ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Το ακριβό κυνήγι των ψήφων

gre21168203
kalpi1-thumb-large

Πρώτη φορά έβαζε υποψηφιότητα στις αυτοδιοικητικές εκλογές (στον Δήμο της Αθήνας) και δεν γνώριζε καλά πώς λειτουργεί το «σύστημα». Ισως γι’ αυτό ξαφνιάστηκε όταν στις αρχές Μαΐου έλαβε το e-mail. Σε αυτό, μια σύμβουλος επικοινωνίας τής υποσχόταν «προβάδισμα στη μάχη της κάλπης», προσφέροντάς της ειδικά σχεδιασμένα πακέτα. Ξεκινώντας από 3.000 ευρώ μέχρι 9.000 (συν ΦΠΑ) μπορούσε να «αγοράσει» διενέργεια δημοσκοπήσεων, αναλύσεις, στατιστικές τάσεις, παραγωγή ραδιοφωνικών σποτ, αλλά και έντονη παρουσία στις ιστοσελίδες και εφημερίδες ενός συγκεκριμένου ομίλου μέσων μαζικής ενημέρωσης. Συγκεκριμένα, θα γίνονταν για εκείνη μια σειρά αφιερωμάτων: Αρθρα 400 λέξεων με φωτογραφία, προσωπική συνέντευξη και παρουσίαση της υποψηφιότητάς της. «Ολα αυτά θα σας ενισχύσουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο», της έγραφαν. Η συγκεκριμένη εταιρεία επικοινωνίας που αναλάμβανε να κάνει όλα τα παραπάνω είχε συσταθεί λίγους μήνες πριν από τις εκλογές (τον περασμένο Νοέμβριο) και όπως σημείωναν στο e-mail, συνεργάζονταν με τον όμιλο στον οποίο θα προβαλλόταν η υποψήφια κατόπιν αμοιβής.

Ο,τι πληρώσεις… παίρνεις

Μια άλλη υποψήφια, που επίσης έλαβε το ίδιο e-mail, είχε ήδη δώσει σε εφημερίδα του συγκεκριμένου ομίλου μια συνέντευξη – δεν είχε πληρώσει, η επαφή είχε γίνει λόγω φιλικής σχέσης με τον δημοσιογράφο. Είχε καταλάβει, όμως, από το e-mail αλλά και από συζητήσεις πως εάν ήθελε μεγαλύτερη προβολή (ή π.χ. έγχρωμη φωτογραφία αντί της μικρής ασπρόμαυρης που είχε μπει στη δική της συνέντευξη) θα έπρεπε να πληρώσει. Το ίδιο τής είχαν υπονοήσει θα χρειαζόταν για μια τηλεοπτική εμφάνιση σε ιδιωτικό τηλεοπτικό κανάλι. Αυτό, της είπαν, μπορεί να κόστιζε από 500 μέχρι 750 ευρώ. Το ποσό ήταν για εκείνη απαγορευτικό, οπότε δεν το συζήτησε περαιτέρω.

Μιλώντας με υποψηφίους, επικοινωνιολόγους, αλλά και δημοσιογράφους, είναι σαφές πως υπάρχουν πολλοί και διαφορετικοί μηχανισμοί για να προβληθεί ένας υποψήφιος πληρώνοντας. Στέλεχος γραφείου Τύπου επιχείρησης με πανελλαδική δραστηριότητα λέει στην «Κ» πως τις προηγούμενες εκλογές είχε αναλάβει την προώθηση συγκεκριμένων υποψηφίων στην επαρχία (από όλα τα κόμματα) που η διοίκηση ήθελε να στηρίξει. Επικοινωνούσε προεκλογικά με τον σταθμό ή την εφημερίδα και συζητούσαν το θέμα ανοικτά: «Βλέπαμε πόση διαφήμιση είχαν από εμάς και ανάλογα με το πόσο θέλαμε να υποστηρίξουμε τον υποψήφιο αυξάναμε το διαφημιστικό κονδύλι και ζητούσαμε χώρο ή χρόνο», εξηγεί. «Πολλές φορές μας έπαιρναν ξανά για να μας πουν ότι τελικά ο υποψήφιος κάθισε δύο ώρες στο πάνελ, αντί μιας που είχαμε συμφωνήσει, ή εμφανίστηκε και σε δεύτερη εκπομπή, οπότε ζητούσαν περισσότερη διαφήμιση», θυμάται.

«Τα πάντα έχουν μια τιμή», δηλώνει ο Τάσος Τατάρογλου, δημοσιογράφος και εκδότης τοπικής εφημερίδας στη Νέα Ιωνία. Ο ίδιος έχει καλύψει τέσσερις δημοτικές εκλογικές αναμετρήσεις και επιβεβαιώνει πως τουλάχιστον στον τοπικό Τύπο, πέρα από το εμπορικό τιμολόγιο το οποίο έχει κάθε εφημερίδα για διαφημιστικές καταχωρίσεις, υπάρχει και ο «μαύρος τιμοκατάλογος», που αφορά συνεντεύξεις, άρθρα, παρουσιάσεις: «Ακόμη και αναφορά στην παραμικρή δραστηριότητα, για ένα παραπολιτικό ή για δυο αράδες, ο υποψήφιος πάρα πολύ συχνά καλείται να πληρώσει».

Σε κάποιες παλαιότερες δημοτικές εκλογές λέει πως ο ίδιος το είχε δει «δονκιχωτικά». Με μια μεγάλη καταχώριση στην εφημερίδα του, καλούσε τους υποψηφίους να μη δέχονται (και να καταγγέλλουν) τέτοιου είδους συναλλαγές κάτω από το τραπέζι. Εκτοτε, πάρα πολλοί υποψήφιοι τον είχαν προσεγγίσει για να του πουν τον πόνο τους – γρήγορα όμως κατάλαβε πως αυτή η αντιδεοντολογική (και τις περισσότερες φορές παράνομη) συνήθεια δύσκολα μπορούσε να σταματήσει: «Από τη μια, τα free press σαν και τα δικά μας βγαίνουν οικονομικά με απίστευτη δυσκολία (ο ίδιος έχει πλέον αναγκαστικά περιορίσει την έκδοση της έντυπης εφημερίδας και επικεντρώνεται στη διαδικτυακή). Ολοι οι ιδιοκτήτες των τοπικών εφημερίδων περιμένουν τις εκλογές για να βγάλουν χρήματα, και τα “καλά” χρήματα δυστυχώς είναι τα “μαύρα”. Από την άλλη, οι υποψήφιοι παρότι ταλαιπωρούνται πάρα πολύ από αυτή την κατάσταση, σου λένε “κάτσε να βγω και το καταγγέλλει κάποιος άλλος”. Το αποδέχονται ως αναγκαίο κακό». 

Ο συνδυασμός

Οπως λέει, ο τιμοκατάλογος στα τοπικά μέσα διαμορφώνεται ανάλογα με την προβολή, την κυκλοφορία της εφημερίδας αλλά και από το πορτοφόλι του υποψηφίου: «Υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος μου είπε πως πήγε στον τάδε ιδιοκτήτη εφημερίδας και όταν τον ρώτησε πόσο κοστίζει το πακέτο, δεν του έλεγε, τον ρώταγε "τι δίνεις;", και εάν του έλεγε -για παράδειγμα- πως διέθετε 2.000 ευρώ εκείνος του απαντούσε "με αυτά παίρνεις τρεις καταχωρήσεις, δυο άρθρα, μια συνέντευξη και δυο ωραία παραπολιτικά". Δηλαδή, είτε στη λαϊκή πηγαίνεις είτε σε έναν χώρο ενημέρωσης, το ίδιο πράγμα».

Αλλοι υποψήφιοι του είχαν εκμυστηρευτεί πως προεκλογικά τους ασκούσαν πίεση, που συχνά κατέληγε σε εκβιασμό: «Ξέρω περίπτωση, που του είπαν “κοίτα να δεις, θα σου βάλω πέντε καταχωρίσεις και πέντε άρθρα”. Εννοείται ότι αν δεν βάλεις τις καταχωρίσεις, δεν μπαίνουν τα άρθρα. Αυτά πάνε πακέτο. Εάν πάλι δεν δεχθείς να διαφημιστείς, αρχίζει ο πόλεμος. Αρχίζουν τα πρωτοσέλιδα, ότι χάνεις, ότι δεν έχεις συσπείρωση, δεν έχεις κόσμο στις συγκεντρώσεις σου, τα παραπολιτικά στη λογική της πέμπτης φάλαγγας. Ξεκινάει όλο αυτό το “επιθετικό” πακέτο: Ή θα μου δώσεις χρήματα ή θα σε χτυπάω μέχρι τις εκλογές».

Ο κ. Τατάρογλου θεωρεί πως ο ίδιος μπορεί αμέσως να αντιληφθεί από τη συχνότητα εμφάνισης ή το ύφος του ρεπορτάζ ότι μια εφημερίδα δεν έχει πάθει ξαφνικό έρωτα (ή μένος) με έναν υποψήφιο, αλλά πως κάτι άλλο κρύβεται, αυτό όμως δεν μπορεί να ισχύει για όλους τους αναγνώστες. «Δυστυχώς, για να καταλάβει κάποιος τη διαφορά, θα πρέπει να έχει εκπαιδευθεί και να διαβάζει μέσα από τις γραμμές. Δεν μπορούμε να έχουμε απαίτηση από τον κόσμο να μπορεί να πει “α! Αυτό είναι πληρωμένο, πρέπει να το καταδικάσω”. Το αποτέλεσμα; Οι υποψήφιοι, αλλά και το εκλογικό σώμα, παραμένουν εδώ και χρόνια αντικείμενο εκμετάλλευσης».