ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Θα αποτύχουν πάλι στην οικονομία

Τον κώδωνα του κινδύνου κρούει ο γραμματέας πολιτικού σχεδιασμού και προγράμματος της Νέας Δημοκρατίας κ. Γιώργος Σουφλιάς, για το μέλλον της εθνικής οικονομίας, στην συνέντευξή του προς την «K», επισημαίνοντας μάλιστα πως «η κυβέρνηση θα αποτύχει ξανά στην οικονομία γιατί εφαρμόζει λάθος μείγμα πολιτικής που δεν στηρίζεται στις διαρθρωτικές αλλαγές και στη μείωση του κράτους.

Ταυτόχρονα όμως, σχολιάζοντας τη «συγχώνευση της δεκαετίας» μεταξύ Εθνικής και Alpha, την κρίνει επιβεβλημένη στο πλαίσιο της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας και του εντονότατου ανταγωνισμού. «Είναι ένα μεγάλο εγχείρημα, η επιτυχία του οποίου», υπογραμμίζει ο κ. Γ. Σουφλιάς, «θα κριθεί στην πορεία».

Το κορυφαίο στέλεχος της Νέας Δημοκρατίας, δεν πιστεύει ότι η οικονομική πολιτική της κυβέρνησης θα αποδώσει καρπούς… Θεωρεί, όπως λέει χαρακτηριστικά όταν του επισημαίνεται ότι διά του υπουργού Εθνικής Οικονομίας η κυβέρνηση επιχειρεί να δώσει νέα δείγματα γραφής, πως «η ελληνική οικονομία δεν χρειάζεται τσάρους»… Πιστεύει ότι το ΠΑΣΟΚ δεν έχει καθαρή φυσιογνωμία και πρόγραμμα κι ότι θα παραμείνει στις αγκυλώσεις του παρελθόντος… Αποτέλεσμα αυτής της έλλειψης καθαρού προγράμματος ήταν όπως υποστηρίζει «το ΠΑΣΟΚ να οδηγήσει τη χώρα στην ΟΝΕ, στον Ευρωπαϊκό και Διεθνή ανταγωνισμό, σχεδόν γυμνή, από διαρθρωτικές προσαρμογές και με τη δημόσια διοίκηση ανίκανη και διαβρωμένη». Για το μείζον ασφαλιστικό ζήτημα, πιστεύει ότι «η Νέα Δημοκρατία συμπεριφέρεται ως κυβέρνηση, ενώ το ΠΑΣΟΚ πρωτοτυπώντας διεθνώς, συμπεριφέρεται ως αντιπολίτευση και μάλιστα στείρα». Για το θέμα της ΔΕΚΑ, προαναγγέλλει την υποβολή αιτήματος για την σύσταση επιτροπής, χωρίς να διευκρινίζει εάν πρόκειται για Εξεταστική ή Προανακριτική (έγκυρες πληροφορίες, ωστόσο, ανέφεραν χθες αργά το βράδυ ότι το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, θα ζητήσει τελικώς να συσταθεί Εξεταστική Επιτροπή).

Για το εθνικό ζήτημα των Ολυμπιακών Αγώνων, εξαιτίας των καθυστερήσεων που παρατηρούνται και της αύξησης του κόστους των έργων σημειώνει με νόημα ότι «το εθνικό όραμα εξελίσσεται σε εθνικό άγχος».

– Δεν νομίζετε ότι η κυβέρνηση διά του υπουργού Εθνικής Οικονομίας παρουσιάζεται περισσότερο φιλελεύθερη, ανακοινώνοντας μία νέα οικονομική πολιτική με σημαία τις ιδιωτικοποιήσεις;

– Το ΠΑΣΟΚ μας έχει συνηθίσει σε «νέα» ξεκινήματα κάθε φορά που η κούραση των υπουργών και του κόμματος αλλά και οι εσωτερικές διαμάχες και ίντριγκες παραλύουν εντελώς το κυβερνητικό έργο.

Αυτά που παρουσιάζουν τώρα ως «νέα» οικονομική πολιτική τα επαναλαμβάνουν διαρκώς από το 1996. Ο κ. Σημίτης τα επαναλαμβάνει κάθε χρόνο από το βήμα της ΔΕΘ. Ομως δεν τα πραγματοποιούν. Κι αυτό γιατί δεν μπορούν να υπερβούν τον εαυτό τους, την ιδεολογική σύγχυση, τις αγκυλώσεις του παρελθόντος, τις εσωκομματικές διαφορές τους. Δεν μπορούν να μειώσουν και να αλλάξουν το αντιπαραγωγικό, διαβρωμένο και διεφθαρμένο κράτος που αυτοί δημιούργησαν και αυτοί νέμονται.

