Κ ΗΓΕΤΙΔΕΣ

Οι μισθολογικές ανισότητες επιμένουν

Οι γυναίκες δουλεύουν το ίδιο –ή και περισσότερο– από τους άνδρες, αλλά εξακολουθούν να αμείβονται λιγότερο, όπως αποδεικνύουν τα στοιχεία από την Ελλάδα και τον κόσμο.

oi-misthologikes-anisotites-epimenoyn

Ήταν 2015, στην 87η τελετή απονομής των κινηματογραφικών βραβείων Όσκαρ, όταν η Πατρίσια Αρκέτ, παραλαμβάνοντας το βραβείο β΄ γυναικείου ρόλου, το αφιέρωσε «σε κάθε γυναίκα που έχει γεννήσει, κάθε φορολογούμενο και πολίτη αυτού του έθνους, σε όλους όσοι έχουν αγωνιστεί για τα ίσα δικαιώματα των άλλων» και κατέληξε λέγοντας: «Ήρθε η στιγμή να αποκτήσουμε μισθολογική ισότητα μια για πάντα και ίσα δικαιώματα για τις γυναίκες της Αμερικής». Οι φράσεις αυτές προκάλεσαν ενθουσιασμό στον γυναικείο πληθυσμό εντός και εκτός του Dolby Theatre και ταυτόχρονα απορία στους «κοινούς θνητούς», που έμαθαν ότι, ακόμη και στον λαμπερό κόσμο του Χόλιγουντ, με τα συμβόλαια εκατομμυρίων δολαρίων, οι γυναίκες συχνά αμείβονται λιγότερο από τους άνδρες συναδέλφους τους. Και μάλιστα αυτό συμβαίνει σε μια δυτική χώρα, στην καρδιά του φιλελευθερισμού: τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ας δούμε, όμως, τι συμβαίνει στην Ελλάδα. Τα στοιχεία μόνο ενθαρρυντικά δεν είναι, καθώς ακόμα και αν εκ πρώτης όψεως φαίνεται ένα κλείσιμο της «ψαλίδας» μεταξύ των αμοιβών ανδρών και γυναικών, το πραγματικό χάσμα εισοδημάτων είναι πολύ μεγαλύτερο εάν λάβει κάποιος υπόψη του το γεγονός ότι πολύ περισσότερες γυναίκες εργάζονται με καθεστώς μερικής απασχόλησης, η ανεργία πλήττει περισσότερο τις γυναίκες, οι οικογενειακές υποχρεώσεις συχνά ανακόπτουν την επαγγελματική τους εξέλιξη αλλά και την ανέλιξή τους σε υψηλά αμειβόμενες θέσεις, ειδικά στον ιδιωτικό τομέα. 

oi-misthologikes-anisotites-epimenoyn0

Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Eurostat, η μισθολογική διαφορά μεταξύ ανδρών και γυναικών στο σύνολο της οικονομίας ήταν στην Ελλάδα το 2018 (προσωρινά στοιχεία) 7,5%, έναντι 12,5% το 2014 και 15% το 2010. Αυτό το ποσοστό δείχνει την απόκλιση των μέσων ακαθάριστων ωριαίων αποδοχών ανδρών και γυναικών, με άλλα λόγια η μέση ακαθάριστη ωριαία αμοιβή των γυναικών στην Ελλάδα το 2018 ήταν μικρότερη κατά 7,5% σε σύγκριση με εκείνη των ανδρών. 

Έτσι αποκαλύπτεται, όμως, η μισή αλήθεια. Μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα για την πραγματικότητα δίνουν τα στοιχεία για τις διαφορές στις συνολικές ετήσιες αποδοχές ανδρών και γυναικών. Στη χώρα μας, σύμφωνα με τα στοιχεία της Κομισιόν, τα οποία δυστυχώς φτάνουν μέχρι το 2014, οι μέσες ετήσιες αποδοχές των γυναικών είναι 41,4% χαμηλότερες σε σύγκριση με αυτές των ανδρών, με τη μέση διαφορά στην Ευρωπαϊκή Ένωση να διαμορφώνεται σε 39,6%. Τρεις είναι οι βασικοί λόγοι που οι συνολικές ετήσιες αποδοχές των γυναικών στην Ελλάδα –και όχι μόνο– διαμορφώνονται κατά μέσο όρο στο 58,6% των αντίστοιχων των ανδρών: πρώτον, είναι χαμηλότερες, όπως προαναφέρθηκε, οι ωριαίες αποδοχές, δεύτερον απασχολούνται λιγότερες ώρες σε θέσεις έμμισθης εργασίας, καθώς συχνά εργάζονται με καθεστώς μερικής απασχόλησης, ενώ είναι συνολικά χαμηλότερα τα ποσοστά απασχόλησης των γυναικών, καθώς δεν είναι λίγες οι φορές που διακόπτουν τη σταδιοδρομία τους προκειμένου να ασχοληθούν με την ανατροφή των παιδιών ή/και να φροντίσουν τους ηλικιωμένους γονείς τους. 

Υποεκπροσώπηση σε υψηλά αμειβόμενες θέσεις 

Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, υπάρχουν μερικοί ακόμα παράγοντες που οδηγούν στη διεύρυνση των μισθολογικών διαφορών ανάμεσα στους άνδρες και στις γυναίκες. Κατ’ αρχάς, οι θέσεις διοίκησης και εποπτείας καταλαμβάνονται κυρίως από άνδρες. Σε κάθε τομέα οι άνδρες παίρνουν προαγωγή πιο συχνά από τις γυναίκες και ως εκ τούτου αμείβονται καλύτερα. Αυτή η τάση κορυφώνεται στις υψηλές θέσεις, όπου οι γυναίκες αποτελούν μόλις το 6,3% των διευθυνόντων συμβούλων. Αξίζει, πάντως, να σημειωθεί πως ειδικά στη χώρα μας, σε ό,τι αφορά τα διοικητικά συμβούλια της μεγάλων εισηγμένων εταιρειών, καθώς και το διοικητικό συμβούλιο της Τράπεζας της Ελλάδας, καταγράφεται μια αρκετά σημαντική βελτίωση, όπως δείχνουν τα στοιχεία που έχουν συγκεντρωθεί στο πλαίσιο του Δείκτη Ισότητας των Φύλων 2020 τον οποίο καταρτίζει κάθε χρόνο το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο για την Ισότητα των Φύλων (European Institute for Gender Equality – EIGE). 

Η συμμετοχή των γυναικών στα διοικητικά συμβούλια των εισηγμένων εταιρειών από 6% το 2010 διπλασιάστηκε το 2020 και έφτασε το 12%, ενώ σε ό,τι αφορά το διοικητικό συμβούλιο της ΤτΕ η συμμετοχή των γυναικών ήταν 17% το 2020 έναντι μόλις 8% το 2010. Ας υπενθυμίσουμε, ωστόσο, ότι από τον Νοέμβριο του 2012 εκκρεμεί προς έγκριση από το Συμβούλιο της ΕΕ η κοινοτική οδηγία για την αύξηση της εκπροσώπησης των γυναικών στα διοικητικά συμβούλια των εισηγμένων εταιρειών, έτσι ώστε να αποτελούν το 40% των μη εκτελεστικών μελών ή το 33% των εκτελεστικών και μη εκτελεστικών μελών. 

Σύμφωνα με την Κομισιόν, οι γυναίκες στην ΕΕ αναλαμβάνουν σημαντικά άμισθα καθήκοντα, όπως το νοικοκυριό και τη φροντίδα παιδιών ή συγγενικών προσώπων, σε μεγαλύτερη κλίμακα απ’ ό,τι οι άνδρες. Οι εργαζόμενοι άνδρες περνούν κατά μέσο όρο 9 ώρες την εβδομάδα σε άμισθες δραστηριότητες φροντίδας και νοικοκυριού, ενώ οι γυναίκες 22 ώρες – τουλάχιστον 4 ώρες κάθε μέρα. Το γεγονός αυτό αντανακλάται στην αγορά εργασίας με περισσότερες από 1 στις 3 γυναίκες να μειώνουν τις έμμισθες ώρες τους σε μερικής απασχόλησης, ενώ μόνο 1 στους 10 άνδρες κάνει το ίδιο. Επιπλέον, οι γυναίκες περνούν περιόδους μακριά από την αγορά εργασίας συχνότερα απ’ ό,τι οι άνδρες. Αυτές οι διακοπές στη σταδιοδρομία τους δεν επηρεάζουν μόνο τις ωριαίες αποδοχές τους, αλλά έχουν αντίκτυπο και στις μελλοντικές αποδοχές τους, καθώς και στις συντάξεις τους. Καθοριστικός επίσης παράγοντας είναι ότι σε μερικές χώρες τα επαγγέλματα που αναλαμβάνουν κυρίως γυναίκες, όπως η διδασκαλία ή οι πωλήσεις, προσφέρουν χαμηλότερα ωρομίσθια από τα επαγγέλματα που αναλαμβάνουν κυρίως άνδρες, ακόμα και όταν απαιτείται το ίδιο επίπεδο εμπειρίας και εκπαίδευσης.

Το χάσμα μεγαλώνει με την πανδημία

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο κλάδος του εμπορίου, όπου παραδοσιακά απασχολείται μεγάλο ποσοστό γυναικών (άνω του 50% το 2019). Εκεί όμως, σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), οι μέσες ετήσιες μεικτές αποδοχές των γυναικών ήταν 14.291 ευρώ, ενώ των ανδρών 20.304 ευρώ, υπάρχει δηλαδή διαφορά της τάξης του 42,1%, η οποία οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι οι γυναίκες συχνά αναγκάζονται, κυρίως λόγω οικογενειακών υποχρεώσεων, να εργαστούν με καθεστώς μερικής ή ακόμα και προσωρινής απασχόλησης. 

