ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Οι δημοσκοπήσεις στο μικροσκόπιο

gkka_05_05052019_cmyk_page_1_image_0001
s5_050519_euroelections

Βρισκόμαστε ακριβώς τρεις εβδομάδες πριν από τις περιφερειακές και δημοτικές εκλογές, αλλά και τις ευρωεκλογές. Η 26η Μαΐου –ιδίως η αναμέτρηση των ευρωεκλογών– έχει λάβει χαρακτήρα λαϊκής ετυμηγορίας για τη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και το αποτέλεσμά της αναμένεται να επηρεάσει καταλυτικά τις προσδοκίες και το πολιτικό κλίμα μέσα στο οποίο θα διεξαχθούν οι εθνικές εκλογές που θα ακολουθήσουν. Οι δημοσκοπήσεις, οι οποίες αμφισβητούνται τα τελευταία χρόνια σε όλο τον κόσμο, θα τεθούν αναπόφευκτα για μία ακόμα φορά στο επίκεντρο της πολιτικής συζήτησης. Στο πλαίσιο αυτό θέσαμε στον γενικό διευθυντή της εταιρείας Pulse Γιώργο Αράπογλου δέκα κεντρικά ερωτήματα με σκοπό την αξιόπιστη και νηφάλια αποσαφήνιση των δυνατοτήτων, αλλά και των ορίων που μπορεί να έχει σήμερα μία αξιόπιστη επιστημονική μέτρηση της κοινής γνώμης.  

Ισχύει η εκτίμηση ότι στις ΗΠΑ, στη Βρετανία, στη Γερμανία, στην Ιταλία αλλά και στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια οι δημοσκοπήσεις υποεκτιμούν τη λεγόμενη «αντισυστημική ψήφο»;
Στο δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία της Σκωτίας, οι δημοσκοπήσεις έδειχναν υπερψήφισή της. Συνέβη το αντίθετο. Υπήρχαν πολλοί αναποφάσιστοι και θεωρήθηκε ότι αυτοί έγειραν προς την υπάρχουσα κατάσταση, το status quo. Από την άλλη, στο Brexit και στην επικράτηση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, οι αναποφάσιστοι φάνηκε να επιλέγουν την αμφισβήτηση.

Δεν υπάρχει μια απλή και γενική αιτία αστοχιών. Κάθε περίπτωση έχει τις ιδιαιτερότητές της. Τις ψάχνουμε με ψυχραιμία, τις μελετάμε με προσοχή και προσπαθούμε να βγάλουμε τα σωστά συμπεράσματα ώστε να υπάρξει βελτίωση. Οπως στην περίπτωση της επικράτησης του Τραμπ που δεν ήταν ακριβώς αστοχία. Είχε προβλεφθεί η επικράτηση της Χίλαρι Κλίντον στη λαϊκή ψήφο με +3%. Πράγματι, κέρδισε με +2,1%! Η «απόκλιση» συνέβη σε πολιτειακό επίπεδο και είχε να κάνει και με τον (πλειοψηφικό) εκλογικό νόμο, όπως επίσης με θέματα στάθμισης και διάφορους άλλους παράγοντες. Σε σημαντικό βαθμό επέδρασε και το μεγάλο κομμάτι του εκλογικού σώματος που αποφάσισε τις τελευταίες ημέρες – ενώ ήταν διαπιστωμένο ότι και οι δύο υποψήφιοι είχαν ιστορικά χαμηλές δημοτικότητες!

Δεν σας προβληματίζουν οι διαφορές μεταξύ δημοσκοπήσεων διαφορετικών εταιρειών;
Ας δούμε κατ’ αρχάς τι μπορούμε να συγκρίνουμε: Δεν συγκρίνουμε ανόμοια: η «Πρόθεση ψήφου με όλες τις απαντήσεις» (και αναποφάσιστους), δεν συγκρίνεται με μια «αναγωγή επί των εγκύρων» (με αναποφάσιστους αλλά χωρίς λευκό-άκυρο-αποχή) και πολύ περισσότερο με μια «Εκτίμηση» χωρίς καθόλου αναποφάσιστους! Προτιμάμε να συγκρίνουμε δημοσκοπήσεις της ίδιας εταιρείας που έγιναν με την ίδια μεθοδολογία. Μόνο έτσι μπορούμε να διαπιστώσουμε διαχρονικές τάσεις και διαφοροποιήσεις.

