Κ ΕΠΙΧΕΙΡΕΙΝ

Προκλήσεις και προοπτικές του ελληνικού τραπεζικού συστήματος

Το ξέσπασμα της πανδημίας βρήκε την ελληνική οικονομία και το τραπεζικό σύστημα σε φάση ανάκαμψης από την προηγούμενη κρίση. Το να μπορέσουν οι ελληνικές τράπεζες να στηρίξουν την αναπτυξιακή πορεία της χώρας εν μέσω των μεγάλων προκλήσεων που καλούνται να αντιμετωπίσουν αποτελεί το μεγάλο στοίχημα του 2021.

Προκλήσεις και προοπτικές του ελληνικού τραπεζικού συστήματος

prokliseis-kai-prooptikes-toy-ellinikoy-trapezikoy-systimatos0

Η πανδημία του Covid-19 και οι συνεπακόλουθες επιπτώσεις της συνέβησαν σε μια περίοδο όπου τόσο η ελληνική οικονομία όσο και το εγχώριο τραπεζικό σύστημα ήταν σε φάση ανάκαμψης από την τελευταία κρίση. Ειδικά για τις ελληνικές τράπεζες, είχε σημειωθεί πρόοδος στη μείωση των Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων (ΜΕΔ), βελτίωση των συνθηκών ρευστότητας και σταδιακή αποκατάσταση της πρόσβασης στις διεθνείς αγορές.

Ακόμα όμως και προ της πανδημίας, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα αντιμετώπιζε –και συνεχίζει να αντιμετωπίζει– σοβαρές προκλήσεις.

Συγκεκριμένα: 

Παρά την πρόοδο που έχει επιτευχθεί στη μείωση των ΜΕΔ, σημαντικό μερίδιο στην οποία έχει το Ελληνικό Σχήμα Προστασίας Στοιχείων Ενεργητικού (HAΡS – «Ηρακλής»), ο δείκτης ΜΕΔ προς το σύνολο δανείων ανέρχεται σε υπερ-πολλαπλάσιο του μέσου όρου της Ε.Ε. (36% έναντι 2,9% στα μέσα του 2020). Τον Μάρτιο του 2016, τα ΜΕΔ ήταν 107 δισ. και μειώθηκαν στα 59 δισ. τον Σεπτέμβριο του 2020.

Ο συνολικός δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας είναι υψηλότερος των ελάχιστων εποπτικών ορίων (ο δείκτης, με στοιχεία Σεπτεμβρίου 2020, είναι 16%), αλλά αναμένεται ότι θα επηρεαστεί αρνητικά τα επόμενα χρόνια από: (α) την πλήρη επίπτωση της εφαρμογής του Διεθνούς Προτύπου Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης 9 (ΔΠΧΠ9) και (β) το κόστος υλοποίησης της στρατηγικής μείωσης των ΜΕΔ. Παράλληλα, παραμένει ακόμα άλυτο το πρόβλημα της διάρθρωσης των εποπτικών κεφαλαίων, μεγάλο μέρος των οποίων είναι με τη μορφή της Αναβαλλόμενης Φορολογικής Απαίτησης (DTCs). Η αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση (DTC) ανέρχεται σήμερα στο 55% περίπου των συνολικών κεφαλαίων των τραπεζών, ποσοστό που αναμένεται να αυξηθεί σημαντικά λόγω των παραγόντων που προαναφέρθηκαν.

Η κερδοφορία παραμένει αναιμική τόσο λόγω του υψηλού κόστους πιστωτικού κινδύνου (δηλαδή του αναγκαίου σχηματισμού προβλέψεων για επισφαλείς απαιτήσεις) όσο και της χαμηλής πιστωτικής επέκτασης. 

Επιπρόσθετα, η πανδημία εκτιμάται ότι θα δημιουργήσει μια νέα γενιά ΜΕΔ μετά το πέρας του καθεστώτος αναβολής πληρωμών δόσεων (moratorium), ενώ θα πιέσει ακόμα περαιτέρω την αναιμική κερδοφορία των τραπεζών. Με βάση τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία (Σεπτέμβριος 2020), λίγο πιο πάνω από 20 δισ. ευρώ, δηλαδή περίπου το 20% των ενήμερων δανείων των συστημικών πιστωτικών ιδρυμάτων, είναι σε καθεστώς αναβολής πληρωμών δόσεων.

Μοχλός ανάπτυξης

Εν μέσω αυτών των προκλήσεων, το τραπεζικό σύστημα έχει να διαδραματίσει έναν σημαντικό ρόλο στην προσπάθεια ανάκαμψης της οικονομίας μετά την πανδημία, στην αποτελεσματική κατανομή των παραγωγικών πόρων και στη διαμόρφωση ενός νέου παραγωγικού προτύπου που θα βασίζεται στην εξωστρέφεια και στην καινοτομία. Ο ρόλος αυτός είναι ακόμα πιο σημαντικός σε μια μικρή και ανοικτή οικονομία, όπως η ελληνική, όπου η ραχοκοκαλιά της είναι οι μικρομεσαίες και οι πολύ μικρές επιχειρήσεις, οι οποίες στηρίζονται σχεδόν εξ ολοκλήρου στο τραπεζικό σύστημα προκειμένου να αντλήσουν τα απαιτούμενα κεφάλαια τόσο για τη λειτουργία τους όσο και για τη διενέργεια νέων επενδύσεων.

Παρά τον εμπλουτισμό της ήδη επεκτατικής νομισματικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας με το «έκτακτο πρόγραμμα πανδημίας» (ΡΕΡΡ) μέσω του οποίου αγοράζονται και κρατικοί τίτλοι που δεν φέρουν επενδυτική βαθμίδα όπως οι ελληνικοί, τα ενισχυμένα μέτρα αύξησης της ρευστότητας των τραπεζών (TLTRO III και PELTRO), την ευελιξία που έχει δείξει στην αποδοχή εξασφαλίσεων (collaterals), αλλά και μέσω του εποπτικού της βραχίονα (SSM) για τη χρήση των κεφαλαιακών περιθωρίων των τραπεζών, η πιστωτική επέκταση στην Ελλάδα έχει μεν αυξηθεί σημαντικά τους τελευταίους μήνες, αλλά παραμένει χαμηλότερη του αναμενομένου και του αναγκαίου για την οικονομική ανάπτυξη της χώρας, ειδικότερα όσον αφορά τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. 

Στήριξη με ρευστότητα

Σημαντικό δε μέρος αυτής της αύξησης της πιστωτικής επέκτασης σχετίζεται με τα προγράμματα στήριξης του Ελληνικού Δημοσίου, μέσω της Αναπτυξιακής Τράπεζας, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι δυσμενείς οικονομικές επιπτώσεις από την πανδημία. Ταυτόχρονα, το μέσο σταθμικό επιτόκιο των δανείων παραμένει υψηλότερο από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, λόγω ακριβώς του υψηλού κόστους πιστωτικού κινδύνου.

Το βασικό ερώτημα, λοιπόν, για τη νέα χρονιά είναι: Πώς οι ελληνικές τράπεζες, εν μέσω των προκλήσεων που προαναφέρθηκαν, θα μπορέσουν να επιτελέσουν εκ νέου και αποτελεσματικά τον διαμεσολαβητικό τους ρόλο στην οικονομία;

Η απάντηση σχετίζεται κυρίως με την άμεση και εμπροσθοβαρή επίλυση του προβλήματος των ΜΕΔ και τη συνεπακόλουθη δραστική αντιμετώπιση του υφιστάμενου υψηλού πιστωτικού κινδύνου. Αποτελεί πάγια άποψη της Τράπεζας της Ελλάδος ότι μόνο με την πλήρη εξυγίανση του ισολογισμού τους θα μπορέσουν οι τράπεζες να επανεκκινήσουν ουσιαστικά την πιστωτική επέκταση αλλά και να βελτιώσουν την τιμολόγηση των δανείων. Ενδεικτικά, με βάση τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία (και χωρίς να ληφθούν υπόψη τα νέα ΜΕΔ λόγω της πανδημίας), ο δείκτης ΜΕΔ προς το σύνολο των δανείων ανέρχεται σχεδόν στο 50% για τις Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις και περίπου στο 55% για τις Πολύ Μικρές Επιχειρήσεις. Γίνεται κατανοητό ότι αυτά τα επίπεδα πιστωτικού κινδύνου λειτουργούν όχι μόνο αποτρεπτικά στις νέες πιστοδοτήσεις αλλά επιδρούν αυξητικά και στην τιμολόγηση των δανείων των τραπεζών. 

Η πρόταση της ΤτΕ

Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει αναγνωρίσει εδώ και αρκετό καιρό την αναγκαιότητα δραστικής επίλυσης του προβλήματος των ΜΕΔ. Στο πλαίσιο αυτό έχει καταθέσει στην ελληνική κυβέρνηση μια ολιστική, συστημική πρόταση εμπροσθοβαρούς αντιμετώπισης αυτού του προβλήματος, που επιλύει ταυτόχρονα και το θέμα του υψηλού ποσοστού της Αναβαλλόμενης Φορολογικής Απαίτησης (DTC) στα κεφάλαια των πιστωτικών ιδρυμάτων, μέσω της σύστασης μιας Εταιρείας Διαχείρισης Στοιχείων Ενεργητικού (Asset Management Company). Η εταιρεία αυτή μπορεί να αναλάβει τα ΜΕΔ που δεν θα τιτλοποιηθούν μέσω του «Ηρακλή», καθώς και όσα ΜΕΔ προκύψουν λόγω της πανδημίας. Συγκεκριμένα, το συνολικό μέγεθος των ΜΕΔ που προτείνεται να αναληφθούν από την Εταιρεία Διαχείρισης Στοιχείων Ενεργητικού (ΑΜC) εκτιμώνται σε τουλάχιστον 40 δισ. ευρώ. Είναι αξιοσημείωτο ότι πολλοί θεσμοί στην Ευρωπαϊκή Ένωση αναγνωρίζουν τη χρησιμότητα των Εταιρειών Διαχείρισης Στοιχείων Ενεργητικού, όπως προκύπτει και από τις πρόσφατες απόψεις για τη δημιουργία ενός πανευρωπαϊκού δικτύου AMCs. Ο συνδυασμός «Ηρακλή» και AMC θα μπορούσε να οδηγήσει σε μονοψήφιο ποσοστό ΜΕΔ στο τέλος του 2021/ αρχές του 2022 και σημαντική μείωση της Αναβαλλόμενης Φορολογικής Απαίτησης στα κεφάλαια των τραπεζών. 

Η επίλυση του προβλήματος των ΜΕΔ θα έχει ευεργετικές επιπτώσεις στη φερεγγυότητα και στην κερδοφορία των πιστωτικών ιδρυμάτων, αλλά και τη δυνατότητα να χρηματοδοτήσουν επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Θα βελτιώσει την επενδυσιμότητα των τραπεζών και την ικανότητά τους να αντλήσουν κεφάλαια από τις αγορές. Θα επιτρέψει στις τράπεζες να επικεντρωθούν στις κύριες τραπεζικές εργασίες. Θα βελτιώσει ακόμα και το αξιόχρεο της χώρας, δεδομένου ότι η ευρωστία του εγχώριου τραπεζικού συστήματος αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για τη φερεγγυότητα του κράτους.

Είναι η επίλυση του προβλήματος των ΜΕΔ το μοναδικό στοιχείο για την ανάταξη του τραπεζικού συστήματος; Προφανώς και όχι. Στο πλαίσιο αυτό είναι χρήσιμο να επισημανθούν τα εξής: 

Πρώτον, έγιναν ήδη βελτιώσεις στο νομοθετικό πλαίσιο, όπως είναι ο νέος πτωχευτικός κώδικας, που αντιμετωπίζει στρεβλώσεις του παρελθόντος και εισάγει ένα σύγχρονο πτωχευτικό πλαίσιο. 

Δεύτερον, υπάρχουν εξελίξεις σε τεχνολογικό επίπεδο, που θα επιτρέψουν στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να παρέχουν στους πελάτες τους υψηλής καινοτομίας υπηρεσίες με χαμηλό γι’ αυτά κόστος, αφού βέβαια προηγηθούν οι απαραίτητες επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες και υποδομές. Η Τράπεζα της Ελλάδος έρχεται αρωγός σε αυτή την προσπάθεια. Τα τελευταία χρόνια, οι αρμόδιες αρχές παγκοσμίως αλλά και στις ευρωπαϊκές χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Τράπεζας της Ελλάδος, έχουν υιοθετήσει κυρίως δύο μηχανισμούς για τη διευκόλυνση της χρηματοοικονομικής καινοτομίας, δηλαδή του FinTech: ο πρώτος μηχανισμός είναι η δημιουργία ενός Κόμβου Καινοτομίας (FinTech Innovation Hub). 

Κόμβος καινοτομίας

Τον Μάρτιο του 2019, στο πλαίσιο της στρατηγικής της για την προώθηση της καινοτομίας, η Τράπεζα της Ελλάδος έθεσε σε λειτουργία τον δικό της Κόμβο, ως κεντρικό σημείο επαφής με επιχειρήσεις που εισάγουν FinTech προϊόντα και υπηρεσίες στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Τον Απρίλιο, μάλιστα, του 2019 η Τράπεζα της Ελλάδος έγινε μέλος του European Forum of Innovation Facilitators (EFIF), στο οποίο συμμετέχουν όλες οι κανονιστικές αρχές των ευρωπαϊκών χωρών που διαθέτουν μηχανισμούς διευκόλυνσης της καινοτομίας. Ο δεύτερος μηχανισμός είναι η δημιουργία ενός προστατευμένου κανονιστικού περιβάλλοντος (Regulatory Sandbox). Μηχανισμοί αυτού του είδους δίνουν στις επιχειρήσεις τη δυνατότητα να δοκιμάσουν καινοτόμα χρηματοοικονομικά προϊόντα, υπηρεσίες ή επιχειρηματικά πρότυπα, βάσει συγκεκριμένου προγράμματος δοκιμών που έχει συμφωνηθεί με την αρμόδια αρχή. Στην Τράπεζα της Ελλάδος έχει ξεκινήσει ήδη το συγκεκριμένο έργο, με χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, και αναμένεται ότι θα είναι λειτουργικό μέσα από τον ιστότοπο της Τράπεζας τον Απρίλιο του 2021.

Τρίτον, γίνονται σημαντικές ζυμώσεις σε επίπεδο ευρωζώνης για την ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης, που θα έχει ευεργετικές επιδράσεις στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Θα πρέπει όμως παραλλήλως να επισημανθεί ότι, έξι χρόνια μετά την υιοθέτηση της Οδηγίας για την Ανάκαμψη και Εξυγίανση Πιστωτικών Ιδρυμάτων (BRRD), η αποτελεσματικότητα του ευρωπαϊκού πλαισίου αντιμετώπισης τραπεζικών κρίσεων παραμένει περιορισμένη. Είναι πλέον προφανές ότι η προαναφερόμενη Οδηγία έχει σχεδιαστεί για να αντιμετωπίζει το πρόβλημα μεμονωμένων τραπεζών αλλά όχι συστημικές κρίσεις που επηρεάζουν το σύνολο του τραπεζικού συστήματος μιας χώρας ή, ακόμα περισσότερο, πολλών χωρών μαζί. Εφαρμόζεται δε μόνο για σημαντικού μεγέθους τράπεζες, οδηγώντας τις μικρότερες αναγκαστικά στη λύση της εκκαθάρισης. Κρίσιμα «εργαλεία» παρέμβασης, όπως η Προληπτική Ανακεφαλαίωση (Precautionary Recapitalization), η σύσταση Εταιρειών Διαχείρισης Στοιχείων Ενεργητικού (AMC), η χρήση κρατικών πόρων για τη διαφύλαξη της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας είτε σε περίπτωση λήψης μέτρων εξυγίανσης είτε στην περίπτωση μεταβίβασης του ενεργητικού και παθητικού μιας υπό εκκαθάριση τράπεζας, τελούν υπό αυστηρούς περιορισμούς, οι οποίοι κάθε άλλο παρά προστατεύουν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, ενώ ταυτόχρονα εφαρμόζονται κατά μη εναρμονισμένο τρόπο μεταξύ των κρατών μελών. Είναι πλέον ώριμος ο χρόνος για τα εργαλεία αυτά να προσαρμοστούν στις τρέχουσες συνθήκες, όπως αυτές διαμορφώνονται από την πανδημία. Επιπλέον, είναι επίσης ώριμος ο χρόνος να προχωρήσει η σύσταση του Ευρωπαϊκού Ταμείου Εγγύησης Καταθέσεων, φυσικά με τις αναγκαίες ασφαλιστικές δικλίδες ως προς τον επιμερισμό του αναλαμβανόμενου κινδύνου. 

Βασική προτεραιότητα

Η εξυγίανση του ισολογισμού των τραπεζών είναι βεβαίως η σημαντικότερη προτεραιότητα για τις ελληνικές τράπεζες, την κυβέρνηση και την Τράπεζα της Ελλάδος, που θα ξεκλειδώσει έναν ενάρετο κύκλο στην οικονομία. Δεν υπάρχει όμως αμφιβολία ότι η ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης όπως και η βελτίωση του ευρωπαϊκού πλαισίου αντιμετώπισης τραπεζικών κρίσεων θα συμβάλουν ουσιαστικά στην επίτευξη αυτού του στόχου.

Άρα, κοιτάζοντας μπροστά, θα είναι σε θέση οι τράπεζες μετά το πέρας της κρίσης της πανδημίας να ανταποκριθούν στις νέες ανάγκες χρηματοδότησης της πραγματικής οικονομίας; Η απάντηση είναι ναι, αρκεί να γίνουν τολμηρές ενέργειες για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που μετά από μία δεκαετία ταλαιπωρούν ακόμα το εγχώριο τραπεζικό σύστημα