Κ ΕΠΙΧΕΙΡΕΙΝ

Η διπλή πρόκληση των ελληνικών τραπεζών

Η διπλή πρόκληση των ελληνικών τραπεζών

Αντιμέτωπες με μια διπλή πρόκληση είναι οι τράπεζες, οι οποίες καλούνται εν μέσω των δύσκολων συνθηκών που δημιουργεί η ένταση της πανδημίας να επιτελέσουν τον ρόλο τους ως χρηματοδότες της οικονομίας, συνεχίζοντας παράλληλα την προσπάθεια μείωσης των κόκκινων δανείων και εξυγίανσης των ισολογισμών τους. 

Το τραπεζικό σύστημα επέδειξε γρήγορα αντανακλαστικά στην ύφεση που προκαλεί η πανδημία, στηρίζοντας τις αυξημένες ανάγκες για ρευστότητα των επιχειρήσεων. Αξιοποιώντας αφενός τα εργαλεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για τη διοχέτευση φθηνού χρήματος και αφετέρου τα κρατικά προγράμματα που ενεργοποιήθηκαν από την Αναπτυξιακή Τράπεζα, οι ελληνικές τράπεζες άνοιξαν την κάνουλα των χρηματοδοτήσεων, με νέα δάνεια και επέκταση των πιστωτικών γραμμών προς τις επιχειρήσεις. Η πιστωτική επέκταση για πρώτη φορά από το 2010 έφτασε σε ρυθμούς προ κρίσης, αγγίζοντας το 8,5%, και τα δάνεια που εκταμιεύτηκαν το 2020 αγγίζουν τα 20 δισ. ευρώ περίπου.

Την ίδια στιγμή, οι τράπεζες κράτησαν ισχυρή γραμμή άμυνας, ορθώνοντας ανάχωμα στη δυσκολία των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων να εξυπηρετήσουν τις οφειλές τους. Με τη στήριξη των ευρωπαϊκών αρχών, εφάρμοσαν οριζόντια μέτρα αναστολής πληρωμής (μορατόριουμ) για οφειλές που φθάνουν τα 25 δισ. ευρώ περίπου. Προτεραιότητα δόθηκε στη διευκόλυνση των νοικοκυριών, των οποίων οι πληρωμές δόσεων για στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια πάγωσαν έως και τα τέλη του 2020, ενώ ισχυρή ανάσα δόθηκε και στις επιχειρήσεις, με πάγωμα των χρεολυσίων και καταβολή μόνο τόκων για χρονικό διάστημα που φθάνει έως και τον Ιούνιο του 2021. 

Οι αβεβαιότητες

Παρά τα γενικευμένα μέτρα στήριξης και τα ενθαρρυντικά μηνύματα από το μέτωπο του εμβολίου, η πορεία εξόδου από την κρίση έχει αυξημένες αβεβαιότητες και η επάνοδος στην κανονικότητα θα είναι αργή και δύσκολη. Ο μετασχηματισμός του οικονομικού μοντέλου προς ένα ψηφιοποιημένο περιβάλλον, αν και προφανής, συντελείται λόγω της πανδημίας με έναν βίαιο τρόπο και οι επιπτώσεις αυτής της πρωτόγνωρης στη σύγχρονη ιστορία κρίσης θα αφήσουν το αποτύπωμά τους στην οικονομία και στην κοινωνία.

Ο ρόλος των τραπεζών σε αυτή τη διαδικασία μετασχηματισμού της οικονομίας είναι καθοριστικός. Σε αντίθεση με την προηγούμενη βαθιά κρίση που πέρασε η χώρα, κατά την οποία ο δρόμος προς την έξοδο, αν και δύσκολος, ήταν προδιαγεγραμμένος, στην παρούσα κρίση οι αβεβαιότητες είναι αυξημένες. Η επίπτωση της πανδημίας στο κοινωνικό και οικονομικό μοντέλο θα αφήσει πίσω της νικητές και χαμένους, και οι τράπεζες καλούνται να διακρίνουν τους κινδύνους αλλά και τις ευκαιρίες που θα δημιουργηθούν από αυτόν τον μετασχηματισμό. Η συμβολή τους είναι ουσιαστική, κυρίως γιατί καλούνται να χρηματοδοτήσουν εκείνες τις επιχειρήσεις που όχι μόνο θα επιβιώσουν την επόμενη μέρα, αλλά και θα καθοδηγήσουν την αλλαγή στη μετά Covid εποχή, δίνοντας το βάρος στη συμβουλευτική τραπεζική. 