Μεταξύ διαφορετικών εταιρειών, λαμβάνουμε υπόψη μας το σύνολο των στοιχείων: τρόπο συλλογής, μεθοδολογία στάθμισης και ανάλυσης, ακριβείς διατυπώσεις των ερωτήσεων και για την πρόθεση ψήφου το ύψος της «Γκρίζας ζώνης» (αναποφάσιστοι, Δ.Α., λευκό, άκυρο, αποχή).

Δεν βρίσκω, πάντως, αρνητικό το να υπάρχουν αρκετές δημοσκοπήσεις και κάποιες να έχουν αξιόλογες διαφορές μεταξύ τους. Εκτός όλων των άλλων, υπενθυμίζει την αβεβαιότητα και τα μεγάλα περιθώρια σφάλματος που συνοδεύουν κάθε δημοσκοπική εκτίμηση.

Οι δημοσκοπήσεις στην Ελλάδα γίνονται με βάση την απογραφή του 2011. Από τότε όμως, λόγω της κρίσης, έχει επιταχυνθεί η μεταβολή των δημογραφικών (εισοδηματικών, επαγγελματικών κ.ά.) δεδομένων, με αποτέλεσμα η «ακτινογραφία» του πληθυσμού του 2011 ανά εισοδηματική και επαγγελματική κατανομή να απέχει αισθητά από τη σημερινή κοινωνική πραγματικότητα.
Με πρωτογενή αποτελέσματα (raw data) που έχουν προκύψει από τυχαία δειγματοληψία θα μπορούσαμε να έχουμε μια ικανοποιητική αποτύπωση της κατάστασης, χωρίς ανάγκη περαιτέρω στατιστικής επεξεργασίας ή σταθμίσεων. Είναι όμως αντιπροσωπευτικό το δείγμα αυτό; Πόσοι ανοίγουν σήμερα την πόρτα του σπιτιού τους για μια έρευνα «πρόσωπο με πρόσωπο» ή με κάλπη; Πόσοι δεν έχουν σταθερό τηλέφωνο; Απαντούν με την ίδια άνεση οι ψηφοφόροι όλων των κομμάτων;

Ζητήματα μη ανταπόκρισης ή πληρότητας της κάλυψης μπορούν να αντιμετωπιστούν με στάθμιση, κάτι που λύνει κάποια προβλήματα αλλά προσθέτει νέους προβληματισμούς: είναι τα δεδομένα αναφοράς, σωστά και αντιπροσωπευτικά; Ούτε στην Ευρώπη –ακόμα περισσότερο στη χώρα μας– δεν είναι εύκολη η πρόσβαση σε πλήρη και επικαιροποιημένα δεδομένα. Και ποιες σταθμίσεις τελικά χρειάζονται;

Δεν υπάρχει ένα δοκιμασμένο και επιβεβαιωμένο πρωτόκολλο που ακολουθώντας το θα προσεγγίσουμε με σιγουριά την αλήθεια. Η βελτίωση των ερευνητικών αποτελεσμάτων απαιτεί συνεχή αναζήτηση, διερεύνηση, δοκιμές, διαπιστώσεις και διορθώσεις. Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε είναι πολλές και ο περιορισμός των σφαλμάτων, ένας δύσκολος και κινούμενος στόχος.

Οι δημοσκοπήσεις χειροτερεύουν χρόνο με τον χρόνο; Παλαιότερα τα κατάφερναν καλύτερα; Τουλάχιστον, αυτή η αίσθηση υπάρχει.
Δεν θα συμφωνήσω. Υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις ότι οι δημοσκοπήσεις είχαν πάντοτε υψηλότερα περιθώρια σφάλματος από ό,τι συνήθως παρουσιάζεται ή νομίζουμε. Με βάση ένα σύνολο δεδομένων από περίπου 27.000 δημοσκοπήσεις για 338 εκλογές σε 45 χώρες (και την Ελλάδα) για πάνω από 70 χρόνια (και το 2015), οι Γουίλ Τζένινγκς και Κρίστοφερ Βλζεν το 2018, βρήκαν ότι το μέσο επίπεδο σφάλματος στις δημοσκοπήσεις έχει παραμείνει αξιοσημείωτα σταθερό με την πάροδο του χρόνου. Ο μύθος της παλαιότερης «χρυσής» εποχής των δημοσκοπήσεων, το μεγαλύτερο πλήθος τους σήμερα, η εξέλιξη της τεχνολογίας που μας κάνει πιο απαιτητικούς και πιο αυστηρούς, η χρήση τους στο πολιτικό παιχνίδι, όλα αυτά μας κάνουν να πιστεύουμε εσφαλμένα ότι γίνονται χειρότερες.

