τη βιομηχανία τροφίμων, και της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας, και δη το 42%. Οι μεγάλες επιχειρήσεις (50-249 εργαζόμενοι) είναι 248. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη της Εθνικής Τράπεζας, η προσέγγιση των επιδόσεων λοιπών ευρωπαϊκών χωρών θα μπορούσε να έχει όφελος σε όρους προστιθέμενης αξίας ύψους 13 δισ. ευρώ για τον αγροδιατροφικό τομέα.

Το παραπάνω φαίνεται ότι το έχουν αντιληφθεί αρκετές επιχειρήσεις τροφίμων στην Ελλάδα, και έτσι εντός του 2021 είδαμε, μέσα από εξαγορές, όχι μόνο να μεγαλώνουν το μέγεθός τους, αλλά και να διευρύνουν το χαρτοφυλάκιο των προϊόντων τους. Έτσι, εταιρείες που παραδοσιακά είχαν ως αντικείμενο την παραγωγή μιας συγκεκριμένης κατηγορίας προϊόντων, για παράδειγμα γαλακτοκομικά, αποκτούν τόσο εταιρείες με παρόμοιο αντικείμενο όσο και εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην παραγωγή άλλων προϊόντων.

thryallida-allagon-gia-to-lianiko-emporio-i-pandimia0

Από βιομηχανίες σε ομίλους τροφίμων 

Τον χορό των επιχειρηματικών συμφωνιών στα τρόφιμα άνοιξε, στις αρχές του 2021, το fund Elikonos Capital Partners, το οποίο επένδυσε 4 εκατ. ευρώ στη «Μέγας Γύρος», κατέχοντας πλέον το 20% του μετοχικού της κεφαλαίου. Η δραστηριότητα του εν λόγω fund στον κλάδο των τροφίμων συνεχίστηκε μέσα στο 2021, καθώς τον Φεβρουάριο ανακοίνωσε ότι συνεπενδύει 11 εκατ. ευρώ με το fund EOS Capital Partners (εκ των οποίων τα 4 εκατ. ευρώ το Elikonos) για την εξαγορά μειοψηφικής συμμετοχής στην εταιρεία Eurocatering, γνωστή κυρίως από τις έτοιμες συσκευασμένες σαλάτες με την επωνυμία «Φρεσκούλης». Στα τέλη Ιουλίου, η «Μινέρβα Ελαιουργική», μέτοχος της οποίας είναι το εν λόγω fund, εξαγόρασε την εταιρεία «Mediterranean Foods», γνωστή κυρίως από τη μουστάρδα Brava. Τον Μάρτιο προηγήθηκε η εξαγορά από τη «Μινέρβα» των σημάτων Pummaro και Pelargos από τη Unilever, καθώς και το εργοστάσιο παραγωγής τοματικών προϊόντων στη Γαστούνη. Πλέον η «Μινέρβα», που μέχρι πριν από λίγα χρόνια τη γνωρίζαμε μόνο από το ελαιόλαδο και τις μαργαρίνες, διαθέτει ένα χαρτοφυλάκιο που περιλαμβάνει ελαιόλαδο και τυροκομικά προϊόντα, προϊόντα ξιδιού, τομάτας, βιολογικά προϊόντα και λειτουργικά τρόφιμα.

Λίγο πριν τελειώσει το 2021, η «Μέλισσα Κίκιζας», η γνωστή βιομηχανία ζυμαρικών, η οποία το 2019 είχε διεκδικήσει τη «Μινέρβα», εξαγόρασε το 100% του μετοχικού κεφαλαίου της ελαιουργικής εταιρείας Terra Creta, διευρύνοντας επίσης σημαντικά το χαρτοφυλάκιο των προϊόντων της, καθώς εισήλθε στην κατηγορία του ελαιολάδου, ενώ ενισχύει το εξαγωγικό της αποτύπωμα, καθώς το 95% των πωλήσεων της κρητικής εταιρείας προέρχεται από τις εξαγωγές.