Με εξαίρεση τους κλάδους των ορυχείων-λατομείων και παροχής υπηρεσιών καταλύματος και εστίασης, όπου οι ετήσιες μεικτές αποδοχές των γυναικών φαίνεται πως είναι υψηλότερες από των ανδρών (κατά 4,4% και 7,2% αντιστοίχως), σε όλους τους άλλους κλάδους οικονομικής δραστηριότητας οι αποδοχές των γυναικών υπολείπονται σημαντικά από αυτές των ανδρών. Η απόκλιση στον κλάδο της διαχείρισης ακίνητης περιουσίας είναι 71,3%, στις επαγγελματικές, επιστημονικές και τεχνικές δραστηριότητες 46,5%, στην ενημέρωση και στην επικοινωνία 39,5%. 

oi-misthologikes-anisotites-epimenoyn2

Από τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ προκύπτει επίσης ότι οι ανισότητες στις αποδοχές ανδρών και γυναικών δεν κάνουν διακρίσεις αναλόγως του επιπέδου εκπαίδευσης ή της θέσης που κατέχουν στην εργασία τους. Οι μέσες ετήσιες μεικτές αποδοχές των ανειδίκευτων εργατών ήταν το 2018 11.369 ευρώ, ενώ των ανειδίκευτων εργατριών 9.102 ευρώ, δηλαδή οι άνδρες αμείβονται κατά 25% περισσότερο από τις γυναίκες.  Τι ισχύει στην περίπτωση των ανώτερων διευθυντικών και διοικητικών στελεχών; Το χάσμα μεταξύ των μέσων ετήσιων μεικτών αποδοχών είναι περίπου 31%, με τις μέσες ετήσιες μεικτές αποδοχές των ανδρών το 2018 να ανέρχονται σε 57.194 ευρώ και των γυναικών σε 43.646 ευρώ. 

Η πανδημία του κορωνοϊού, όπως δυστυχώς συμβαίνει στις περισσότερες κρίσεις, πλήττει επίσης περισσότερο τις γυναίκες και τη θέση τους στην αγορά εργασίας. Κατ’ αρχάς, όπως επισήμανε πρόσφατα και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, χαιρετίζοντας τη Στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Ισότητα των Φύλων 2020-2025, το 70% του παγκόσμιου εργατικού δυναμικού στον τομέα της υγείας και της κοινωνικής μέριμνας είναι γυναίκες, οι οποίες συνήθως αμείβονται με τον κατώτατο μισθό. Οι ευρωβουλευτές, μάλιστα, ζήτησαν την εξίσωση των μισθών και των εργασιακών συνθηκών σε γυναικοκρατούμενους τομείς, όπως η φροντίδα, η υγεία και η λιανική πώληση. 

(Αρνητική) πρωταθλήτρια η Κορέα

Οι μισθολογικές ανισότητες μεταξύ ανδρών και γυναικών φυσικά και δεν είναι ελληνικό φαινόμενο, αλλά παγκόσμιο. Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής  Ένωσης, η μέση ακαθάριστη ωριαία αμοιβή των γυναικών ήταν το 2018 μικρότερη κατά 14,1% από την αντίστοιχη των ανδρών, με τη μεγαλύτερη διαφορά, 21,8%, να καταγράφεται στην Εσθονία και να ακολουθούν με 20,1% η Αυστρία και με 20,4% η Γερμανία. Η μικρότερη απόκλιση καταγράφεται στο Λουξεμβούργο (1,4%) και ακολουθεί η Ρουμανία (2,2%) και στη συνέχεια η Ιταλία (3,9%). Το γεγονός ότι η αρχή της «ίσης αμοιβής για ίση εργασία» θεσμοθετήθηκε ήδη από το 1957 στην ιδρυτική συνθήκη της ΕΕ, τη Συνθήκη της Ρώμης, προφανώς δεν διαδραμάτισε και πολύ σημαντικό ρόλο, καθώς εξήντα τέσσερα χρόνια μετά οι ανισότητες παραμένουν. 

Οι ανισότητες στους μισθούς στη διάρκεια της εργασιακής ζωής οδηγούν βεβαίως σε ανισότητες και στις συντάξεις. Βάσει των στοιχείων της Eurostat, οι Ευρωπαίες γυναίκες ηλικίας άνω των 65 ετών λαμβάνουν σύνταξη που κατά μέσο όρο είναι χαμηλότερη κατά 29% από εκείνη των ανδρών συνομηλίκων τους. Στην Ελλάδα το αντίστοιχο ποσοστό είναι 24,1%. 

Σε παγκόσμιο επίπεδο τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) δείχνουν ότι το μεγαλύτερο χάσμα στις ωριαίες αποδοχές μεταξύ ανδρών και γυναικών παρατηρείται στην Κορέα, με τις αμοιβές των ανδρών να είναι υψηλότερες κατά 32,5%, και ακολουθεί η Ιαπωνία με την απόκλιση να διαμορφώνεται στο 23,5% (στοιχεία 2019). 

Στις ΗΠΑ, εκεί όπου η Πατρίσια Αρκέτ έκανε πριν από έξι χρόνια την πολυσυζητημένη της δήλωση, η διαφορά στους μισθούς ανδρών και γυναικών είναι κατά μέσο όρο 18,4%.