Πόσο επηρεάζουν σήμερα οι αναποφάσιστοι που αποφασίζουν τελευταία στιγμή και πόσο αυτοί που συστηματικά δεν αποκαλύπτουν την ψήφο τους;
Σημαντικά, ιδιαίτερα σήμερα που το εκλογικό σώμα έχει γίνει πιο ευμετάβλητο. Η συμπεριφορά γενικότερα της «Γκρίζας ζώνης» επηρεάζει καθοριστικά το αποτέλεσμα και είναι αυτή που κάνει τις (προεκλογικές) δημοσκοπήσεις «επιτυχημένες» ή «άστοχες». Γι' αυτό τον λόγο η εταιρεία μας επιδιώκει να παρουσιάζει ενδιαφέρουσες υποαναλύσεις (και την «προέλευση») αυτής της ιδιαίτερα ενδιαφέρουσας ομάδας συμπολιτών μας. Ενδεχομένως εκεί –κατά τις δικές μας εκτιμήσεις σε μεγάλο βαθμό–οφείλεται και η απόκλιση αρκετών δημοσκοπήσεων τον Σεπτέμβριο του 2015, όταν πολλοί από τους αναποφάσιστους (που είχαν ψηφίσει ΣΥΡΙΖΑ τον Ιανουάριο του 2015) επέλεξαν να ψηφίσουν το ίδιο. Σημαντικός παράγοντας ήταν και η αποχή. Κάθε εκλογική αναμέτρηση αποτελεί νέο μάθημα και προσφέρει πολύτιμη εμπειρία στους ερευνητές.

Επιβεβαιώνοντας τα παραπάνω, σύμφωνα και με τη διεθνή βιβλιογραφία, τα σφάλματα προκαλούνται περισσότερο:

• Από προβλήματα αντιπροσωπευτικότητας του δείγματος ή στάθμισης.

• Από το αν μεγάλος αριθμός αναποφάσιστων (και γενικότερα της «Γκρίζας ζώνης») αποφασίσει να κινηθεί τις τελευταίες ημέρες, ομαδικά προς μια κατεύθυνση.

• Σε προβληματικούς (κάποιες φορές) υπολογισμούς συμμετοχής και αποχής.

• Σε «αλλαγές στο παραπέντε», όταν ψηφοφόροι αλλάζουν γνώμη για το τι θα ψηφίσουν, την τελευταία στιγμή, ακόμα και την ίδια την ημέρα των εκλογών.

Αντίθετα, υπάρχουν ελάχιστες ενδείξεις ότι οι «αστοχίες» οφείλονται σε ερωτώμενους που λένε ψέματα για το τι θα ψηφίσουν.

Την τελευταία δεκαετία έχει αυξηθεί σημαντικά και στην Ελλάδα το ποσοστό πολιτών που δεν διαθέτουν σταθερό τηλέφωνο ή που αρνούνται να απαντήσουν στους ερευνητές γιατί θεωρούν τις δημοσκοπήσεις εισβολή του «συστήματος» στον ιδιωτικό βίο. Τι κάνουν οι εταιρείες προκειμένου να αποκρυπτογραφούν και να συνυπολογίζουν στο τελικό δείγμα το σύνολο του πληθυσμού;
Στη Βρετανική Μελέτη Εκλογών που είναι μια έρευνα «πρόσωπο με πρόσωπο», το ποσοστό απάντησης το 1963 ήταν κοντά στο 80%. Το 2015 ήταν μόλις λίγο πάνω από το 50% και μάλιστα με σημαντικά μεγαλύτερο κόστος. Πόσοι ανοίγουν εύκολα την πόρτα τους σε (άγνωστους) ερευνητές πλέον; Ολα αυτά οδήγησαν, το μεγαλύτερο μέρος των ερευνών δειγματοληψίας, στο τηλέφωνο!

