ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Κυριάκος Πιερρακάκης: Το αναγκαίο ψηφιακό άλμα

15u1010

Πριν από λίγες εβδομάδες ανακοινώθηκε ο δείκτης DESI (Digital Economy and Society) της Ευρωπαϊκής Ενωσης για το 2019. Ο δείκτης αυτός κατατάσσει τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης ανάλογα με τις ψηφιακές τους επιδόσεις σε μία σειρά από επιμέρους δείκτες, όπως τη συνδεσιμότητα, την ποιότητα του σχετικού ανθρωπίνου κεφαλαίου και το εύρος των ψηφιακών δημοσίων υπηρεσιών. Για ακόμα μία χρονιά, η χώρα μας κατετάγη ανάμεσα στους ουραγούς: 26η ανάμεσα στα 28 κράτη-μέλη, οριακά πάνω από τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία. Και ειδικά στο σκέλος των ψηφιακών δημοσίων υπηρεσιών, η Ελλάδα πέφτει κατά ακόμα μία θέση.

Παρά το γεγονός ότι έχουμε πλέον υλοποιήσει πολλά έργα πληροφορικής σε όλο το εύρος του Δημοσίου – από το Taxis μέχρι τη Διαύγεια και την ηλεκτρονική συνταγογράφηση– και παρά το γεγονός ότι αναπτύχθηκε μια εθνική ψηφιακή στρατηγική, η εικόνα αυτής της χαμηλής κατάταξης είναι χαρακτηριστική για τη χώρα μας εδώ και πολλά χρόνια. Τα προβλήματα είναι αρκετά και γνωστά: κενό ανάμεσα στην ψηφιακή στρατηγική, στο σχέδιο δράσης και στην υλοποίηση, αίσθηση αποκλειστικής ιδιοκτησίας των δεδομένων σε πολλές υπηρεσίες, μη εφαρμογή κοινών αρχών σχεδιασμού των συστημάτων και κυρίως απουσία απλοποίησης διαδικασιών κατά τον σχεδιασμό των έργων πληροφορικής. Ειδικά το τελευταίο αποτελεί ίσως την καρδιά του προβλήματος. Δεν μπορείς να ψηφιοποιήσεις απλά και μόνο το κράτος και τις διαδικασίες του όπως αυτές ήδη λειτουργούν, διότι τότε καταλήγεις να ψηφιοποιείς το πρόβλημα το οποίο προσπαθείς να λύσεις. Η ψηφιακή πολιτική οφείλει να μετατραπεί –και ως στόχος και ως πραγματικότητα– σε μια πολιτική απλοποίησης των διαδικασιών σε κάθε αλληλεπίδραση του πολίτη με το κράτος. Χρειαζόμαστε έναν «ψηφιακό ανένδοτο» στη γραφειοκρατία που ταλαιπωρεί καθημερινά τόσο πολίτες όσο και δημοσίους υπαλλήλους.

Πιο συγκεκριμένα, το κάθε γεγονός της ζωής ενός πολίτη, από τη γέννηση μέχρι τον θάνατο, περιλαμβάνει μία σειρά από διαδικασίες, κατά τις οποίες χρειάζεται να διακινούμε έγγραφα ανάμεσα στις διάφορες κρατικές υπηρεσίες. Η προστιθέμενη αξία για όλους μας θα προκύψει αν οι διαδικασίες αυτές επανασχεδιαστούν έτσι ώστε να ελαχιστοποιηθούν στην πράξη οι αλληλεπιδράσεις του πολίτη με το κράτος και οι σχετικές ενέργειες που θα πρέπει να γίνουν.

Η προσέγγιση που χρειαζόμαστε αρχικά θα πρέπει να περιλαμβάνει σημαντικές οργανωσιακές αλλαγές στο επίπεδο του Δημοσίου, καθώς και αλλαγές στο επίπεδο των αρμοδιοτήτων, ειδικά σε ό,τι αφορά τον ανασχεδιασμό των διαδικασιών και τη διαχείριση των δεδομένων. Τα κράτη είναι παραδοσιακά αποτελεσματικά στην υλοποίηση «καθέτων» πολιτικών, όπως η Παιδεία ή η Υγεία, αλλά λιγότερο καλά στις λεγόμενες «οριζόντιες» πολιτικές – και η ψηφιακή πολιτική έχει κατεξοχήν οριζόντια χαρακτηριστικά.

Το καλύτερο ίσως μοντέλο για τη χώρα μας αποτελεί, τηρουμένων των αναλογιών, η ίδρυση της Government Digital Service (GDS) το 2011 επί πρωθυπουργίας Κάμερον στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η GDS κατάφερε μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα να κατοχυρώσει την παρουσία της, να θέσει κοινούς κανόνες σχεδιασμού και προδιαγραφές λειτουργίας σε όλα τα συστήματα του βρετανικού δημοσίου και να υλοποιήσει σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα την πύλη gov.uk, η οποία συσσωρεύει το σύνολο των πληροφοριών που ένας πολίτης χρειάζεται για την αλληλεπίδρασή του με το κράτος. Το εκεί κράτος, έτσι, απέκτησε ένα ενιαίο πρόσωπο απέναντι στον πολίτη.

Σε αυτό το πλαίσιο, η επόμενη ελληνική κυβέρνηση θα πρέπει να θέσει έναν φιλόδοξο στόχο. Σε πρώτη φάση, θα πρέπει να προσεγγίσουμε τον μέσον όρο των χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης μέσα στο εύρος μιας τετραετίας. Και εντός των επόμενων δέκα ετών θα πρέπει να επιδιώξουμε ένα ποιοτικό άλμα: να περάσουμε από τη μια εποχή στην άλλη, ως χώρα και ως οικονομία. Η λεγόμενη Τέταρτη Βιομηχανική Επανάσταση αφορά τη σύγκλιση της ψηφιακής με τη φυσική και τη βιολογική σφαίρα. Οι τεχνολογίες που περιλαμβάνει –από τις εφαρμογές της τεχνητής νοημοσύνης μέχρι την προσαυξημένη πραγματικότητα, το 3D printing και τις υποδομές του δικτύου 5G– βρίσκονται ήδη εδώ και οι επιπτώσεις τους θα είναι καταλυτικές, οικονομικά όσο και πολιτικά. Ομως, ως χώρα, δεν μπορεί να κάνουμε λόγο για Τέταρτη Βιομηχανική Επανάσταση όταν δεν έχουμε λύσει τις εκκρεμότητές μας με την Τρίτη. Χρειαζόμαστε ένα «άλμα μεγαλύτερο από τη φθορά». Και το χρειαζόμαστε τώρα.

* Ο κ. Κυριάκος Πιερρακάκης είναι διευθυντής ερευνών της διαΝΕΟσις.