ΠΟΛΙΤΙΚΗ

«Για τον Ερντογάν δεν υπάρχει plan B εκτός από την εξουσία»

30s1kth

Δεν έχουν περάσει ούτε δύο μήνες από το, διπλωματικά ασύνηθες, διάρκειας δύο και πλέον ωρών τετ α τετ που είχαν ο Αλ. Τσίπρας με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Αγκυρα. Στο διάστημα που μεσολάβησε, ο Τούρκος πρόεδρος πρόλαβε να επαναλάβει την πρόθεση ή σκέψη του για μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τέμενος, να δηλώσει ότι η Πόλη είναι «πόλη του Ισλάμ» και να πετάξει τους Ελληνες στη θάλασσα. Επιπλέον, πέραν από τις συνήθεις παραβιάσεις, μαχητικά της Τουρκίας «παρενόχλησαν» και το ελικόπτερο που μετέφερε τον Ελληνα πρωθυπουργό στο Αγαθονήσι, ανήμερα την 25η Μαρτίου.

Για τον επίκουρο καθηγητή και επικεφαλής του τμήματος Διεθνών Σχέσεων του πανεπιστημίου Kadir Has της Κωνσταντινούπολης, Δημήτρη Τριανταφύλλου, μία πρώτη εξήγηση για το παράδοξο των ελληνοτουρκικών σχέσεων, είναι οι εκλογές και ο εμπεδωμένος εθνικισμός της τουρκικής κοινωνίας, που πυροδοτούν κυβέρνηση και αντιπολίτευση. Και, βεβαίως, η επιλογή του ίδιου του Ερντογάν να αντιμετωπίζει κάθε εκλογική αναμέτρηση, όπως τις αυριανές αυτοδιοικητικές εκλογές, ως ύψιστης σημασίας για την πολιτική του επιβίωση.

«Ο Ερντογάν κτίζει πάνω στον εθνικισμό, ένα στοιχείο πολύ έντονο στην τουρκική κοινωνία» επισημαίνει στις «Σαββατιάτικες Συναντήσεις» ο 52χρονος Τριανταφύλλου, υπογραμμίζοντας ότι «είναι μία γενικότερη σύλληψη που έχουν οι Τούρκοι, είτε “κοσμικοί” είτε “ισλαμιστές”, ότι η Τουρκία ιδρύθηκε ως απάντηση στα σχέδια των μεγάλων δυνάμεων να διαλύσουν την οθωμανική αυτοκρατορία. Είναι ένας “φόβος” έναντι των ξένων που προβάλλεται τόσο στην τουρκική ιστορία όσο και στην εξωτερική πολιτική». Προχωρά, μάλιστα, σε έναν παραλληλισμό με την ελληνική κοινωνία: «Μοιάζει με αυτό που είχε πει ο Σαρτζετάκης πως “ήμαστε Εθνος ανάδελφον”… βεβαίως ο Καραμανλής είχε υπογραμμίσει το “ανήκομεν εις την Δύσιν”. Πολλές φορές και εμείς, ως ελληνική κοινωνία, αναρωτιόμαστε αν ανήκουμε στη δύση ή είμαστε μόνοι μας. Αυτό συμβαίνει και στην Τουρκία. Δεν είναι τυχαίο ότι λένε πως δεν υπάρχει καλύτερος φίλος από έναν Τούρκο».

Για τον Τριανταφύλλου, ο οποίος κατοικεί μόνιμα στην Κωνσταντινούπολη τα τελευταία 8 χρόνια, ο Ερντογάν επενδύει στην εθνικιστική – πατριωτική βάση και, παράλληλα, έρχεται να νομιμοποιήσει αφενός τον συντηρητισμό της τουρκικής κοινωνίας αφετέρου, δε, το επί μακρόν καταπιεσμένο θρησκευτικό – ισλαμικό αίσθημα μεγάλης μερίδας πολιτών. Ειδικά, δε, μετά το πραξικόπημα ο Τούρκος πρόεδρος αντιμετωπίζει κάθε εκλογή ως μάχη δίχως αύριο: «Ο Ερντογάν κατήργησε τη λογική της ομαλής εναλλαγής στην κυβέρνηση ή στην ηγεσία των κομμάτων, και αποφάσισε ότι θα πρέπει να μείνει πάση θυσία στην προεδρία. Δεν υπάρχει για τον ίδιο plan B». Εξηγώντας την αγωνία του Ερντογάν για τις αυτοδιοικητικές εκλογές, ο συνομιλητής μου σημειώνει πως «εάν αρχίσει και χάνει μεγάλους δήμους, δεν αποκλείεται να βρεθεί αντιμέτωπος με αμφισβήτηση μέσα στο κόμμα του». Κι αυτό, παρά το γεγονός πως ο Ερντογάν έχει πετύχει, ουσιαστικά, να «εξαφανίσει» τους τρεις άλλους συνιδρυτές του AKP και να διαμορφώσει έναν σχεδόν προσωποπαγή εσωκομματικό μηχανισμό με στελέχη της νεότερης γενιάς.

