ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Σαν βγεις στον πηγαιμό για την Αγκυρα…

san-vgeis-ston-pigaimo-gia-tin-agkyra-amp-8230-2298262

Οι συναντήσεις ηγετών της Ελλάδας και της Τουρκίας έχουν μακρά ιστορία. Τον δρόμο άνοιξε ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο οποίος τον Οκτώβριο του 1930 υπήρξε ο πρώτος επικεφαλής ελληνικής κυβέρνησης που επισκέφθηκε την Αγκυρα. Η συσσωρευμένη πείρα σχεδόν 90 ετών μάς βοηθάει να καταλήξουμε σε πολλά χρήσιμα συμπεράσματα. Ενα από αυτά, θεμελιώδες, αλλά συχνά υποτιμημένο, είναι ότι η επιτυχία τέτοιου είδους συναντήσεων εξαρτάται σε μέγιστο βαθμό από την καλή τους προετοιμασία μέσω της διπλωματικής οδού (και όχι μέσω παράπλευρων διαδικασιών), η οποία προλειαίνει το έδαφος, ώστε να αποφεύγονται δυσάρεστες εκπλήξεις, και ιδανικά να επιβεβαιώνεται προκαταβολικά η σύμπνοια των απόψεων ανάμεσα στις δύο κυβερνήσεις, προκειμένου η αίσια έκβαση των συνομιλιών να είναι περίπου δεδομένη πριν από τη διεξαγωγή τους.

Οταν ο κανόνας αυτός παραβιάζεται, τότε το αποτέλεσμα δεν είναι θετικό και τον διπλωματικό λογαριασμό τον πληρώνει κατά τεκμήριο η πιο αδύναμη πλευρά. Το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η ελληνοτουρκική συνάντηση του Εβρου τον Σεπτέμβριο του 1967, την οποία εμπνεύστηκαν –δίχως να συμβουλευτούν καθόλου τους αρμόδιους υπηρεσιακούς παράγοντες του υπουργείου Εξωτερικών– οι ιθύνοντες της χούντας: οι συνομιλίες κατέληξαν σε παταγώδη αποτυχία, η οποία επιβεβαιώθηκε δύο μήνες αργότερα, όταν, με αφορμή τα γεγονότα της Κοφίνου, η δικτατορική κυβέρνηση εξαναγκάστηκε να αποσύρει την ελληνική μεραρχία από την Κύπρο. Αντίστοιχα, η επίσκεψη του κ. Ερντογάν στην Αθήνα τον Δεκέμβριο του 2017, αντί να αναθερμάνει, επιδείνωσε τις ελληνοτουρκικές σχέσεις: ο κυριότερος λόγος ήταν πως, προφανώς, δεν είχε υπάρξει επαρκής διπλωματική προετοιμασία, η οποία θα διασφάλιζε ότι θα είχαν αποφευχθεί οι προκλητικές δηλώσεις του προέδρου της Τουρκικής Δημοκρατίας τόσο την παραμονή της άφιξής του στην Ελλάδα όσο και κατά τη διάρκεια της διαμονής του σε αυτή.

Ολα αυτά, βέβαια, καθόλου δεν σημαίνουν ότι δεν πρέπει να υπάρχουν απευθείας επαφές ανάμεσα στις ηγεσίες των δύο κρατών, ακόμα και σε περιόδους έντασης στις μεταξύ τους σχέσεις. Το δόγμα περί «μη διαλόγου» με την Τουρκία, το οποίο εφαρμόστηκε από την κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου μετά τις εκλογές του 1981, κάθε άλλο παρά απέδωσε θετικά αποτελέσματα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Η έλλειψη διαύλων επικοινωνίας, ιδίως σε επίπεδο κορυφής, τείνει να ενισχύει την καχυποψία και μάλλον να διευκολύνει, παρά να αποτρέπει, την ανάπτυξη εντάσεων: η περίπτωση της κρίσης του Μαρτίου του 1987 είναι ενδεικτική. Ομως, και πάλι, η προσεκτική προετοιμασία είναι κάτι περισσότερο από αναγκαία: η συνάντηση μεταξύ Παπανδρέου και Τουργκούτ Οζάλ στο Νταβός τον Ιανουάριο του 1988 το επιβεβαιώνει.

Σήμερα, ο κ. Τσίπρας επισκέπτεται την Αγκυρα. Δύσκολα μπορούμε να αναμένουμε μια θεαματικά θετική εξέλιξη στις ελληνοτουρκικές σχέσεις από αυτό το ταξίδι. Δεν υπάρχει απολύτως κανένα σημάδι που να καταδεικνύει την παραμικρή διάθεση της τουρκικής πλευράς να υπαναχωρήσει από τις παγιωμένες διεκδικήσεις της, οι οποίες στρέφονται ευθέως εναντίον της Ελλάδας και της Κύπρου. Η Τουρκία λειτουργεί ως αναθεωρητική δύναμη στην ευρύτερη περιοχή και θα συνεχίσει να το πράττει και στο προβλέψιμο μέλλον. Με αυτά δεδομένα, στη θέση του κ. Τσίπρα, ενόψει του ταξιδιού στην Αγκυρα, μάλλον θα διάβαζα ξανά και ξανά την «Ιθάκη» του Καβάφη, μόνο που θα αντέστρεφα τελείως το περιεχόμενο του ποιήματος: θα ευχόμουν ο δρόμος να είναι σύντομος και δίχως περιπέτειες· τους Λαιστρυγόνες, τους Κύκλωπες και τον θυμωμένο Ποσειδώνα πολύ θα τους φοβόμουν· τα «ηδονικά μυρωδικά» θα απέφευγα να τα δοκιμάσω· και την εμπειρία του ταξιδιού θα την αντάλλασσα σίγουρα με την επιτυχία του (στην προκειμένη περίπτωση, το μείζον δεν είναι να μάθεις, αλλά να μην πάθεις…). «Πάνω απ’ όλα, όχι υπερβολικός ζήλος», συμβούλευε σοφά ο Ταλλεϋράνδος, ο οποίος κάτι ήξερε από διπλωματία.

* Ο κ. Αντώνης Κλάψης είναι επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Νεάπολις Πάφου.