ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Λ. Λυμπερόπουλος: Ενα διάτρητο βούλευμα αναίρεσης

l-lymperopoylos-ena-diatrito-voyleyma-anairesis-2321355

Κατά το άρθρο 474 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, «το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στον γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) […] ο εισαγγελέας μπορεί να δηλώσει την άσκηση του ενδίκου μέσου και τηλεγραφικά». Περαιτέρω, κατά το άρθρο 483 του ίδιου κώδικα, «Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος, συμπεριλαμβανομένων εκείνων με τα οποία τα συμβούλια πλημμελειοδικών και εφετών αποφαίνονται αμετακλήτως, με σχετική δήλωση στον γραμματέα του Αρείου Πάγου».

Οπως προκύπτει σαφώς, η μεν πρώτη διάταξη ρυθμίζει γενικώς την άσκηση όλων των ενδίκων μέσων από κάθε δικαιούμενο, η δε δεύτερη ρυθμίζει την άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μόνο, και μόνο κατά βουλευμάτων. Επομένως, αν ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ασκήσει αίτηση αναιρέσεως κατά βουλεύματος «τηλεγραφικά» και όχι με αίτηση αναιρέσεως κατατεθειμένη στον γραμματέα του Αρείου Πάγου, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (Α.Π. Ολ. 1214/1991, 707/1988).

Μετά ταύτα, η αίτηση αναιρέσεως της εισαγγελέως του Αρείου Πάγου για την υπόθεση Κουφοντίνα, την οποία άσκησε όχι με κατάθεση στη γραμματεία της Εισαγγελίας του ανωτάτου δικαστηρίου, αλλά με τηλεγράφημα στον γραμματέα του Πρωτοδικείου Βόλου, όπου εκδόθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα, έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Το νομικό αυτό θέμα το έλυσε η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου και επομένως η λύση που έδωσε είναι υποχρεωτική για όλα τα δικαστήρια που θα κληθούν να το λύσουν, συμφώνως προς το άρθρο 3 παρ. 4 του ν. 3810/1957 (Α.Π. 255 /2017).

Επί της αιτήσεως αναιρέσεως εκδόθηκε το υπ’ αριθ. 1001/2019 βούλευμα του Στ΄ Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με το οποίο έγινε δεκτή. Ειδικότερα, έκρινε ότι και οι πολυϊσοβίτες έχουν το δικαίωμα λήψεως αδείας όπως και εκείνοι που έχουν τιμωρηθεί με μία φορά ισόβια! Δηλαδή, εκείνος που φόνευσε έντεκα ανθρώπους εξισούται, στη περίπτωση αυτή, με εκείνον που φόνευσε μόνο έναν! Στήριξε δε την κρίση του στο ότι «ο νομοθέτης, στο αφηρημένο επίπεδο της κατάστρωσης διάταξης νόμου, χρησιμοποιεί πάντοτε τον ενικό αριθμό, χωρίς αυτό να υποδηλώνει ότι η εφαρμογή του εξαντλείται στην άπαξ πραγμάτωση του σχετικού κανόνα».

Το επιχείρημα είναι εσφαλμένο. Ναι μεν το άρθρο αυτό ομιλεί περί ισοβίου καθείρξεως στο ενικό, αλλά και περί προσκαίρου καθείρξεως στον ενικό, πλην όμως, πιο κάτω, ομιλεί περί περισσοτέρων ποινών κατά της ελευθερίας (επομένως και περί περισσοτέρων ποινών προσκαίρου καθείρξεως). Γιατί, λοιπόν, δεν ομιλεί και περί περισσοτέρων της μιας ισοβίων καθείρξεων και πως προσαυξάνεται η ισόβια κάθειρξη, όταν συντρέχουν περισσότερες ποινές ισόβιας κάθειρξης, όπως ομιλεί περί προσαυξήσεως των προσκαίρων καθείρξεων; Απλούστατα διότι, όπως επισημαίνει ορθότατα το βούλευμα που αναιρέθηκε, δεν είναι τούτο δυνατόν, καθόσον η πρόσκαιρη κάθειρξη μπορεί να αυξομειωθεί, ενώ η ισόβια δεν μπορεί.

Πόσο να πάρει κανείς από την άλλη ή τις άλλες ισόβιες κρατήσεις για να καθορίσει ενιαία ποινή; Γίνεται; Δεν γίνεται. Να ένας λόγος για τον οποίο ο νομοθέτης εκφράσθηκε στον ενικό. Αλλά ο ίδιος νομοθέτης, στο ίδιο άρθρο, ορίζοντας το ελάχιστο όριο εκτιτέας ποινής, λέγει ότι «σε περίπτωση έκτισης ποινής ισόβιας κάθειρξης, η κράτηση πρέπει να έχει διαρκέσει τουλάχιστον οκτώ έτη». Επομένως, ο περί ου ο λόγος κρατούμενος, ο οποίος έχει τιμωρηθεί με έντεκα φορές ισόβια κάθειρξη, για να δικαιούται τακτικής αδείας, έπρεπε, κατά τη συλλογιστική των κ.κ. αρεοπαγιτών, να έχει διαρκέσει η κράτησή του έντεκα φορές τα οκτώ έτη, δηλαδή 88 έτη! Να γιατί οι απλοί πρωτοδίκες έκριναν ότι οι καταδικασθέντες σε πολλές φορές ισόβια δεν δικαιούνται τακτικής αδείας, διότι είναι αδύνατος ο καθορισμός της διαρκείας της εκτιτέας κρατήσεως.

Αλλά να που το τμήμα του Α.Π. έρχεται σε αντίθεση με τα κρατούντα στη θεωρία. Δέχεται δηλαδή ότι επί πλειόνων της μιας ισοβίων καθείρξεων «δεν είναι δυνατή, κατά το νόμο, η επιμέτρηση, διότι δεν μπορεί να γίνει λόγος περί αθροίσματος των ποινών αυτών». Σφάλμα. Ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει: ο νόμος, το άρθρο 94 του Ποινικού Κώδικα, δεν εφαρμόζεται επί ισοβίου καθείρξεως, αλλά επί «προσκαίρων της ελευθερίας ποινών», όπως ρητώς αναφέρει. Αλλωστε η κρατούσα στη θεωρία άποψη είναι ότι αν συντρέχουν πλείονες ποινές ισοβίου καθείρξεως, εφαρμογή έχει η αρχή της αριθμητικής σωρεύσεως των ποινών.

Το δεύτερο επιχείρημα του τμήματος είναι ότι η άποψη αυτή είναι «η κρατούσα για το θέμα νομολογία» και παραπέμπει στις υπ’ αριθ. 14/2011, 2588/1995 και 7/21.10.1993 γνωμοδοτήσεις Εισ. Α.Π., και «κρατούσα και στη θεωρία αντίληψη», παραπέμποντας στην μελέτη Π. Μπρακουμάτσου. Πλην όμως, οι μεν 14/2011 και 7/1993 γνωμοδοτήσεις αφορούν καταδίκη σε δύο φορές ισόβια, η δε 2588/1995 αφορά σε καταδίκη μιας φοράς ισόβια και πρόσκαιρη κάθειρξη! Πώς είναι η κρατούσα για 11 φορές ισόβια;

Αλλά πέρα της μελέτης Μπρακουμάτσου, υπάρχει η μελέτη του επιτίμου εισαγγελέως του Α.Π., Γ. Σανιδά, ο οποίος με πολλά και βάσιμα επιχειρήματα αποκρούει την άποψη αυτή. Η κρατούσα στη νομολογία άποψη (Α.Π. 67/1962, 318/1952) είναι ότι οι πλείονες ισόβιες κρατήσεις εκτίονται αθροιστικώς, διότι σε αυτές δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 94 του Π.Κ.

Περαιτέρω, ο Αρειος Πάγος διέγνωσε ότι το βούλευμα του Βόλου δεν έχει την επιβαλλόμενη ειδική αιτιολογία, διότι είναι αντιφατικό. Εντοπίζει δε την αντίφαση, όπως, αυτολεξεί, αντιγράφει από το βούλευμα στο εξής: «Το συμβούλιο εν προκειμένω δέχεται, αφ’ ενός μεν ότι στην έννοια του σωφρονισμού δεν περιλαμβάνεται η καθ’ οιονδήποτε τρόπο ιδεολογική μεταστροφή του καταδίκου (σελ. 21 του προσβαλλομένου βουλεύματος), στη συνέχεια όμως, αντιφατικά δέχεται ότι ο κρατούμενος δεν είναι πρόθυμος να αλλάξει στάση ζωής και να μεταμεληθεί, αλλά εμμένει στην άποψή του περί ένοπλης ανατροπής του κρατικού μονοπωλίου της βίας και άρα καθιστά εναργές ότι ευκαιρίας δοθείσης δεν αποκλείεται να τελέσει και νέες αξιόποινες πράξεις ιδιαιτέρας απαξίας (σελ. 23 [ενώ το ορθόν είναι σελ. 22] του προσβαλλομένου βουλεύματος)».

Πού η αντίφαση; Οι αρεοπαγίτες την εντοπίζουν στην παρατιθέμενη σκέψη του βουλεύματος. Μα ουδαμού στο βούλευμα, και ιδιαίτερα στην παρατιθέμενη σκέψη του, γίνεται λόγος περί «ιδεολογικής μεταστροφής». Η φράση «ο κρατούμενος δεν είναι πρόθυμος να αλλάξει στάση ζωής και να μεταμεληθεί, αλλά εμμένει στην άποψή του περί ένοπλης ανατροπής του κρατικού μονοπωλίου της βίας» αναφέρεται στις πράξεις του και όχι στην ιδεολογία. Πολύ εύστοχα, οι πρωτοδίκες του Βόλου, για να τονίσουν ότι είναι πολύ πιθανό να τελέσει νέες αξιόποινες πράξεις, υπογραμμίζουν ότι «δεν είναι πρόθυμος να αλλάξει στάση ζωής και να μεταμεληθεί, αλλά εμμένει στην άποψή του». Και ποια είναι «η στάση ζωής»; Το λέει το ίδιο το βούλευμα, τη σκέψη του οποίου αντιγράφουν οι αρεοπαγίτες: «εμμένει στην άποψή του περί ένοπλης ανατροπής του κρατικού μονοπωλίου της βίας».

Αυτή η διαρκής απειλή την οποία διαπίστωσαν οι πρωτοδίκες αποδεικνύει ότι, καθ’ όλη τη διάρκεια του εγκλεισμού του, το μίσος του προς το κράτος και η εκτόξευση απειλών εναντίον του τού έχει γίνει βίωμα, δηλαδή «στάση ζωής». Πού, λοιπόν, η αντίφαση; Πού η έστω και απλή αναφορά σε «ιδεολογική μεταστροφή», την οποία, το βούλευμα, όπως δέχονται οι Αρεοπαγίτες, ρητώς και σαφώς απορρίπτει;

* Ο κ. Λουκάς Λυμπερόπουλος είναι επίτιμος αρεοπαγίτης, Δ.Ν.