Αλλά και εκεί η συμμετοχή δυσκολεύει. Και στη χώρα μας –πολύ περισσότερο σε χώρες τους εξωτερικού– το ποσοστό του πληθυσμού με σταθερό τηλέφωνο μειώνεται και αυξάνονται τα νοικοκυριά «μόνο με κινητό». Δοκιμάζουμε την ενσωμάτωση αριθμών κινητής τηλεφωνίας στα τηλεφωνικά πλαίσια δειγματοληψίας. Υπάρχει αβεβαιότητα σχετικά με τον καλύτερο τρόπο και κάποια προβλήματα…

Στις διαδικτυακές έρευνες υπάρχουν επίσης θέματα προς αντιμετώπιση. Κάνουμε δοκιμές και αναζητούμε λύσεις. Στη χώρα μας απέχουμε ακόμα από το να θεωρήσουμε τις διαδικτυακές έρευνες αντιπροσωπευτικές του γενικού πληθυσμού.

Η μάχη των δύο αρχηγών

Πού υπερτερεί ο Αλέξης Τσίπρας και πού ο Κυριάκος Μητσοτάκης;
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης –ο οποίος σταθερά προηγείται στην «καταλληλότητα για πρωθυπουργός»– διαθέτει την καλύτερη επίδοσή του μεταξύ αυτών που χαρακτηρίζουν «μέτρια» την οικονομική τους κατάσταση – στην πολυπληθέστερη δηλαδή ομάδα και ουσιαστικά στον πυρήνα (και στην πλειονότητα) της μεσαίας τάξης. Υψηλά ποσοστά συγκεντρώνει και στις υπόλοιπες ομάδες με βάση την προσωπική τους οικονομική κατάσταση. Η αποδοχή του πρωθυπουργού ενισχύεται όσο βελτιώνεται η οικονομική κατάσταση των ερωτηθέντων και καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό του μεταξύ αυτών που χαρακτηρίζουν τα οικονομικά τους «άνετα». Τα ποσοστά και των δύο κομμάτων (του κυβερνώντος περισσότερο) δέχονται πιέσεις μεταξύ των συμπολιτών μας που τα βγάζουν πέρα «πολύ δύσκολα».

Το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών και ο δρόμος προς τις εθνικές κάλπες

Πόσο επηρεάζει η αποχή; Ηδη, από τις εθνικές εκλογές του 2007 μειώνεται σταθερά η συμμετοχή. Στις εκλογές του Σεπτεμβρίου 2015 άγγιξε το χαμηλότερο ιστορικά ποσοστό (55%). Σε σχέση με τις εκλογές Ιανουαρίου 2015, τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους ο ΣΥΡΙΖΑ ψηφίστηκε από 200.000 πολίτες λιγότερους και η Ν.Δ. από 300.000 λιγότερους. Επίσης, στις ευρωεκλογές, ακόμα και σε εποχές πόλωσης, οι πολίτες συνηθίζουν να επιλέγουν σε σημαντικό βαθμό μικρά κόμματα. Ποιες είναι οι εκτιμήσεις σας;
Ο βαθμός συμμετοχής είναι ένας ακόμα καθοριστικός παράγοντας για το τελικό αποτέλεσμα. Η υψηλή συμμετοχή δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένη, όπως στο παρελθόν. Στις ευρωεκλογές συνήθως δεν καταρρίπτονται ρεκόρ συμμετοχής και ευνοούνται λίγο περισσότερο τα μικρά κόμματα. Δεν μπορούμε να αποκλείσουμε κάποιο ή κάποια από αυτά να κάνουν την έκπληξη.

Ομως, η μεγάλη απόσταση από τις προηγούμενες κάλπες, το έντονα πολωμένο κλίμα και η ταυτόχρονη διεξαγωγή δημοτικών και περιφερειακών εκλογών, μας προετοιμάζουν για μια εκλογική μάχη που, αυτή τη φορά, μάλλον θα θυμίζει (σε συμμετοχή και ποσοστά) περισσότερο βουλευτικές εκλογές.

