ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ανασυγκροτείται η ΚΟ του Ποταμιού

Ανασυγκροτείται η ΚΟ του Ποταμιού

Ως εξέλιξη η οποία -όπως σχολιάζεται- αποκαθιστά εν μέρει, και στο μέτρο που της αναλογεί, την «κανονικότητα» στον Ναό της Δημοκρατίας, θεωρείται η δρομολόγηση των αναγκαίων υπηρεσιακών ενεργειών προκειμένου να «ανασυσταθεί» η Κοινοβουλευτική Ομάδα του Ποταμιού.

Για την εξέλιξη αυτή, περί την οποία ενημέρωσε επισήμως με έγγραφό του ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου Ν.Βούτσης τον επικεφαλής του Ποταμιού Στ. Θεοδωράκη, ιδιαίτερης βαρύτητας θεωρείται σχετική γνωμοδότηση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου της Βουλής. Τη γνωμοδότηση αυτή είχε με επιστολή του ζητήσει προ ημερών ο κ. Θεοδωράκης, καθώς με την ορκωμοσία δύο βουλευτών που ήταν υποψήφιοι στις προηγούμενες βουλευτικές εκλογές με τους συνδυασμούς του κόμματός του, συμπληρώθηκε ο ελάχιστος απαιτούμενος (πέντε) από τον Κανονισμό αριθμός μελών της εθνικής αντιπροσωπείας προκειμένου να υπάρχει οργανωμένη και αναγνωρισμένη Κοινοβουλευτική Ομάδα.

anasygkroteitai-i-ko-toy-potamioy0

Ως γνωστόν, η αρχικώς σχηματισθείσα Κ.Ο. Του Ποταμιού είχε «διαλυθεί» μετά αοπό τις ανεξαρτητοποιήσεις σειράς βουλευτών του, με αποτέλεσμα οι τρεις εναπομείναντες (πέραν του κ. Θεοδωράκη ήταν οι Γ. Αμυράς και Σπ. Λυκούδης) να θεωρούνται «ανεξάρτητοι». Δύο εκ των ανεξαρτητοποιηθέντων, στο πέρασμα του χρόνου εντάχθηκαν στην ΝΔ (Γ.Αμυράς και Αικατερίνη Μάρκου) και τώρα, προκειμένου να είναι υποψήφιοι για την Ευρωβουλή, παραιτήθηκαν του βουλευτικού αξιώματος. Στη θέση τους, επιλαχόντες των συνδυασμών του Ποταμιού, ορκίστηκαν οι Αντιγόνη Λυμπεράκη και Νικ. Νυφούδης. Τούτου δοθέντος, ο επικεφαλής του Ποταμιού στην επιστολή του προς τον κ. Βούτση, επικαλούμενος σχετική διάταξη του Κανονισμού, σημείωνε ότι μπορεί πλέον να επανασυσταθεί η ΚΟ, και προς επίρρωση αυτού ζήτησε να γνωμοδοτήσει σχετικά το Επιστημονικό Συμβούλιο της Βουλής.

anasygkroteitai-i-ko-toy-potamioy1

Το Συμβούλιο επέδωσε τη γνωμοδότησή του στο γραφείο του Προέδρου χθες και ο κ. Βούτσης σήμερα με απαντητική του επιστολή αναφέρει στον κ. Θεοδωράκη ότι οι υπηρεσίες της Βουλής κινούν τις σχετικές διαδικασίες. Αυτό, για τα κοινοβουλευτική ζωή σημαίνει εκτός όλων των άλλων ότι ο Πρόεδρος του Ποταμιού ως επικεφαλής ΚΟ θα μπορεί να συμμετέχει στις συζητήσεις των πολιτικών αρχηγών, το κόμμα θα δικαιούται εκ νέου θέση Αντιπροέδρου, θα είναι αυξημένες οι παρουσίες στις συζητήσεις νομοσχεδίων κ.ά. Ολα αυτά τα δικαιώματα είχε χάσει το Ποτάμι, εξαιτίας της «διάλυσης» της ΚΟ, που προκάλεσε το γεγονός ότι βουλευτές οι οποίοι είχαν εκλεγεί με τους συνδυασμούς του κόμματος, διαφωνώντας με τις κεντρικές επιλογές αποχώρησαν, δίχως όμως να παραδώσουν τις έδρες τους – κάτι το οποίο θα σήμαινε ότι το συγκεκριμένο κόμμα θα διατηρούσε την αναγνωρισμένη κοινοβουλευτική παρουσία του.

Πρόκειται για ένα διαχρονικό φαινόμενο που έχει πολλάκις καταγγελθεί και το οποίο ουκ ολίγοι κατά καιρούς (κυρίως οι άμεσα θιγόμενοι) έχουν υπογραμμίσει πως θα πρέπει να «θεραπευτεί»: «Δεν είναι προσωπικές οι έδρες. Ανήκουν στο κόμμα υπό τη σημαία του οποίου έχουν εκλεγεί», τονίζεται χαρακτηριστικά. Στον αντίποδα, οι πρωταγωνιστές των ανεξαρτητοποιήσεων υποστηρίζουν πως οι ψήφοι με τις οποίες εξελέγησαν έχουν σημαντικό μέρος προσωπικής τους απήχησης: «Λογοδοτούμε στους ψηφοφόρους μας και όχι σε κομματικούς μηχανισμούς», σημειώνουν μεταξύ άλλων, τονίζοντας παγίως ότι αν έφυγαν από το κόμμα είναι επειδή το κόμμα «άλλαξε» και όχι εκείνοι.

Το συγκεκριμένο φαινόμενο, πέραν της περίπτωσης του «Ποταμιού», αφορά στην παρούσα συγκυρία ως γνωστόν και τους έως πρότινος συγκυβερνώντες «Ανεξάρτητους Έλληνες», αφού και στο κόμμα του κ. Π.Καμμένου οι ανεξαρτητοποιήσεις οδήγησαν σε διάλυση της Κ.Ο.

Κάποιες συζητήσεις που άρχισαν ανεπισήμως στη Βουλή για δρομολόγηση αλλαγών ούτως ώστε να «διαφυλαχθεί» η καταγραφόμενη, κάθε φορά στις κάλπες, λαϊκή ετυμηγορία αναφορικά με το κόμμα προτίμησης των ψηφοφόρων, και να μην αποτελούν οι όποιες τυχόν ανεξαρτητοποιήσεις αιτία «εξαφάνισης» της αποτύπωσης αυτής της ετυμηγορίας στα κοινοβουλευτικά έδρανα, γρήγορα εγκαταλήφθηκαν, όπως συνήθως συμβαίνει στη Βουλή των Ελλήνων, είτε εξαιτίας της γενικευμένης αδιαφορίας, είτε λόγω μικροκομματικών σκοπιμοτήτων.

Τέλος, σημειώνεται ότι προκαλεί απορία το γεγονός ότι ενώ στην περίπτωση της «διάλυσης» οι υπηρεσίες της Βουλής «κλήθηκαν» να λειτουργήσουν αυτοματοποιημένα και δεν χρειάστηκε ειδική γνωμοδότηση του Επιστημονικού Συμβουλίου, δεν συνέβη το ίδιο και τώρα.