ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Χρήστος Ταραντίλης: Η ΔΕΘ φέτος θα είναι διαφορετική…

christos-tarantilis-i-deth-fetos-tha-einai-diaforetiki-amp-8230-2336338

Αποτελεί κοινό τόπο το γεγονός πως το βάθος και η ποιότητα ενός κράτους αντανακλώνται στο βάθος και στην ποιότητα των κοινωνικών, πολιτιστικών, εμπορικών, θεσμικών και πολιτικών του παραδόσεων. Δεν υπάρχει τίποτα δυσκολότερο από τη δημιουργία παράδοσης. Κάθε στάλα της συμπυκνώνει έναν «αιώνα» επιτυχούς δράσης, δοκιμών και αλλαγών («try and error»). Δεν υπάρχει όμως τίποτα ευκολότερο από το να δημιουργήσει κανείς τη «λάθος» παράδοση. Το λάθος αντιπαράδειγμα.

Δίπλα, λοιπόν, σε μια εμπορική-επιχειρηματική παράδοση, την οποία αποτελεί η Διεθνής Εκθεση Θεσσαλονίκης, ιδρυθείσα το 1926 κατόπιν πρωτοβουλίας και έμπνευσης του βουλευτή Νικολάου Γερμανού, ανετράφη ήδη από τη δεκαετία του 1980 και συνέχισε μακροημερεύοντας μέχρι τις ημέρες μας, εκμεταλλευόμενη τον θεσμό και ταυτόχρονα υπονομεύοντάς τον, η «λάθος» πολιτική παράδοση των κυβερνητικών εξαγγελιών, απατηλών (κακόπιστα ή καλόπιστα) ή μη ρεαλιστικά πραγματοποιήσιμων υποσχέσεων και οραμάτων.

Αντί λοιπόν το πολιτικό προσωπικό (με φωτεινές φυσικά εξαιρέσεις) να εκμεταλλευθεί ένα διεθνές γεγονός επιχειρηματικής εξωστρέφειας και διεθνούς συνεργασίας, προκειμένου να απευθύνει μηνύματα δημιουργίας, προόδου και ευέλικτης πολιτικής σκέψης, ικανής να αντιληφθεί τις ραγδαίες γεωπολιτικές, κοινωνικές και τεχνολογικές μεταβολές, προτίμησε να «κοντύνει», ως άλλος Προκρούστης, την παράδοση της ΔΕΘ ώστε να τη «χωρέσει» στην επίπλαστη, ανούσια, εσωστρεφή, αναχρονιστική, πολλές δε φορές και νοσηρή, εσωτερική πολιτική πραγματικότητα. Κατά κανόνα, παρακολουθώντας κανείς κάθε χρόνο την πολιτική πτυχή της ΔΕΘ, δημιουργείται η εντύπωση του ίδιου χιλιοπαιγμένου έργου, του ίδιου ρυθμού. Σαν να έχει κολλήσει η βελόνα στο παλιό μας οικογενειακό γραμμόφωνο. 

Πρόσφατα, στο περιθώριο μιας κοινωνικής εκδήλωσης, η συζήτηση μεταξύ συνδαιτυμόνων εστιάσθηκε στο δίλημμα ενός νέου ανθρώπου περί του εάν θα έπρεπε να φύγει στο εξωτερικό προς αναζήτηση εργασίας ή να παραμείνει στην Ελλάδα «τώρα που το κλίμα φαίνεται να αλλάζει». «Aς δούμε και τι θα πει ο Κυριάκος στη ΔΕΘ», σχολίασε έτερος συνδαιτυμόνας.

Η τελευταία αυτή φράση [«Ας δούμε τι θα πει ο Κυριάκος στη ΔΕΘ»] αποτέλεσε και το έναυσμα σύνταξης αυτού του άρθρου. Φαίνεται ότι έχει αρχίσει να δημιουργείται και σιγά σιγά, να παγιώνεται η εντύπωση ότι ο κυβερνητικός πολιτικός λόγος μπορεί, και πρέπει, να είναι διαφορετικός. Οι υποσχέσεις μπορεί να βασίζονται σε προηγούμενη αναλυτική και επίπονη προεργασία, με εξέταση όλων των δυνατών μεταβλητών, και οι πράξεις μπορεί και να αντιστοιχούν στις υποσχέσεις. Κάπως έτσι χτίζεται μια σχέση εμπιστοσύνης όχι μόνο στο επίπεδο της πολιτικής αλλά και των προσωπικών σχέσεων. Και κάπως έτσι μπορεί να απονευρωθούν σιγά σιγά και με συνέπεια οι νοσηρές πολιτικές παραδόσεις…