Από την άλλη πλευρά, ας μην αγνοήσουμε εντελώς τον παράγοντα «καιρός», ιδιαίτερα αν θυμηθούμε ότι στην πρόσφατη δημοσκόπησή μας για το κεντρικό δελτίο ειδήσεων του ΣΚΑΪ καταγράφηκε ότι οι νεότεροι ψηφοφόροι ηλικίας 17 έως 29 ετών είναι οι λιγότερο αποφασισμένοι και σίγουροι για το τι θα ψηφίσουν – μια μάλλον ανησυχητική παράμετρος για τα κόμματα που τρέφουν εκλογικές προσδοκίες από αυτές τις ηλικίες, αλλά και για τις εταιρείες δημοσκοπήσεων!

Επειδή αναφερθήκατε στην πρόσφατη δημοσκόπησή σας, σε ποιες δημογραφικές κατηγορίες (επαγγελματικές, ηλικιακές, εισοδηματικές, γεωγραφικές) είναι ισχυρός ο ΣΥΡΙΖΑ και σε ποιες η Ν.Δ.; 
Οι αναλύσεις των αποτελεσμάτων σε υποομάδες του πληθυσμού είναι, κατά την άποψή μου, από τις πιο ενδιαφέρουσες πληροφορίες μιας δημοσκόπησης. Αρκεί να θυμόμαστε, όμως, ότι τα περιθώρια σφάλματος είναι αρκετά μεγαλύτερα από ό,τι στο σύνολο του δείγματος. Για παράδειγμα: +/- 3% για το σύνολο του δείγματος έναντι +/- 6% για την υποομάδα των ηλικιών «45-59 ετών» (σε έρευνα 1.050 συνεντεύξεων, με βαθμό βεβαιότητας 95% και για ερωτήματα με περίπου μοιρασμένες απαντήσεις). Επομένως, δεν στεκόμαστε τόσο στα ακριβή ποσοστά ή στις μικροδιαφορές, αλλά στις τάσεις και στις σημαντικές διαφοροποιήσεις από τον πανελλαδικό μέσον όρο.

Η Νέα Δημοκρατία ενισχύεται όσο μεγαλώνει η ηλικία των ερωτωμένων. Ο ΣΥΡΙΖΑ διαθέτει μια πιο ομοιόμορφη εικόνα σε όλες τις ηλικίες. Τα ποσοστά του στην Αττική βρίσκονται κοντά στον πανελλαδικό του μέσον όρο. Καταγράφει (αξιόλογες) απώλειες σε Μακεδονία-Θράκη, όμως η (μικρή) βελτίωσή του στην (αρκετά μεγαλύτερη πληθυσμιακά) υπόλοιπη Ελλάδα μοιάζει να τις καλύπτει σε κάποιο βαθμό.

Πιο ισορροπημένη είναι η εικόνα για την αξιωματική αντιπολίτευση σε όλη την Ελλάδα – εμφανίζεται ενισχυμένη σε Αττική, Μακεδονία-Θράκη.

Σε ποιο βαθμό το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών μπορεί να «κλειδώσει» το αποτέλεσμα των εθνικών εκλογών;
Να το «κλειδώσει» απόλυτα, δεν θα το έλεγα. Κάθε εκλογική αναμέτρηση είναι μια νέα μάχη, διαφορετική και αβέβαιη σε κάποιο βαθμό, ανεξάρτητα από ό,τι έχει προηγηθεί. Ομως, στο ερώτημα αν το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών θα επηρεάσει τις εθνικές εκλογές που ακολουθούν σύντομα, απαντώ προφανώς ναι… και θα έλεγα καθοριστικά! Πολιτικά, η επόμενη ημέρα θα είναι διαφορετική. Θα υπάρχει επίσημη, καταγεγραμμένη αποτύπωση της εκλογικής δύναμης των κομμάτων.

Αν οι δημοσκοπήσεις «βάλλονται» ή «αστοχούν», ένα επίσημο εκλογικό αποτέλεσμα –όποιο κι αν είναι αυτό– δεν μπορεί να αμφισβητηθεί!