Οπου επιχείρησαν αλλαγές, για παράδειγμα στις εργασιακές σχέσεις ή το Ασφαλιστικό, ήταν πρόχειρες και άτολμες και μάλιστα στο τελευταίο το έβαλαν στα πόδια.

Διαχειρίστηκαν την οικονομία τόσα χρόνια σε μία πολύ θετική διεθνή συγκυρία και άφησαν να χαθούν μεγάλες ευκαιρίες για τη χώρα. Δεν τόλμησαν να κάνουν αλλαγές εδώ και 7 χρόνια γιατί θα τις κάνουν στα επόμενα δύο, έχοντας μάλιστα να αντιμετωπίσουν τις δημοτικές και τις εθνικές εκλογές. Ο ελληνικός λαός δεν μπορεί να ελπίζει τίποτα ουσιαστικό από τη νέα κυβέρνηση. Θα είναι όχι μόνο κατ’ εικόνα, αλλά κυρίως κατ’ ομοίωση των προηγούμενων. Αυτή η κυβέρνηση θα αποτύχει ξανά στην οικονομία γιατί εφαρμόζει ένα λάθος μείγμα πολιτικής που δεν στηρίζεται στις διαρθωτικές αλλαγές και την μείωση του κράτους.

Στηρίζεται στην υπερφορολόγηση, σε νόθες αποκρατικοποιήσεις -δηλαδή σε μετοχοποιήσεις εισπρακτικού χαρακτήρα όπου το management παραμένει στο κράτος- στην προεξόφληση εσόδων, δηλαδή στο δανεισμό με εγγύηση τα μελλοντικά έσοδα του κράτους. Αυτή την πολιτική εφάρμοσε και ο κ. Χριστοδουλάκης ως μέλος της κυβέρνησης.

Δεν χρειάζεται

τσάρους η οικονομία

– Ο νέος «τσάρος» της Οικονομίας κ. Ν. Χριστοδουλάκης θέλει να δώσει νέα δείγματα γραφής. Τι πιστεύετε ότι μπορεί να κάνει;

– Από καθαρά σημειολογική άποψη θα επισημάνω ότι η λέξη τσάρος της οικονομίας πρωτοχρησιμοποιήθηκε στην πρώτη περίοδο του ΠΑΣΟΚ, της δεκαετίας του ’80. Οταν η ελληνική οικονομία έφτασε κυριολεκτικά στο χείλος του γκρεμού. Η ελληνική οικονομία δεν χρειάζεται τσάρους. Χρειάζεται αποτελεσματικό συντονισμό, σωστό σχεδιασμό και κυρίως μια νέα πολιτική. Ως προς τα δύο πρώτα, η κυβέρνηση επί σειρά ετών έδειξε ότι τα στερείται. Ως προς το τρίτο στοιχείο, δηλαδή τη νέα πολιτική, ο κ. Χριστοδουλάκης υπήρξε όλα αυτά τα χρόνια βασικό στέλεχος του οικονομικού επιτελείου και συνεπώς χρεώνεται προσωπικά την οικονομική πολιτική των τελευταίων ετών.

Δηλαδή την ευφάνταστη «δημιουργική λογιστική» στα δημόσια οικονομικά της χώρας, στη λογική ότι όταν δεν μπορείς να διορθώσεις τη δημοσιονομική κατάσταση, τότε προσαρμόζεις τους αριθμούς. Τις άγαρμπες παρεμβάσεις της ΔΕΚΑ και τη χειραγώγηση του Χρηματιστηρίου. Τις «μετοχοποιήσεις» εισπρακτική επιδίωξη. Και σήμερα ο κ. Χριστοδουλάκης θυμάται -με μεγάλη, αλήθεια, καθυστέρηση- το αυτονόητο: ότι δηλαδή το κράτος δεν μπορεί να είναι καλός επιχειρηματίας.

Ομως το πρόβλημα δεν είναι ο κ. Χριστοδουλάκης αλλά το ίδιο το ΠΑΣΟΚ, που δεν έχει καθαρή φυσιογνωμία, δεν έχει πρόγραμμα, παραμένει άτολμο, γεμάτο αγκυλώσεις και αντιφάσεις. Την αντίφαση αυτή ενσαρκώνει και ο τίτλος που αποδίδουν οι ίδιοι στον υπουργό Οικονομίας του «κόκκινου μονεταριστή».

Στη διαδρομή του ΠΑΣΟΚ από την τριτοδρομική σοσιαλιστική αφετηρία μέχρι σήμερα μπορεί ορισμένοι να ανακάλυψαν την ελεύθερη οικονομία και άλλοι όχι. Ομως όλοι έχουν τις αγκυλώσεις του παρελθόντος και δεν πιστεύουν αληθινά στην ανάγκη απελευθέρωσης της οικονομίας και του υγιούς ανταγωνισμού.

Γι’ αυτό και είναι το κόμμα των μικρών βημάτων και μάλιστα δύο βήματα μπροστά και ένα πίσω.

Οι συγχωνεύσεις

– Δύο μέρες μετά τις προγραμματικές δηλώσεις Χριστοδουλάκη, έχουμε την «συγχώνευση της δεκαετίας» μεταξύ Εθνικής και Alpha. Δεν αρκεί για να δημιουργήσει νέα αισιοδοξία;

– Οι συγχωνεύσεις είναι επιβεβλημένες στο πλαίσιο της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας και του εντονότατου ανταγωνισμού. Είναι ένα μεγάλο εγχείρημα η επιτυχία του οποίου θα κριθεί στην πορεία. Και θα κριθεί από το αν θα ενισχύσει τον ανταγωνισμό, αν μειώσει τον κρατικό έλεγχο στην οικονομία και αν και πότε θα αποδώσει το νέο σχήμα για να μειωθεί το τραπεζικό κόστος και να ωφεληθούν οι καταναλωτές και οι μικρομεσαίοι επιχειρηματίες. Τελικά η ίδια η οικονομία.

Και τα επισημαίνω αυτά γιατί ο νέος τραπεζικός οργανισμός θα έχει ιδιαίτερα δεσπόζουσα θέση στην εγχώρια αγορά.

«Γυμνοί» στην ΟΝΕ

– Μήπως είστε υπερβολικά αυστηρός, αφού η κυβέρνηση έβαλε την Ελλάδα στην ΟΝΕ και σε δύο μήνες παίρνουμε το ευρώ στην τσέπη μας;

– Ασφαλώς η ένταξη της Ελλάδας στην ΟΝΕ είναι ένα πολύ θετικό βήμα, για το οποίο βέβαια δεν θα συζητούσαμε αν η Ν.Δ. δεν είχε εντάξει την Ελλάδα στην ΕΟΚ όταν ο κ. Σημίτης και οι σύντροφοί του ήταν αντίθετοι.

Οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ ευτύχησαν να διαχειριστούν την οικονομία σε μία πολύ θετική διεθνή οικονομική συγκυρία με χαμηλές τιμές πετρελαίου, χαμηλά επιτόκια, υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Επιπλέον, οι κυβερνήσεις Σημίτη διαχειρίστηκαν 15 τρισ. δραχμές, καθαρούς κοινοτικούς πόρους. Με αυτές τις συνθήκες και τόσα χρήματα θα έπρεπε να είχε απογειωθεί η ελληνική οικονομία και όχι να χαροπαλεύει με τα κριτήρια εισόδου στην ΟΝΕ. Για την ένταξη στην ΟΝΕ έγινε κατάχρηση της «δημιουργικής λογιστικής» και υπερφορολόγηση των πολιτών με 87 νέους φόρους. Ομως δημοσιονομική εξυγίανση δεν έγινε. Το δημοσιονομικό πρόβλημα είναι οξύ. Η δημόσια διοίκηση εξακολουθεί να αποτελεί βαρίδι σε κάθε αναπτυξιακή προσπάθεια. Το κράτος και τα πολυπληθή παρακλάδια του μένουν ανέγγιχτα κι αλώβητα. Το φορολογικό βάρος στην οικονομία αυξήθηκε θεαματικά στη δεκαετία του ’90. Ουσιαστικές διαρθρωτικές μεταβολές, που θα έκαναν την ελληνική οικονομία πιο ανταγωνιστική και ευέλικτη, δεν προωθήθηκαν. Γι’αυτό ασφαλώς θυσιάστηκε η πραγματική σύγκλιση. Γι’ αυτό, με άλλα λόγια, έχουμε τη χειρότερη ευρωπαϊκή επίδοση σε δείκτες, όπως η παραγωγικότητα της εργασίας και η ανεργία που είναι η μεγαλύτερη των τελευταίων τριάντα ετών.

Στο Γ’ Κοινοτικό πλαίσιο έχουμε χάσει 18 μήνες. Υποβάλλονται προγράμματα και απορρίπτονται. Στα μεγάλα έργα έχουμε καθυστερήσεις, αδιαφάνεια, μεγάλες υπερβάσεις, κακοτεχνίες.

