ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Τα exit polls και τα αποτελέσματα

s6_270519_exit-poll-ert-ka
kalph

Επρεπε να αποφύγουν τις παγίδες της χρονικής διασποράς και των απρόθυμων ψηφοφόρων, να αναλύσουν στοιχεία που λάμβαναν σε διαδοχικά κύματα και να καταλήξουν σε μια εκτίμηση που δεν θα είχε σημαντικές αποκλίσεις από την πραγματικότητα. Το ζήτημα, όπως τόνιζαν στην «Κ» δημοσκόποι προτού συλλεγούν χθες τα δεδομένα του διακαναλικού exit poll, ήταν μέχρι πού μπορούσε να ανοίξει η ψαλίδα υπέρ της Νέας Δημοκρατίας. Ποιο θα ήταν το πάνω όριο, όπως έλεγαν.

Το πρώτο στοιχείο που ξεχώρισαν δημοσκόποι –πέρα από τη διαφορά των τουλάχιστον επτά μονάδων που έδινε αρχικά το exit poll μεταξύ Ν.Δ. και ΣΥΡΙΖΑ– ήταν αυτό της πόλωσης, του υψηλού δικομματισμού. Στο 80% των επεξεργασμένων στοιχείων του exit poll τα ποσοστά της Ν.Δ. κυμαίνονταν μεταξύ 36%-32%, ενώ του ΣΥΡΙΖΑ στο 29%-25%. Λίγο πριν από τις 21.00, όμως, η ψαλίδα φάνηκε να ανοίγει. Με επεξεργασμένο το 100% των δεδομένων του exit poll τα εκτιμώμενα ποσοστά των δύο πρώτων κομμάτων περιορίστηκαν λίγο, αλλά η μεταξύ τους διαφορά μεγάλωσε στις 8,5 μονάδες. Στη Ν.Δ. δινόταν πλέον 34,5%-32,5% και στον ΣΥΡΙΖΑ 26%-24%.

Ειδικά στους ψηφοφόρους ηλικίας 17 έως 24 ετών το exit poll έδινε προβάδισμα στη Ν.Δ., αλλά στην τρίτη θέση αντί του Κινήματος Αλλαγής τοποθετούσε τη Χρυσή Αυγή, η οποία συγκέντρωνε στους νέους 13,3%.

Τελικά, η εκτίμηση των αποτελεσμάτων από τη Singular Logic για το υπουργείο Εσωτερικών (σε σύνολο 2.000 εκλογικών τμημάτων) ανέβασε τη διαφορά στις 9 μονάδες μεταξύ Ν.Δ. και ΣΥΡΙΖΑ.

Από το 1994

Η μέθοδος των exit polls εγκαινιάστηκε στην Ελλάδα στις ευρωεκλογές του 1994 στον τηλεοπτικό σταθμό Mega. Η πρώτη απόπειρα επρόκειτο να γίνει ένα χρόνο νωρίτερα στις βουλευτικές εκλογές του 1993, αλλά ματαιώθηκε έπειτα από παρέμβαση του τότε υπηρεσιακού υπουργού Εσωτερικών, καθώς κρίθηκε ότι η δημοσκόπηση έξω από εκλογικά κέντρα μπορεί να επηρέαζε την εκλογική διαδικασία.

Το exit poll (δημοσκόπηση εξόδου, όπως αποδίδεται στα ελληνικά) είναι μια εικονική επανάληψη ψηφοφορίας, ένα εργαλείο εκτίμησης της πραγματικότητας που δίνει μια πρώτη εικόνα για το πιθανό αποτέλεσμα. Για να αποφύγουν τον κίνδυνο άστοχης πρόβλεψης (όπως έχει συμβεί στο παρελθόν, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τις βουλευτικές εκλογές του 2000) οι δημοσκόποι προσπαθούν να σταθμίσουν το δείγμα τους.

Οσο για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν τα τελευταία χρόνια οι δημοσκόποι, ο πολιτικός αναλυτής Γιώργος Σεφερτζής επισημαίνει στην «Κ» μία σειρά από παράγοντες. Μιλάει για πιο έντονες και πολύπλοκες μετακινήσεις μεταξύ κομμάτων. «Μεταβλήθηκε άρδην η συμπεριφορά των πολιτών. Εγινε πιο ρευστή. Απορρυθμίστηκαν τα συστήματα της κομματικής ταύτισης, έπαψαν να υπάρχουν οι οπαδοί και μεγάλωσε το μέγεθος των στρατηγικών ψηφοφόρων, εκείνων που αποφασίζουν τι θα ψηφίσουν ανάλογα με την περίσταση», λέει.