ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ιωάννης Γιαννίδης: Η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και η επιλογή της ηγεσίας της

38078-2

Δεν χρειάζεται να αναφερθούμε στο πρόσφατο κομματικό μπρα-ντε-φερ για να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι η επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης έχει άμεσο και μεγάλο πολιτικό ενδιαφέρον.

Ιστορικά η επιλογή αυτή γινόταν στην καλύτερη περίπτωση από τον ευρύτερο ιδεολογικό χώρο, στη χειρότερη και συνηθέστερη από τον στενά κομματικό. Στην περίπτωση έλλειψης κατάλληλου υποψηφίου υπήρχε πάντα κάποιος «πρόθυμος» ευκαιριακώς προσφέρων το «απαραίτητον». Το ερώτημα που τίθεται αφορά το περιεχόμενο αυτού ακριβώς του «απαραίτητου». Αν το «απαραίτητο» περιλαμβάνει την επικράτηση στα ανώτατα δικαστήρια νομικών απόψεων που στηρίζουν κυβερνητικές αποφάσεις, άρα σε κάποιο βαθμό και τις πολιτικές – ιδεολογικές αρχές της κυβερνητικής παράταξης, και απορρίπτουν τις αντίθετες, το θέμα δεν είναι απαγορευτικό. Εξηγούμαι: Δικαστικές αποφάσεις που επηρεάζουν άμεσα κυβερνητικές πολιτικές, εφόσον κινούνται στο πλαίσιο του νομικά και κοινωνικά αποδεικτού, μπορούν να λαμβάνονται ευνοϊκά ή ουδέτερα προς αυτές. Αυτός είναι, άλλωστε, ο σημαντικότερος λόγος για τον οποίο σε όλες τις δυτικές δημοκρατίες η ηγεσία των συνταγματικών ή ανώτατων δικαστηρίων ορίζεται από την εκτελεστική ή τη νομοθετική εξουσία.

Με άλλα λόγια, η εκτελεστική και δικαστική εξουσία μπορούν να συμπορεύονται επί θεμάτων αρχής και κυβερνητικής πολιτικής, εφόσον κινούνται αμφότερες εντός του κράτους δικαίου και του νομικά αποδεκτού. Αλλά μέχρις εδώ! Οποιαδήποτε άλλη «συνεργασία» των δύο εξουσιών είναι δικαιοκρατικά απαράδεκτη και κληρονομιά δημοκρατικά πρωτόγονης πολιτείας. Για να γίνει δύσκολη, αν όχι αδύνατη αυτή η «συνεργασία», είναι εκ των ων ουκ άνευ η αλλαγή του ισχύοντος συστήματος οργάνωσης της Δικαιοσύνης.
Βασισμένος σε γερμανικά πρότυπα του 19ου αιώνα, με ένα ασήμαντο λίφτινγκ προ περίπου 35 ετών, ο σε ισχύ «Κώδικας οργάνωσης των δικαστηρίων και προσωπικής κατάστασης δικαστικών λειτουργών» διαιωνίζει ένα απόλυτα συγκεντρωτικό, ιεραρχικό και αυταρχικό καθεστώς, ασύμβατο με τις σημερινές άρχουσες πολιτικές ιδεολογίες, αλλά ιδανικό για απόπειρες πολιτικής παρέμβασης. Αν μελετήσει κανείς τα ισχύοντα στις δυτικές δημοκρατίες συστήματα διοίκησης της Δικαιοσύνης, δεν θα βρει πουθενά σύστημα στο οποίο η επιθεώρηση, ως σύστημα ελέγχου ποιοτικής επάρκειας και συμπεριφοράς των δικαστών, ο πειθαρχικός έλεγχός τους, η προαγωγή τους (όπου αυτή υπάρχει) και η μετάθεσή τους να ελέγχεται από τον ίδιο απίστευτα μικρό κύκλο δικαστών σε σχέση με τον συνολικό αριθμό τους.

Μία καταρχάς κάθετη αποκέντρωση και αργότερα μία οριζόντια είναι απολύτως επιβεβλημένες. Αναγκαίο προαπαιτούμενο της κάθετης αποκέντρωσης είναι η πλήρης αποκοπή της κυβερνητικά διοριζόμενης ηγεσίας από οποιαδήποτε από τις παραπάνω αναφερόμενες αρμοδιότητες ελέγχου, επιθεώρησης προαγωγών και μεταθέσεων.

Αντιπρόεδροι των ανώτατων δικαστηρίων, μη κυβερνητικά οριζόμενοι, θα μπορούσαν σε ένα πρώτο στάδιο, μέχρι να επιτευχθεί η οριζόντια αποκέντρωση (π.χ. η μεταφορά αυτών των αρμοδιοτήτων σε μεγάλα εφετεία – κέντρα περιφερειών), να αναλάβουν την προεδρία περισσότερων επιμέρους δικαστικών συμβουλίων των ανώτατων δικαστηρίων. Από ιδέες υπάρχουν αρκετές! Από πολιτική βούληση;

Μια τέτοια πολιτική βούληση προϋποθέτει μια κυβέρνηση πρόθυμη να θυσιάσει τις υπόγειες δυνατότητες του υπάρχοντος συστήματος. Αρα, μια φιλική προς τους δικαστές κυβέρνηση! (βλ. Ιωάννη Γιαννίδη: «Η Δικαιοσύνη ως θεσμός και ως οργάνωση», Αθήνα 2016) Την έχουμε; Και κάτι ακόμα: Τα παραπάνω αποτελούν ενδοσυστημική κριτική και προτάσεις. Για όσους γνωρίζουν, τα συστήματα επιβιώνουν με την προσαρμογή και την ανανέωση.

* Ο κ. Ιωάννης Γιαννίδης είναι ομότιμος καθηγητής Ποινικού Δικαίου και Ποινικής Δικονομίας της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ.