ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Υπόθεση Novartis, η αθέατη πλευρά

Υπόθεση Novartis, η αθέατη πλευρά

Διεργασίες, προβληματισμοί και έντονο παρασκήνιο συνθέτουν την αθέατη πλευρά των ερευνών για την υπόθεση της Novartis, καθώς σε δικαστικό επίπεδο ο χρόνος μετρά αντίστροφα για την ολοκλήρωση της προκαταρκτικής έρευνας, η οποία εμφάνισε από την αρχή εγγενείς αδυναμίες, ενώ τώρα δέχεται έντονες επικρίσεις για την οργάνωση της δικογραφίας, κυρίως σε ό,τι αφορά τους δέκα πολιτικούς τους οποίους προστατευόμενοι μάρτυρες ενέπλεξαν στην υπόθεση.

Ολες οι πληροφορίες συγκλίνουν στο ότι η Εισαγγελία Διαφθοράς προκρίνει την άσκηση ποινικών διώξεων κατά ορισμένων πολιτικών προσώπων από τους δέκα συνολικά, με την κατηγορία της δωροδοκίας, αξιοποιώντας τα υπάρχοντα στοιχεία και προσδοκώντας σε ανεύρεση, έστω και τώρα, ισχυρότερων ενδείξεων προκειμένου να στηρίξει την κατηγορία. Το τοπίο παραμένει αδιαμόρφωτο, σχετικά με το ποιους θα αφορά η δίωξη, ενώ από όλες τις πηγές επιβεβαιώνεται, παρά τις κατά καιρούς διαρροές, ότι δεν έχουν βρεθεί ενδείξεις ή στοιχεία –σε αυτή τη φάση τουλάχιστον– που να συνδέουν κάποιον από τους δέκα πολιτικούς με ροή χρημάτων. Το άνοιγμα λογαριασμών –των ιδίων, στενών συνεργατών ή συγγενικών προσώπων– δεν έχει αναδείξει ευρήματα για χρηματισμό, ενώ από την πλευρά των ερευνών, που διενεργούνται για τις αθέμιτες πρακτικές της Novartis από αμερικανικής πλευράς, δεν έχουν σταλεί στοιχεία στις ελληνικές δικαστικές αρχές που να συνδέουν πολιτικό με πολιτικό χρήμα.

Ωστόσο, εισαγγελικές πηγές διευκρίνιζαν ότι διώξεις μπορεί να ασκηθούν κατά πολιτικών για δωροδοκία με βάση τις υπάρχουσες καταθέσεις, αλλά και έγγραφα της δικογραφίας στα οποία μπορεί να προσμετρηθούν ευρήματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, μηνύματα και χειρόγραφες σημειώσεις.

Πάντως, όσο ο χρόνος τρέχει, με δεδομένη την πολιτική συγκυρία και τις προσδοκίες που είχαν καλλιεργηθεί από την κυβέρνηση για ανεύρεση επιβαρυντικών στοιχείων για χρηματισμό πολιτικών, αναγορεύοντας το συγκεκριμένο σκάνδαλο –διότι σκάνδαλο υπάρχει– σε μείζον πολιτικό θέμα, οι εισαγγελικές αρχές βρίσκονται τώρα προ σύνθετων διλημμάτων. Ιδίως μετά τις τελευταίες εξελίξεις, όταν πρώην προστατευόμενος μάρτυρας κατέστη αιφνιδίως κατηγορούμενος.

Δεδομένου ότι όλοι αντιλαμβάνονται –και μέσα στη Δικαιοσύνη– ότι η απόδοση κατηγορίας σε πολιτικό για χρηματισμό χωρίς ισχυρές ενδείξεις θα προκαλέσει οργίλες αντιδράσεις, αξία προσλαμβάνει η πληροφορία από έγκυρη δικαστική πηγή, ότι στη φάση αυτή από την ογκωδέστατη δικογραφία για τις παράνομες πρακτικές της Novartis στη χώρα μας, η υπόθεση δικαστικά θα εκκαθαριστεί, δηλαδή θα τελειώσει το στάδιο της προκαταρκτικής έρευνας, για την περίοδο 2010-2012, ενώ το υπόλοιπο κομμάτι θα παραμείνει σε διερεύνηση.

Την ίδια στιγμή, η αιφνίδια απόδοση κατηγορίας στον Νικόλαο Μανιαδάκη, έφερε και πάλι στο προσκήνιο τις συνθήκες των ερευνών, το παρασκήνιο και τις σκοτεινές πτυχές μιας υπόθεσης, που είναι σοβαρή, αλλά μπορεί τελικά να εξελιχθεί σε φιάσκο. Πηγές αναφέρουν ότι ο Μανιαδάκης, που αποτέλεσε έναν από τους τρεις προστατευόμενους μάρτυρες, στους οποίους βασίστηκε το οικοδόμημα της εμπλοκής δέκα πολιτικών, μεταξύ των οποίων πρώην πρωθυπουργοί, ο επίτροπος της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ενωση, ο κεντρικός τραπεζίτης και πρώην υπουργοί Υγείας, ήταν εξαρχής από τους βασικούς υπόπτους στην έρευνα. Τονίζουν επίσης ότι μόλις η έρευνα ξεκίνησε, αμέσως διατάχθηκε άρση του τραπεζικού απορρήτου του Μανιαδάκη, έγινε αιφνιδιαστικός έλεγχος στο σπίτι του, ερευνήθηκαν εξονυχιστικά συναλλαγές και χρήματα που βρέθηκαν και η Εισαγγελία Διαφθοράς εκινείτο στην κατεύθυνση να τον καλέσει σε εξηγήσεις.