Η εξίσωση αυτή θα πρέπει να λυθεί παράλληλα με την άσκηση για την εξυγίανση των ισολογισμών τους από τα κόκκινα δάνεια του παρελθόντος αλλά και όσα θα δημιουργηθούν από την παρούσα κρίση. Όλες οι εκτιμήσεις συγκλίνουν στο ότι η ύφεση λόγω Covid θα δημιουργήσει μια νέα γενιά κόκκινων δανείων ύψους 10 δισ. ευρώ περίπου, τα οποία θα προστεθούν στον όγκο των 100 δισ. ευρώ που άφησε πίσω της η προηγούμενη οικονομική κρίση. Πρόκειται για μέγεθος πολλαπλάσιο του μέσου ευρωπαϊκού όρου, το οποίο, ακόμα και μετά τη μείωση που θα επιτευχθεί μέσω των τιτλοποιήσεων που έχουν προγραμματιστεί, απέχει από τον επιδιωκόμενο στόχο για μονοψήφιο ποσοστό NPEs. 

Διαχείριση κόκκινων δανείων

Παρά τις αβεβαιότητες που δημιούργησε η κρίση της πανδημίας, το επενδυτικό ενδιαφέρον για την ανάθεση της διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων παρέμεινε ισχυρό. Οι ελληνικές τράπεζες υλοποιούν με εντατικό ρυθμό τις τιτλοποιήσεις που είχαν δρομολογήσει πριν από την κρίση, σχεδιάζοντας παράλληλα και νέες, που θα επιτρέψουν το οριστικό ξεκαθάρισμα των ισολογισμών τους και την επάνοδό τους στην κερδοφορία. Βασικό εργαλείο αποτελεί ο μηχανισμός κρατικών εγγυήσεων «Ηρακλής», στον οποίο έχει ήδη ενταχθεί η Eurobank με δύο τιτλοποιήσεις (Pillar και Cairo) συνολικής αξίας 9,5 δισ. ευρώ, η Alpha Bank με το project Galaxy, συνολικής αξίας 10,8 δισ. ευρώ, η Τράπεζα Πειραιώς με την τιτλοποίηση του χαρτοφυλακίου Phoenix αξίας 1,9 δισ. ευρώ και την προγραμματισμένη τιτλοποίηση του χαρτοφυλακίου Vega αξίας 5 δισ. ευρώ, καθώς και η Εθνική Τράπεζα, με την τιτλοποίηση του χαρτοφυλακίου Frontier συνολικής αξίας 6,1 δισ. ευρώ. Συνολικά στον «Ηρακλή» εντάχθηκαν ήδη ή αναμένεται να ενταχθούν τιτλοποιήσεις 33 δισ. ευρώ, εξαντλώντας το ύψος των κρατικών εγγυήσεων για τα οποία η χώρα έχει πάρει έγκριση από την DG Comp, και στο Υπουργείο Οικονομικών εξετάζουν το ενδεχόμενο επέκτασης του μηχανισμού, έτσι ώστε να δοθεί η δυνατότητα νέων τιτλοποιήσεων. 

Η λύση της bad bank

Ο πανευρωπαϊκός ωστόσο χαρακτήρας του προβλήματος των κόκκινων δανείων λόγω της κρίσης Covid υποχρεώνει τις ευρωπαϊκές αρχές να επαναφέρουν στο προσκήνιο λύσεις όπως η δημιουργία Εταιρειών Διαχείρισης Ενεργητικού (Asset Management Company – AMC). Πρόκειται για λύσεις τύπου bad bank, οι οποίες, αν και δεν προκρίνονται στη βάση μιας υπερεθνικής λογικής, δηλαδή μιας ευρωπαϊκής «κακής τράπεζας», κερδίζουν έδαφος σε εθνικό επίπεδο. 

Στη βάση αυτή στηρίζεται και η πρόταση που έχει υποβάλει στην κυβέρνηση και στις αρμόδιες τραπεζικές αρχές η ΤτΕ για τη δημιουργία μιας AMC, στην οποία οι ελληνικές τράπεζες θα μπορέσουν να μεταφέρουν έως και 40 δισ. ευρώ από το απόθεμα των κόκκινων δανείων που θα μείνει στους ισολογισμούς τους. Η λύση της ΤτΕ έχει την καταρχήν υποστήριξη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία στην τελευταία Έκθεση Ενισχυμένης Εποπτείας για τη χώρα μας επισήμανε την ανάγκη «για συμπληρωματικές συστημικές λύσεις», παραπέμποντας ευθέως στη λύση «μιας bad bank, που θα διευκολύνει την αντιμετώπιση του προβλήματος». Την προοπτική αυτή υποστήριξε και ο επικεφαλής SSM, Αντρέα Ενρία, ο οποίος αναγνώρισε σε πρόσφατες δηλώσεις του την αναγκαιότητα οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να εξετάσουν αυτή τη λύση σε εθνικό επίπεδο. Η επιλογή της AMC, όπως προτείνεται από την ΤτΕ, συνδυάζεται με την αντιμετώπιση του προβλήματος του αναβαλλόμενου φόρου που έχουν στα κεφάλαιά τους οι ελληνικές τράπεζες και το οποίο αποτελεί βαρίδι για την ποιότητα των ιδίων κεφαλαίων του τραπεζικού συστήματος. Ο αναβαλλόμενος φόρος που έχουν στα κεφάλαιά τους οι ελληνικές τράπεζες ανέρχεται σε 15,5 δισ. ευρώ και, μετά την ολοκλήρωση των τιτλοποιήσεων που έχουν δρομολογηθεί, θα αντιπροσωπεύει το 85% των κεφαλαίων των τεσσάρων συστημικών τραπεζών. 