Η μεταστροφή του κλίματος αυτού δεν είναι φυσικά τυχαία. Αρχικά, οι δύο μήνες διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, αν και καλοκαιρινοί, αποδείχθηκαν πολύ πυκνοί. Οι πολίτες είδαν το νεοσυσταθέν κυβερνητικό σχήμα να προχωράει σε ελαφρύνσεις πέραν και των ορίων που είχαν εξαγγελθεί κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου. Οπως, για παράδειγμα, στα εκκαθαριστικά του ΕΝΦΙΑ, για οποία είχαν αναγγελθεί φοροελαφρύνσεις από το 2020, όμως η κυβέρνηση προχώρησε σε μείωση τους από το 2019 κατά 22% μεσοσταθμικά. Νωρίτερα από το χρονοδιάγραμμα ήρθε και η άρση των capital controls.

Ακόμη και οι πιο καχύποπτοι οδηγούνται έτσι να καταλάβουν ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι ένας πολιτικός που δεν εξαγγέλλει μια ρύθμιση πριν από τις εκλογές εάν δεν είναι σίγουρος ότι μπορεί να τη φέρει εις πέρας. Και κάποιος που είναι τόσο προσεκτικός, για να μην πει κάτι που δεν μπορεί να υλοποιήσει, εμπνέει την εμπιστοσύνη πως όσα λέει θα τα κάνει. Πόσο μάλλον όταν δεν εξήγγειλε την πρόθεσή του προεκλογικά, προκειμένου να αλιεύσει περισσότερες ψήφους, αρνούμενος να καταδεχθεί τη μεταφορά της πολιτικής αντιπαράθεσης στη λαϊκίστικη αρένα του διαγωνισμού υποσχέσεων και παροχών.

Το κλειδί για τη μεταστροφή του κλίματος που περιέγραψα συνοπτικά ανωτέρω, καταλήγω, είναι η εμπιστοσύνη. Αυτό που έχει αλλάξει και μπορεί εύκολα να συμπεράνει όποιος βρίσκεται σε επαφή με την κοινωνία είναι το κλίμα της αξιοπιστίας. Το ότι οι πολίτες φαίνεται να αντιλαμβάνονται σε αυξανόμενο βαθμό πως η άμεση υλοποίηση ενός καλά επεξεργασμένου προγράμματος, με όλες τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η χώρα, είναι προϊόν εργασίας ανθρώπων που παίρνουν την ευθύνη της διακυβέρνησης στα σοβαρά. Η πεποίθηση πως οι πρωθυπουργικές δηλώσεις δεν περιλαμβάνουν ανεύθυνες υποσχέσεις αλλά μετρημένες δεσμεύσεις. Αυτός είναι ο αποφασιστικός παράγοντας που οδηγεί έναν άνθρωπο που σχεδιάζει τη ζωή του σε μια χώρα, στο να λαμβάνει σοβαρά υπ' όψιν τις πρωθυπουργικές ανακοινώσεις. Το ότι ξέρει, νιώθει, ότι αυτά που θα ακούσει από τα χείλη του πρωθυπουργού είναι και αυτά που θα βιώσει στην καθημερινότητά του ως πολίτης τα επόμενα χρόνια.

Για το μοντέλο της πατρίδας μας μέχρι στιγμής, αυτή η απλή εξίσωση είχε αποκτήσει ανεκδοτολογικό χαρακτήρα. Και πιθανόν να χρειαστεί καιρός ακόμη μέχρι η φράση «ας ακούσουμε τι θα πει ο πρωθυπουργός στη ΔΕΘ» να πάψει να ακούγεται παράταιρη. Είμαι αισιόδοξος όμως πως τα επόμενα χρόνια το αυτονόητο θα γίνει και πάλι κανονικό και όχι παράταιρο. Γι’ αυτό και ο κόσμος περιμένει να ακούσει τον Κυριάκο Μητσοτάκη στη Διεθνή Εκθεση Θεσσαλονίκης, όχι γιατί προσδοκά ότι θα του υποσχεθεί κάτι αδιανόητο, αλλά γιατί ξέρει πως ό,τι υποσχεθεί θα γίνει.

Και τούτο το ξέρω, για να προχωρήσω ένα επίπεδο παραπάνω, διότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης κατέχει, εκ φύσεως, δύο εκ των σημαντικότερων ιδιοτήτων που οφείλει να διαθέτει ένας πρωθυπουργός. Είναι ένας αισιόδοξος ρεαλιστής…

* Ο κ. Χρήστος Ταραντίλης είναι βουλευτής Επικρατείας της Νέας Δημοκρατίας και καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών.