MATTER OF CLASS

Το «Δίκτυο Αριστείας» και το πιθανό «Κατά Ματθαίον Αποτέλεσμα» στην Επιστημονική Έρευνα

Φωτ. ΙΝΤΙΜΕ

Πρόσφατα, 53 πραγματικά διακεκριμένοι επιστήμονες κατέθεσαν πρόσφατα το κείμενο μιας πρωτοβουλίας για να στηρίξουν μια πρόταση για ένα νέο Εθνικό Δίκτυο Αριστείας. Η πρόταση αυτή θα χρειαζόταν 45 εκατομμύρια από τον δημόσιο προϋπολογισμό, ένα καθόλου ευτελές ποσό σε σχέση με τα δημόσια έξοδα, και προτείνεται να χρηματοδοτήσει 150 επιστήμονες με 300,000 ευρώ το χρόνο, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για ένα δίκτυο αριστείας με διεθνή απήχηση, στην έρευνα.

Σε πρώτη ανάγνωση, αυτή η πρόταση δεν θα μπορούσε παρά να με βρίσκει σύμφωνο, έχω άλλωστε υποστηρίξει πως «είμαι πεπεισμένος ότι η αναγκαία – αν και όχι ικανή – συνθήκη για να έχουμε καλύτερο επίπεδο έρευνας και ανώτατης εκπαίδευσης στην Ελλάδα είναι μία. Η αύξηση της χρηματοδότησης».

Σε μια προσεκτική ανάγνωση όμως η πρόταση αυτή με βρίσκει επιφυλακτικό, και το λέω μετά από αρκετή σκέψη, συζητήσεις, αλλά και μετά λόγου γνώσεως.

Η δημιουργία δικτύων αριστείας θέλει γερές βάσεις.

Η Ελλάδα δεν έχει έλλειμμα αριστείας αλλά έλλειμμα πραγματικά καλών επιστημόνων. Οι καλοί επιστήμονες, οι (κατ’ ευφημισμό) «μέτριοι», είναι αυτοί μέσα από τους οποίους οφείλουμε να αναδείξουμε οργανικά τους «άριστους». Πολλοί και καλοί επιστήμονες υπάρχουν στην Ελλάδα αλλά είναι είδος εν ανεπάρκεια. Και πνίγονται σε έναν κυκεώνα παράλογης γραφειοκρατίας, όταν δεν ασφυκτιούν οικονομικά. 

Για να δημιουργήσουμε ερευνητικές βάσεις, για να δημιουργήσουμε τους «πολύ καλούς» μέσα από τους οποίους θα ξεχωρίσουν και οι άριστοι, η Ελλάδα χρειάζεται: τακτική ανταγωνιστική χρηματοδότηση ερευνητικών έργων για ώριμους και νέους κύριους ερευνητές, μεταδιδακτορικούς ερευνητές και υποψήφιους διδάκτορες· τακτική ανταγωνιστική χρηματοδότηση υποδομών έρευνας και διαδικασίες για την κοινή χρήση τους από ακαδημαϊκούς και βιομηχανικούς ερευνητές· αναγνωρισμένες και υψηλής ποιότητας διαδικασίες για την κρίση όλων των προτάσεων χρηματοδότησης, που θα αποκτήσει εμπειρία για την κρίση «ακριβών» προτάσεων σε βάθος χρόνου· μηχανισμούς διαχείρισης και υποστήριξης (και όχι … παρακώλυσης για γραφειοκρατικούς λόγους, όπως συμβαίνει σήμερα) των χρηματοδοτηθέντων προγραμμάτων· απλοποίηση των γραφειοκρατικών διαδικασιών για την εκτέλεση των ερευνητικών προγραμμάτων· και δομές για την αποτίμηση του έργου των προγραμμάτων, με όρους προστιθέμενης ακαδημαϊκής και οικονομικής αξίας.