Ωστόσο, άγνωστο πώς και γιατί, ο εν λόγω ύποπτος μετατράπηκε σε προστατευόμενο μάρτυρα με την κωδική ονομασία «Γιάννης Αναστασίου», παρά το γεγονός, ότι και μία ή ένας (είναι άγνωστο αν είναι άνδρας η γυναίκα) από τους τρεις προστατευόμενους μάρτυρες, με την κωδική ονομασία «Αικατερίνη Κελέση» μίλησε στην κατάθεσή της στους εισαγγελείς για χρηματισμό του Μανιαδάκη, πριν αυτός τεθεί σε καθεστώς προστασίας.

Τώρα, πάλι τον ψάχνουν

Ενα και πλέον χρόνο μετά, ο Νικ. Μανιαδάκης βρίσκεται κατηγορούμενος για παθητική δωροδοκία, κατηγορία που αμφισβητείται από νομικούς ως προς τη θεμελίωσή της, ενώ παράλληλα η Εισαγγελία Διαφθοράς επανήλθε και τον ψάχνει και για ξέπλυμα «μαύρου» χρήματος, ανασύροντας τις αρχικές έρευνες εις βάρος του. Οι χειρισμοί αυτοί αποτελούν ίσως την κορυφή του παγόβουνου για την ουσία των ερευνών και πώς αυτές οργανώθηκαν και προχώρησαν, δίδοντας τροφή σε όσους τις αμφισβητούν και προαναγγέλλοντας κινήσεις που ενδεχομένως αποδειχθούν κρίσιμες για το μέλλον της υπόθεσης, που παραμένει σκάνδαλο, αλλά διερευνώμενο ίσως σε κατευθύνσεις που υπαγορεύθηκαν στη λογική της πάγιας τακτικής των τελευταίων δεκαετιών, που σχετίζονται με πολιτικές αντιπαλότητες και ποινικοποίηση της πολιτικής ζωής.

Ενδιαφέρον, επίσης, σχετικά με τις έρευνες για την Novartis παρουσιάζει το γεγονός ότι υπάρχουν επικρίσεις που δημόσια διατυπώνονται από μερίδα του Τύπου για την επικεφαλής των Εισαγγελέων Διαφθοράς Ελένη Τουλουπάκη, που διαδέχθηκε την Ελένη Ράικου, επιρρίπτοντας σε αυτή ευθύνες για την οργάνωση της δικογραφίας, ενώ υπήρξαν και πληροφορίες ότι Ελληνες εισαγγελείς αρνήθηκαν, σε πρόσφατη συνάντηση, προ διμήνου περίπου, να παραλάβουν στοιχεία επιβαρυντικά για πρώην υπουργό από Αμερικανούς με τους οποίους πράγματι συναντήθηκαν στη Βιέννη. Το γεγονός διέψευσε ανώτατη εισαγγελική πηγή με τη φράση «δεν έγινε τέτοιο περιστατικό. Τι δηλαδή, μας έδιναν στοιχεία και δεν τα παίρναμε;». Ωστόσο, ο νέος εποπτεύων την Εισαγγελία Διαφθοράς Ιωάννης Αγγελής έχει υποβάλει αναφορά στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ξένη Δημητρίου για το τι ακριβώς συνέβη σε αυτή τη συνάντηση στη Βιέννη, ενώ το ενδεχόμενο ελέγχου της κ. Τουλουπάκη δεν φαίνεται πιθανό, χωρίς ωστόσο να αποκλείεται αν υπάρξει, όπως δήλωνε αρμόδια πηγή, συγκεκριμένη καταγγελία.

Το «μάθημα» της υπόθεσης Κοσκωτά

Σε κάθε περίπτωση και μέσα στη Δικαιοσύνη, όπου το κλίμα είναι ρευστό και οι προβληματισμοί έντονοι, δικαστικοί και εισαγγελικοί με πείρα πολλών ετών διατυπώνουν τη θέση πως η μόνη οδός εκκαθάρισης της υπόθεσης Novartis είναι η στοιχειοθέτηση της κατηγορίας κατά πολιτικών, γιατί, σε αντίθετη περίπτωση, η όποια κίνηση της Δικαιοσύνης θα αμφισβητηθεί, θα την εμπλέξει στην πολιτική αντιπαράθεση, θα φθείρει τον θεσμό και, ουσιαστικά, όπως έλεγε ανώτατος εισαγγελέας, «θα οδηγήσει τους πολίτες στη σκέψη ότι τίποτα δεν γίνεται ουσιαστικό, απλώς ο ένας κατηγορεί τον άλλο για πολιτικά οφέλη…». Και βεβαίως η υπόθεση Κοσκωτά και όσα έγιναν εκείνη την περίοδο δίδαξαν σε όλους ότι η ποινική ευθύνη σε πολιτικούς πρέπει να στηρίζεται σε στοιχεία και όχι σε λόγια ή μισόλογα. Αλλιώς ας μείνει η πολιτική ευθύνη και πολιτική καταδίκη για όσα πράττουν η δεν πράττουν…