ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Μιχαήλ Γ. Ιακωβίδης: Η µόνη µας ελπίδα: µια αθόρυβη επανάσταση

eforia3oures-thumb-large

Το 2018 η χώρα μας συνέχισε να κουτσαίνει, προχωρώντας με διστακτικά βήματα σε ένα πολύ ευνοϊκό περιβάλλον. Ο τουρισμός, βασική κινητήρια δύναμη της οικονομίας, ενισχύθηκε από τα γεωπολιτικά προβλήματα της Τουρκίας και τη συνεχιζόμενη αστάθεια στη Βόρεια Αφρική, τα επιτόκια παραμένουν (άγνωστο για πόσο ακόμη) χαμηλά και η παγκόσμια ανάπτυξη υψηλή, παρότι τα σύννεφα πυκνώνουν με την πιθανότητα επιβράδυνσης και χρηματοπιστωτικής αστάθειας στο 2019 να μεγαλώνει. Η Ελλάδα, μετά από μια πρωτοφανή κρίση που κοντεύει τη δεκαετία, θα έπρεπε κανονικά να έχει αρχίσει να ανακαταλαμβάνει το χαμένο της έδαφος, με τις επενδύσεις να εκτοξεύονται. Θα περίμενε κανείς να δει και τον συνεχιζόμενο μετασχηματισμό μιας οικονομίας με πολλές ανεκμετάλλευτες ευκαιρίες, με δεδομένη τη διαθεσιμότητα εργατικού δυναμικού και τις παραδοσιακές, συχνά αναποτελεσματικές δομές και επιχειρηματικές μονάδες.

∆υστυχώς όµως η κατήφεια, οι περιορισμένες επενδύσεις και η ατολμία συνεχίζουν να μας χαρακτηρίζουν. Εξετάζοντας τα βαθύτερα αίτια της σημερινής καχεξίας, βρίσκει κανείς τον ρόλο του κρατικού μηχανισμού στην Ελλάδα, του οποίου τα βαθιά πλοκάμια επηρεάζουν όλες τις πτυχές της οικονομικής δραστηριότητας. Η χώρα μας έχει όλα τα μειονεκτήματα μιας κατευθυνόμενης οικονομίας, στην οποία η διοίκηση δεν μπορεί καν να ελέγξει την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς. Οι λιγοστές δυναμικές εταιρείες έχουν συχνά οργανωτικές και διαχειριστικές αδυναμίες και δεν υπάρχει εσωτερική επιτήρηση μέσω ορθής διακυβέρνησης ούτε εξωτερικός έλεγχος, με αποτέλεσμα σκάνδαλα όπως αυτό της Folli-Follie. Ενώ επειγόντως χρειαζόμαστε στιβαρή αντιμετώπιση ζητημάτων ανταγωνισμού, πρωτοτυπούμε διεθνώς τοποθετώντας στην αρμόδια ανεξάρτητη αρχή μια πολιτικοποιημένη τέως δικαστή και σύμβουλο του πρωθυπουργού, χωρίς ειδικές γνώσεις περί τα οικονομικά του ανταγωνισμού. Το ∆ηµόσιο συνεχίζει όχι μόνο να καταδυναστεύει την οικονομία, αλλά και να κατασπαταλά πόρους, χωρίς να παρέχει στους πολίτες την ποιότητα των υπηρεσιών που πληρώνουν αδρά.

Η πυρκαγιά στο Μάτι έδειξε την τραγική αδυναμία συντονισμού και την ευθυνοφοβία αιρετών και δημόσιων λειτουργών, τα Εξάρχεια συνεχίζουν την καταστροφική τους πορεία, η ανομία αυξάνεται και μια βόλτα σε δημόσια νοσοκομεία και πανεπιστήμια δίνει μια εικόνα αποσύνθεσης. Τι μπορούμε λοιπόν να περιμένουμε σε μια χώρα που διαφεντεύεται από ένα σαθρό Δημόσιο και από το πολιτικό σύστημα που το ελέγχει και το απομυζά;

Όσο παράδοξο και να ακούγεται, το 2019 μάς δίνει τη δυνατότητα να ανατρέψουμε τον κατήφορο. Δεν αναφέρομαι εδώ στην πολιτική αλλαγή, η οποία μπορεί να έχει σημαντικές επιπτώσεις, αλλά, ανεξαρτήτως προθέσεων, θα έχει να αντιμετωπίσει την αδράνεια και την αδυναμία του «βαθέος κράτους». Αναφέρομαι στη δυνατότητα να θεσπίσουμε μια σιωπηλή επανάσταση στον τρόπο με τον οποίο αποτιμάμε και ελέγχουμε το Δημόσιο και όλους του τους λειτουργούς, αιρετούς και μόνιμους. Κάτι τέτοιο, που θα μπορούσε να εφαρμοστεί άμεσα με τη βοήθεια της τεχνολογίας (και με την πίεση των εταίρων μας), θα έδινε την αφορμή για να μετασχηματίσουμε όχι μόνο το Δημόσιο, αλλά και το πολιτικό μας σύστημα και τον δημόσιο διάλογο.

Ένας από τους σημαντικότερους λόγους για τους οποίους το ελληνικό Δημόσιο είναι τόσο δυσλειτουργικό είναι ότι δεν εστιάζει στην αποτίμηση των υπηρεσιών που προ- σφέρει. Αυτό επιτρέπει στους εκάστοτε υπευθύνους να μη λογοδοτούν. Λόγω της απουσίας στοιχείων, μπορούν να υπεκφεύγουν και να αποφεύγουν τις συνέπειες των αποτυχιών τους. Οι πολιτικοί τους προϊστάμενοι μπορούν αβίαστα να γενικολογούν και να αποτιμώνται ανάλογα με τη ρητορική τους δεινότητα, και, ακόμη περισσότερο, ανάλογα με τις σχέσεις τους με λιγότερο ή περισσότερο διαπλεκόμενα ΜΜΕ.

Αυτό που χρειαζόμαστε και προσφέρεται από την υφιστάμενη τεχνολογία είναι η αξιολόγηση των υπηρεσιών που παρέχονται σε συσχετισμό με τους πόρους που καταναλώνουν. Αυτό θα επιτρέψει μια αποτελεσματική χαρτογράφηση του τι κάνει αυτό το δυσλειτουργικό κράτος, αντί να τυρ- βάζουμε περί τον αριθμό των δημοσίων υπαλλήλων. Όπως ακριβώς η Διαύγεια μπόρεσε να εκθέσει και να περιορίσει φαινόμενα σπατάλης, έτσι και ένα σύστημα καταμέτρησης του δυναμικού κάθε υπηρεσίας (και των πόρων που καταναλώνει) και αποτίμησης των υπηρεσιών που παράγει θα θέσει τα πλαίσια της αξιολόγησης του κράτους και μιας ορθολογικής ανακατανομής πόρων.

Μια τέτοια σιωπηλή επανάσταση μπορεί και πρέπει να αρχίσει το 2019. Δεν έχουμε πλέον περιθώρια να συντηρούμε ένα τόσο αναποτελεσματικό κράτος, έχοντας φτάσει στα όρια του τι μπορεί να συντηρήσει ο δανεισμός και η (υπερ-)φορολόγηση. Πρέπει να αντιμετωπίσουμε τα βαθύτερα αίτια της κακοδαιμονίας μας, αρχίζοντας από το Δημόσιο και συνεχίζοντας με την αξιολόγηση των πολιτικών μας ηγετών και του πραγματικού τους έργου. Όσο και αν ακούγεται παράτολμο, κάτι τέτοιο είναι σήμερα εφικτό.

*Ο Μιχαάηλ Γ. Ιακωβίδης είναι καθηγητής Επιχειρηματικότητας & Καινοτομίας στο London Business School