Τα 45 εκατομμύρια τον χρόνο – και ίσως περισσότερα – είναι απολύτως απαραίτητα για την έρευνα. Αλλά κατά την (όχι και τόσο) ταπεινή μου άποψη είναι απαραίτητα να επενδυθούν «οριζόντια» και όχι «κάθετα».

Ο βασικός κίνδυνος της «κάθετης» επένδυσης, είναι να έχουμε το λεγόμενο «Κατά Ματθαίον Αποτέλεσμα» (γνωστό στην διεθνή βιβλιογραφία ως «Mathew effect»), ένα φαινόμενο που περιέγραψε ο Robert Merton το 1968, και βασίζεται στην «παραβολή των ταλάντων» του Ευαγγελιστή: «τῷ γὰρ ἔχοντι παντὶ δοθήσεται καὶ περισσευθήσεται, ἀπὸ δὲ τοῦ μὴ ἔχοντος καὶ ὃ ἔχει ἀρθήσεται ἀπ᾿ αὐτοῦ». Διοχετεύοντας σημαντικά κονδύλια σε ένα νέο δίκτυο αριστείας, πολλοί νέοι ερευνητές που ξεκινούν τώρα και δεν είναι ακόμα τόσο ανταγωνιστικοί σε σχέση με πιο έμπειρους συναδέλφους, αποστερούνται από απολύτως απαραίτητα κονδύλια για να στήσουν τα εργαστήρια τους, και ουσιαστικά αυτοτροφοδοτείται το brain drain. Οι λιγότερο νέοι, που αρκετοί θα χάσουν οριακά την είσοδο τους σε ένα τέτοιο δίκτυο, χάνουν οριστικά το τρένο καθώς μη όντας σε θέση να προσελκύσουν κονδύλια γίνονται σε βάθος χρόνου «βάρος» για το σύστημα. Και τέλος, οι αρχικά επιτυχόντες, μπαίνουν σε ένα δίκτυο αυτο-επιβεβαίωσης από το οποίο δύσκολα θα βγουν έχοντας πολύ περισσότερα χρήματα από τους συναδέλφους τους,που θα αδυνατούν να τους συναγωνιστούν. Επιπλέον η υπερβολική άνεση ίσως τους ωθήσει να «χαλαρώσουν» τις προσπάθειες του στο κυνήγι ανταγωνιστικών ευρωπαϊκών προγραμμάτων, επαναπαυόμενοι στην αντικειμενικά λιγότερο ανταγωνιστική εγχώρια χρηματοδότηση.

Για την «οριζόντια» χρηματοδότηση, ας χρησιμοποιηθεί η εμπειρία του ΕΛΙΔΕΚ. Ας μην το απαξιώσουμε τόσο εύκολα. Ήταν η πλέον αξιόλογη προσπάθεια που έγινε στην Ελληνική έρευνα, παρά τις οργανωτικές αδυναμίες του, παρά τις αστοχίες του στην κρίση προγραμμάτων, παρά τις δυσκολίες στην συνέχιση της χρηματοδότησης. Ας αφήσει για μία έστω φορά η κυβέρνηση τα μεγαλόπνοα σχέδια και τις συνεχείς αλλαγές που προσφέρονται κυρίως για πολιτική κατανάλωση. Θυμηθείτε, πως η Ιρλανδία, που αναφέρεται στην έκκληση των «53», χρειάστηκε 20 χρόνια συνέχεια και συνέπεια για να ανακατατάξει την ερευνητική της βάση προς το όφελος της οικονομίας της.

Καλώ λοιπόν την κυβέρνηση, ξέροντας πως δεν είμαι μόνος αλλά και χωρίς να έχω την υπομονή να οργανώσω την υποστήριξη αυτής της πρότασης από έγκριτους συναδέλφους, να σκεφτεί απλά και δημιουργικά για το μέλλον.

* Ο κ. Αναστάσης Περράκης, είναι βιολόγος, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Ουτρέχτης και διευθυντής ερευνών στο Ολλανδικό Ινστιτούτο για τον Καρκίνο και το Ινστιτούτο Oncode.