Οι εταιρείες διαχείρισης

Στην αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση του προβλήματος των κόκκινων δανείων θα συμβάλει το νέο χρηματοοικονομικό περιβάλλον που διαμορφώνεται με την ισχυρή παρουσία μεγάλων ομίλων του εξωτερικού με εξειδίκευση στη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Στην ελληνική αγορά δραστηριοποιούνται ήδη δύο μεγάλοι διαχειριστές δανείων, η σουηδική Intrum και η ιταλική doValue, και η ολοκλήρωση του project Galaxy από την Alpha Bank θα αναδείξει, μεταξύ των τριών ισχυρών πόλων στον τομέα της διαχείρισης των κόκκινων δανείων, την εταιρεία Cepal, η οποία θα μεταβιβαστεί σε ξένο επενδυτή. 

Στις εταιρείες διαχείρισης θα ανατεθεί όχι μόνο το στοκ των κόκκινων δανείων που μεταφέρονται μέσω των συναλλαγών τιτλοποίησης, αλλά και όποια νέα δάνεια μπουν σε καθυστέρηση από εδώ και στο εξής, δημιουργώντας ένα νέο σκηνικό για τις τράπεζες, αλλά και τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά που βαρύνονται με αυτά τα δάνεια. Πρόκειται για κόκκινα δάνεια συνολικού ύψους 100 δισ. ευρώ περίπου, τα οποία, είτε έχουν πωληθεί σε funds είτε βρίσκονται στους ισολογισμούς των τραπεζών, εξακολουθούν να βαραίνουν τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.

Καθοριστικό ρόλο στην προσπάθεια των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων να ρυθμίσουν τα χρέη τους θα παίξει το νέο πλαίσιο φερεγγυότητας για την παροχή δεύτερης ευκαιρίας, που ενεργοποιείται από τις αρχές του νέου χρόνου. Βασική φιλοσοφία του νέου πτωχευτικού κώδικα είναι η παροχή δεύτερης ευκαιρίας σε ιδιώτες, έτσι ώστε να συνεχίσουν τη ζωή τους απαλλαγμένοι από τα χρέη του παρελθόντος, αφού όμως αποδεχτούν να χάσουν το σύνολο της περιουσίας τους, η οποία θα ρευστοποιηθεί με δικαστική απόφαση.

Εξωδικαστική ρύθμιση

Ο νέος κώδικας φερεγγυότητας δίνει τη δυνατότητα της εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών, διαδικασία που προηγείται της πτώχευσης και αποσκοπεί στο να λειτουργήσει ως ανάχωμα σε αυτήν. Πρόκειται για μια αυτοματοποιημένη διαδικασία που διεξάγεται εκτός δικαστηρίων στο πλαίσιο διαπραγμάτευσης του οφειλέτη με τους πιστωτές του, που μπορεί να είναι τράπεζες, το Δημόσιο και οι φορείς κοινωνικής ασφάλισης. Στο πλαίσιο της ρύθμισης των χρεών, το Δημόσιο και οι φορείς κοινωνικής ασφάλισης μπορούν να διαγράψουν τμήμα της οφειλής, είτε πρόκειται για πρόστιμα και προσαυξήσεις είτε πρόκειται ακόμη και για κεφάλαιο, δηλαδή βασική οφειλή. Ο νόμος δίνει τη δυνατότητα δυνατότητα ρύθμισης των χρεών προς το Δημόσιο σε έως και 240 δόσεις –από 120 που ισχύει σήμερα– με την προϋπόθεση ότι τα χρέη προς το Δημόσιο δεν υπερβαίνουν το 1,5 εκατ. ευρώ.

Με βάση τον νέο πτωχευτικό κώδικα, η πρώτη κατοικία θα προστατεύεται μόνο για τα ευάλωτα νοικοκυριά, τα οποία θα έχουν τη δυνατότητα να επιδοτηθούν από το κράτος, είτε κατά το στάδιο της πτώχευσης μέσω της δικαστικής οδού είτε μέσω της εξωδικαστικής ρύθμισης των οφειλών τους. 

Τα κριτήρια για την επιδότηση της δόσης του δανείου ή τη χορήγηση επιδόματος στέγασης είναι αυστηρά, αλλά αποδεσμεύουν τους οφειλέτες από την υποχρέωση να «εξαγοράζουν» τη διάσωση της πρώτης τους κατοικίας βάσει συγκεκριμένης αξίας, όπως ίσχυε μέχρι πρόσφατα με τον νόμο Κατσέλη.