Με σπουδές Πολιτικών Επιστημών και Ιστορίας στο πανεπιστήμιο Berkeley της Καλιφόρνιας και μεταπτυχιακό και διδακτορικό τίτλο στις διεθνείς σχέσεις και στη διπλωματία από τη σχολή Fletcher School του Πανεπιστημίου Tufts, ο Δημ. Τριανταφύλλου δεν έχει ψευδαισθήσεις ότι η επιθετική ρητορική της Αγκυρας έχει αποκλειστικά προεκλογικές σκοπιμότητες. «Θα ήθελα να πιστέψω ότι θα αλλάξουν τα δεδομένα μετά τις εκλογές, αλλά δεν το βλέπω…», σημειώνει, κάνοντας λόγο για αυξανόμενη έλλειψη εμπιστοσύνης όχι μόνον στις σχέσεις της Αγκυρας με την Αθήνα αλλά, ουσιαστικά, στις σχέσεις της Τουρκίας με οποιαδήποτε άλλη χώρα. Ο Τριανταφύλλου αναδεικνύει ως μείζον πρόβλημα της επόμενης ημέρας για τον Ερντογάν την οικονομία, αλλά και ένα διεθνές περιβάλλον πίεσης που διαμορφώνουν ο πόλεμος στη Συρία, η διαμάχη με τις ΗΠΑ για τα F-35 και του S-400, η… «ανίερη» συμμαχία με τη Μόσχα, οι ενεργειακές πρωτοβουλίες στην Ανατολική Μεσόγειο με τις τριμερείς συναντήσεις Ελλάδας και Κύπρου με Ισραήλ και Αίγυπτο. Δεν αποκλείει, συνεπώς, σε περιόδους πίεσης, ο Ερντογάν να επιλέγει, κατά περίπτωση, την ένταση ως απάντηση στα προβλήματα που ορθώνονται μπροστά του.

O ίδιος, πάντως, επιμένει ότι ο διάλογος με τον «ιδιαίτερο» γείτονά μας θα πρέπει να συνεχιστεί. «Ολα τα κόμματα που κυβέρνησαν από το 1999 βασίζουν την πολιτική μας έναντι της Αγκυρας στην ευρωτουρκική προσέγγιση, στην πορεία εισόδου της Τουρκίας στην Ε.Ε. Ποιο είναι το εναλλακτικό μας σχέδιο, εάν δεν προχωρήσει αυτό;», αναρωτιέται ο Δημ. Τριανταφύλλου, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για πιο σοβαρή προσέγγιση και άνοιγμα του διαλόγου στην κοινωνία των πολιτών. Οπως παρατηρεί, οι συνομιλίες έχουν περιοριστεί μόνον σε επίπεδο κορυφής, διότι αυτό θέλει ο Ερντογάν και αυτό, πιθανώς, εξυπηρετεί τον Αλ. Τσίπρα. «Είναι λάθος η αντίληψη ότι επειδή ο νυν πρόεδρος έχει πολύ περισσότερες εξουσίες από κάθε προκάτοχό του, δεν υπάρχει από κάτω μία κοινωνία που γίνονται ζυμώσεις και συζητήσεις» εξηγεί, αναγνωρίζοντας πάντως ότι αυτές οι συζητήσεις δεν είναι εύκολες, καθώς ούτε η ελληνική κοινή γνώμη είναι ώριμη και «εκπαιδευμένη» από την πολιτική ηγεσία. «Διάλογος δεν σημαίνει ότι θα εγκαταλείψουμε τα δικαιώματά μας, την ΑΟΖ ή δεν θα έχουμε μία ισχυρή αποτρεπτική δύναμη έναντι της Αγκυρας, αλλά και η Τουρκία ως παράκτια χώρα έχει δικαιώματα. Προφανώς, διαφωνούμε στο εύρος των δικαιωμάτων αλλά δεν μπορούμε να την αποκλείσουμε. Αν την αποκλείσουμε, θα έχουμε μεγαλύτερη ασφάλεια ή μεγαλύτερη ανασφάλεια;».

Ακολουθώντας τον πατέρα του, διοικητικό υπάλληλο στο υπουργείο Εξωτερικών, ο Τριανταφύλλου πέρασε την παιδική και εφηβική του ηλικία γυρίζοντας τον κόσμο. Βρέθηκε σε Ουάσιγκτον, Πεκίνο, Νέο Δελχί και τέλος για το λύκειο στο Σαν Φρανσίσκο. Επέστρεψε στην Ελλάδα για τη στρατιωτική του θητεία και τελικά ο δρόμος τον φέρνει απέναντι στους Θάνο Βερέμη, Γιάννη Βαληνάκη και Θόδωρο Κουλουμπή και στο ΕΛΙΑΜΕΠ. Εχοντας, εκ των πραγμάτων, πολυπολιτισμικές αναφορές, ο Τριανταφύλλου βιώνει τη ραγδαία αλλαγή της Τουρκίας και το πέπλο φόβου πάνω από τη χώρα. Παρά το γεγονός ότι η πορεία εκδημοκρατισμού στη γείτονα έχει πλέον «παγώσει», ο ίδιος νιώθει ότι έχει την ακαδημαϊκή ελευθερία να κάνει πράγματα που, όπως λέει, θα ήθελε αλλά ήταν αδύνατο να κάνει στα ελληνικά ΑΕΙ. «Καταλαβαίνω ποια είναι η Τουρκία, την αντίληψη που έχουν οι Τούρκοι ότι υπάρχουν στιγμές που πρέπει να σκύβουν το κεφάλι, γιατί είναι και ζήτημα επιβίωσης…. αλλά στον περιορισμένο δικό μου χώρο, συνεχίζω και μπορώ να κάνω πράγματα και υπό αυτή την έννοια μπορώ ακόμη να υπερασπιστώ αυτή τη χώρα».