Ένα ακόμα fund, το SMERemediumCap («SMERC»), επικεφαλής του οποίου είναι επίσης πρώην τραπεζίτης, ο κ. Νίκος Καραμούζης, εισήλθε στον κλάδο των τροφίμων, αποκτώντας τον Μάρτιο του 2021 ποσοστό στην εξαγωγική εταιρεία φρέσκων φρούτων «Krop», η οποία εξάγει σε ετήσια βάση 25.000 τόνους φρούτων, συνεργαζόμενη κυρίως με μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ στην Κεντρική και στην Ανατολική Ευρώπη.

Στον κλάδο των γαλακτοκομικών είχαμε τέσσερις μεγάλες εξαγορές, οι οποίες όλες με κάποιον τρόπο συνδέονται μεταξύ τους. Ο λόγος βεβαίως για την εξαγορά της Vivartia –η οποία φυσικά δεν έχει μόνο τη ΔΕΛΤΑ, αλλά πολλές άλλες θυγατρικές τροφίμων– από το fund CVC, η απόκτηση στη συνέχεια επίσης από το fund CVC πλειοψηφικού πακέτου μετοχών της «Δωδώνης», η πώληση του 43,2% της ΜΕΒΓΑΛ από τη ΔΕΛΤΑ στη Μαίρη Χατζάκου και στον Σπύρο Θεοδωρόπουλο και η εξαγορά από τη ΔΕΛΤΑ του 100% της εταιρείας «Δανιήλ Σ Γκατένιο & Υιός Α.Ε.», η οποία δραστηριοποιείται στην εισαγωγή, στην εξαγωγή και στην εμπορία γαλακτοκομικών και τυροκομικών προϊόντων στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η Vivartia, υπό τον έλεγχο του CVC πλέον, προχώρησε και σε μία ακόμα εξαγορά με στόχο την ενίσχυση της θέσης της σε μία από τις πλέον ανθεκτικές κατηγορίες τροφίμων τα τελευταία χρόνια, από το 2015 και έπειτα, αυτή των κατεψυγμένων τροφίμων. Συγκεκριμένα, η Vivartia αύξησε σε 75% το ποσοστό της στις εταιρείες «Ελληνική Ζύμη» και «Άλεσις», οι οποίες ήταν ήδη θυγατρικές της –στην πραγματικότητα, θυγατρικές της «Μπάρμπα Στάθης»– κατά 49% και 51% αντιστοίχως.

Δύο εξαγορές στον συγγενή κλάδο της αρτοποιίας είχαμε την άνοιξη. Η βελγική Lorraine Bakery εξαγόρασε το 50% της Bake Hellas, ενώ η SwitzGroup, που ελέγχεται από την οικογένεια Χορακιγουάλα, ινδικής καταγωγής, μετά την εξαγορά της «Κρητών Άρτος» το 2019, προχώρησε φέτος στην εξαγορά του 70% της γνωστής αλυσίδας παραγωγής και εμπορίας κουλουριών «Κουλουράδες».

Η πλέον ηχηρή επιχειρηματική συμφωνία, βεβαίως, είναι αυτή που αφορά την εξαγορά της Chipita από τη Mondelez, συμφωνία που αναμένεται να «πυροδοτήσει», με τη σειρά της, νέες συμφωνίες. Και αυτό διότι κανείς δεν θεωρεί ότι ο κ. Σπύρος Θεοδωρόπουλος, επικεφαλής της Chipita, θα… βγει στη σύνταξη μετά την ολοκλήρωση της συναλλαγής. Ήδη έχει συσταθεί η Chipita Foods, στην οποία έχουν μεταβιβαστεί τα περιουσιακά στοιχεία της παλιάς Chipita, τα οποία δεν εξαγόρασε η Mondelez, μεταξύ αυτών και η αλλαντοβιομηχανία «ΝΙΚΑΣ». Ο κ. Θεοδωρόπουλος ήδη εισήλθε στον κλάδο των γαλακτοκομικών, μέσω της συμμετοχής του στη ΜΕΒΓΑΛ, ενώ έχει δραστηριότητα και στις υδροπονικές καλλιέργειες, μέσω της εταιρείας Wonderplant. H τελευταία έχει καταθέσει επιχειρηματικό σχέδιο για την ανάπτυξη υδροπονικών καλλιεργειών στις περιοχές απολιγνιτοποίησης στη Δυτική Μακεδονία.

Έντονη κινητικότητα υπήρξε και στον κλάδο του εμφιαλωμένου νερού, η οποία αναμένεται να συνεχιστεί και το 2022 από τους ηγέτες της κατηγορίας, ενώ μέσα στο 2022 αναμένεται να έχει ολοκληρωθεί και η μεταβίβαση της εταιρείας κατεψυγμένων αλιευμάτων «Καλλιμάνης» στην τουρκική Dardanel.

Γαλακτοκομικά και κατεψυγμένα στο επίκεντρο 

Τι επιφυλάσσει το 2022 στον κλάδο των τροφίμων; Η απόκτηση της Vivartia από το fund CVC αναμένεται ότι θα συνεχίσει να πυροδοτεί άμεσα και έμμεσα επιχειρηματικές συμφωνίες καταρχάς στον κλάδο των γαλακτοβιομηχανιών. Η «Δωδώνη» θα επιδιώξει να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στον νέο γύρο συγκεντρώσεων στον κλάδο των τροφίμων, ο οποίος αναμένεται το 2022, με στόχο να μετεξελιχθεί σε όμιλο τροφίμων. Με άλλα λόγια, στο επενδυτικό της «ραντάρ» βρίσκονται γενικότερα εταιρείες τροφίμων και όχι εταιρείες του κλάδου των γαλακτοκομικών και τυροκομικών προϊόντων.

Τα πρώτα σημάδια προς αυτή την κατεύθυνση είχαν φανεί το 2019, όταν η Lime Capital Partners (βασικός μέτοχος της «Δωδώνης» τότε) εξαγόρασε το 44,3% της Unismack, η οποία παρασκευάζει λειτουργικά σνακ. Οι συνέργειες έχουν οδηγήσει στην παρασκευή σνακ με φέτα, το οποίο ήδη πωλείται στο εξωτερικό και πρόκειται να τοποθετηθεί και στην ελληνική αγορά.

Μέσω εξαγορών αναμένεται πιθανώς και η επέκταση της «Ελληνικά Γαλακτοκομεία» (γνωστή κυρίως από το σήμα «Όλυμπος»). Άλλωστε, έτσι έχει μεγαλώσει στο πέρασμα των δεκαετιών η εταιρεία που ξεκίνησε ως μια μικρή τυροκομική επιχείρηση το 1985 με την επωνυμία ΤΥΡΑΣ. Ο όμιλος πλέον, που σήμερα πραγματοποιεί τζίρο της τάξης των 327 εκατ. ευρώ, επεκτάθηκε την τελευταία διετία στις κατηγορίες των αναψυκτικών και του εμφιαλωμένου νερού, μέσω των εξαγορών των εταιρειών «Κλιάφας» και «Δουμπιά», εξετάζει το ενδεχόμενο εξαγοράς μονάδων για την περαιτέρω ενίσχυση του χαρτοφυλακίου του στα φυτικά προϊόντα (plant based).

Στόχος εξαγοράς –η ίδια άλλωστε αναζητούσε επενδυτές το προηγούμενο διάστημα– φέρεται να είναι και γνωστή γαλακτοβιομηχανία στη βόρεια Ελλάδα, με ισχυρές επιδόσεις κυρίως στο γιαούρτι και με έντονη εξωστρέφεια, ενώ κινητικότητα εξακολουθεί να υπάρχει και στις εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην κατηγορία της κατεψυγμένης ζύμης.

Οι εταιρείες που ηγούνται αυτών των κατηγοριών αναμένεται να είναι αυτές που θα πρωταγωνιστήσουν και στις εξαγορές, ενώ καθοριστικό ρόλο αναμένεται ότι θα συνεχίσουν να έχουν κυρίως τα ελληνικά επενδυτικά funds, επιταχύνοντας τις συνενώσεις μικρότερων, κυρίως, αλλά πολύ δυναμικών επιχειρήσεων του κλάδου.

Εξαγορές στα σούπερ μάρκετ

Εξελίξεις αναμένονται, όμως, και σε έναν άλλο κλάδο, αυτόν του λιανεμπορίου, ο οποίος και το 2021 χαρακτηρίστηκε από έντονες εσωτερικές διαφοροποιήσεις. Έτσι, το μεν οργανωμένο λιανεμπόριο τροφίμων, ο κλάδος των σούπερ μάρκετ, συνέχισε την ανοδική του πορεία, έστω και με βραδύτερο ρυθμό σε σύγκριση με αυτόν που καταγράφηκε το 2020, το δε υπόλοιπο λιανεμπόριο ανέκαμψε σε σημαντικό βαθμό, χωρίς βεβαίως να αντισταθμιστούν οι μεγάλες απώλειες του 2020, καθώς σχεδόν όλο το πρώτο τρίμηνο του 2021 βρισκόταν σε καθεστώς lockdown.

Στο επίκεντρο των εξελίξεων αναμένεται να βρεθεί ο κλάδος των σούπερ μάρκετ για τέσσερις κυρίως λόγους: Πρώτον, ο βαθμός συγκέντρωσης στον κλάδο αυξήθηκε μεν τα τελευταία χρόνια και ειδικά την περίοδο 2016-2018, όμως παραμένει χαμηλός σε σύγκριση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες. Δεύτερον, μετά την εκρηκτική αύξηση πωλήσεων αλλά και κερδών το 2020, η οποία «θόλωσε» ελαφρώς την εικόνα, οι εταιρείες μπορούν να κάνουν πιο εύκολα τον απολογισμό και τον σχεδιασμό τους. Το 2021, τα σούπερ μάρκετ συνέχισαν, βεβαίως, την ανοδική τους πορεία, με βραδύτερο όμως ρυθμό (2% στο δεκάμηνο Ιανουαρίου-Οκτωβρίου, σύμφωνα με στοιχεία της NielsenIQ). Τρίτον, η γρήγορη επέκταση δικτύου έρχεται μόνο μέσα από εξαγορές υφιστάμενων εταιρειών, μικρών και μεγάλων. Η επιβράδυνση του ρυθμού αύξησης, σε συνδυασμό με την πίεση στα λειτουργικά κέρδη που ασκούν ήδη οι πληθωριστικές πιέσεις κυρίως στις πιο «ευάλωτες» εταιρείες, τις καθιστά πιο συμφέρουσες προς εξαγορά σε σύγκριση με λίγους μήνες πριν. Με άλλα λόγια, χαμηλώνει το τίμημα που καλούνται να πληρώσουν οι εν δυνάμει αγοραστές.

Το fund CVC έχει πρωταγωνιστήσει και σε αυτόν τον κλάδο, σε επίπεδο τουλάχιστον φημών, καθώς φέρεται να ενδιαφέρεται να εξαγοράσει και αλυσίδα σούπερ μάρκετ, συνεργαζόμενο μάλιστα με έτερη αλυσίδα σούπερ μάρκετ. Το ότι την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές κάτι τέτοιο δεν έχει γίνει δεν σημαίνει ότι δεν πρόκειται να υλοποιηθεί το επόμενο διάστημα. Την ίδια ώρα, πάντως, οι παραδοσιακοί εγχώριοι «παίκτες» σχεδιάζουν την επέκτασή τους μέσω εξαγορών, με τη «Γαλαξίας» να υλοποιεί τέτοιο σχέδιο και τη METRO AEBE επίσης να εξετάζει διάφορες περιπτώσεις. Οι τεχνολογικές εξελίξεις στον κλάδο, που υπερβαίνουν το απλό ηλεκτρονικό κατάστημα, η μετεξέλιξη των σούπερ μάρκετ από μεγάλα παντοπωλεία σε πολυκαταστήματα και εστιατόρια και η έντονη κινητικότητα στη μικρή λιανική, λόγω και της εμπλοκής των ψηφιακών πλατφορμών (efood, wolt κ.ά.), καθιστούν εκ των ων ουκ άνευ την ισχυροποίηση των μεγάλων αλυσίδων.

Τα big boxes φέρνουν συγκέντρωση 

Οι τεχνολογικές εξελίξεις σε μεγάλο βαθμό και οι νέες καταναλωτικές τάσεις που αναδείχθηκαν λόγω των αλλαγών στον τρόπο ζωής που επέφερε η πανδημία είναι αυτές που καθορίζουν τις ανακατατάξεις και στο υπόλοιπο λιανεμπόριο. Από πλευράς κατηγοριών προϊόντων, σε άνοδο θα εξακολουθήσουν να βρίσκονται τα αθλητικά είδη και τα είδη σπιτιού, ενώ η ανάγκη των καταναλωτών να κάνουν τις αγορές τους σε μεγάλους χώρους, όπου δεν θα υπάρχει συνωστισμός ούτε ουρές αναμονής, επαναφέρει στο προσκήνιο τα μεγάλα καταστήματα, γνωστά ως big boxes. Σε αυτά, ωστόσο, αναπόφευκτα μπορούν να επενδύσουν μόνο οι μεγάλες αλυσίδες, όπως άλλωστε και συμβαίνει. Πόλο έλξης για τις λιανεμπορικές αλυσίδες και τους καταναλωτές αποτελούν πλέον τα μεγάλα και ανοιχτά εμπορικά κέντρα και εμπορικά πάρκα, τα επικείμενα εμπορικά κέντρα στο Ελληνικό, αλλά και η αναζωογόνηση του ιστορικού κέντρου της Αθήνας. Είναι γνωστό, άλλωστε, ότι μία από τις πλέον δημοφιλείς αλυσίδες, η Primark, αναζητεί μεγάλα ακίνητα σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, ενώ έχει βολιδοσκοπήσει και το Ελληνικό. Παράλληλα, την είσοδό της στην ελληνική αγορά το 2022 ανακοίνωσε και η εκπτωτική πολωνική αλυσίδα Pepco.

Εκτός από τις δημοφιλείς, λόγω χαμηλών τιμών, αλυσίδες, που ενδιαφέρονται να δραστηριοποιηθούν στην ελληνική αγορά, ευκαιρίες βλέπουν και οι δημοφιλείς αλυσίδες – οίκοι πολυτελών ειδών, καθώς η χώρα αναμένεται ότι θα συνεχίσει να προσελκύει ξένους τουρίστες, και μάλιστα τα επόμενα χρόνια –λόγω και της πανδημίας– πιο εύπορους τουρίστες. Για παράδειγμα, ο οίκος Louis Vuitton, που ήδη διαθέτει τρία καταστήματα στην Ελλάδα, σχεδιάζει τη δημιουργία 4-5 καταστημάτων ακόμα.

Σε ό,τι αφορά τις εξαγορές και τις συνεργασίες, αυτό που επισημαίνουν οι παράγοντες της αγοράς είναι ότι η εξαγορά του 80% της ελληνικής αλυσίδας αθλητικών ειδών Cosmos Sport από τη βρετανική JD Sports Fashion Plc δεν πρέπει να θεωρείται μεμονωμένη περίπτωση. Αναμένεται να ακολουθήσουν κι άλλες εξαγορές ή συνεργασίες σε επίπεδο ανάπτυξης ξένων σημάτων από ελληνικές εταιρείες, μέσω αποκλειστικής συμφωνίας δικαιόχρησης (franchising).

Στην τελευταία έρευνα της ΕΥ για τους πιο ελκυστικούς επενδυτικούς προορισμούς στην Ευρώπη, η Ελλάδα κατατάχθηκε για πρώτη φορά στην πρώτη δεκάδα, αμέσως μετά τις έξι ισχυρότερες οικονομίες της ηπείρου και το Βέλγιο. Μένει να δούμε εάν αυτό θα αποδειχθεί και τα επόμενα χρόνια.