Η κυβέρνηση δεν αξιοποιεί τα ευρωπαϊκά κονδύλια και επιβαρύνει τον Ελληνα φορολογούμενο με τις υπερβάσεις. Ο ελληνικός λαός τελικά χρεώνεται χωρίς να απολαμβάνει τα έργα που χρειάζεται και δικαιούται. Τελικά το ΠΑΣΟΚ οδήγησε τη χώρα στην ΟΝΕ, στον ευρωπαϊκό και διεθνή ανταγωνισμό σχεδόν γυμνή από διαρθρωτικές προσαρμογές και με τη δημόσια διοίκηση ανίκανη και διαβρωμένη. Αυτή είναι η μεγάλη αρνητική συνεισφορά του.

Το Ασφαλιστικό

– Κατ’ αντιστοιχία της «νέας» οικονομικής πολιτικής τώρα εμφανίζουν μια νέα από μηδενική βάση προσέγγιση με διάλογο για το Ασφαλιστικό. Μήπως αυτό δείχνει ότι η κυβέρνηση διδάχθηκε από τα λάθη της;

– Θεωρώ πως όχι. Οι πάγιες αδυναμίες του ΠΑΣΟΚ δεν του επιτρέπουν να προχωρήσει σε μεγάλες επιλογές και να αντιμετωπίσει τα σημαντικά θέματα με πιθανό κομματικό κόστος και επομένως με υπευθυνότητα. Πράγμα που έκανε η Ν.Δ. ως κυβέρνηση στο Ασφαλιστικό με τη γενναία μεταρρύθμιση που εξασφαλίζει ακόμα τις συντάξεις.

Αντίθετα η κυβέρνηση το Ασφαλιστικό, εθνικής εμβέλειας θέμα, το χειρίζεται επιπόλαια και ανεύθυνα. Πότε παρουσιάζει πρόχειρες και ανεδαφικές προτάσεις, πότε υποχωρεί στις εσωκομματικές πιέσεις και πότε εξαγγέλλει αόριστα την έναρξη ενός διαλόγου «από μηδενική βάση». Ομως δεν ξεκινά κανείς από μηδενική βάση όταν είναι κυβέρνηση, οφείλει να συζητά με συγκεκριμένες προτάσεις. Και το χειρότερο είναι ότι ενώ η κυβέρνηση ασχολείται με το Ασφαλιστικό από το 1996 με την έκθεση Σπράου, οι Ελληνες ακόμα και σήμερα δεν γνωρίζουν τις θέσεις της.

Στο θέμα της κοινωνικής ασφάλισης και τώρα η Ν.Δ. έχει συμπεριφερθεί ως κυβέρνηση, ενώ το ΠΑΣΟΚ, πρωτοτυπώντας διεθνώς, συμπεριφέρεται ως αντιπολίτευση και μάλιστα στείρα.

Αυτό αποδείχθηκε κατά γενική ομολογία στην ημερίδα της ΓΣΕΕ όπου καταθέσαμε τεκμηριωμένες, ολοκληρωμένες και συγκεκριμένες προτάσεις. Δεν θα αναφερθώ σε αυτές, αλλά σας θυμίζω ότι το μοντέλο ασφαλιστικού συστήματος που προτείνει η Ν.Δ. -το οποίο, μάλιστα, πρώτα σε συνέντευξη στην εφημερίδα σας το Μάιο είχα παρουσιάσει- βασίζεται σε τρία επάλληλα και αλληλοσυμπληρούμενα επίπεδα.

Η Νέα Δημοκρατία

– Για όλα αυτά τι κάνει η Ν.Δ.; Μήπως απλώς έχει εγκλωβιστεί όπως ορισμένοι υποστηρίζουν στην πολιτική του «ώριμου φρούτου»;

– Σίγουρα όχι. Ασκούμε υπεύθυνη και εποικοδομητική αντιπολίτευση που συνδυάζει την τεκμηριωμένη και αυστηρή κριτική με συγκεκριμένες προτάσεις. Σας θυμίζω ξανά το παράδειγμα του Ασφαλιστικού. Στην πόλωση και τον φανατισμό που επιδιώκει η κυβέρνηση εμείς πρέπει να αντιπαρατάξουμε ένα γενναίο πολιτικό λόγο με συγκροτημένες θέσεις. Να επαναφέρουμε την πολιτική αντί της παραπολιτικής. Ταυτόχρονα, προετοιμαζόμαστε συστηματικά για να γίνουμε μια αποτελεσματική κυβέρνηση, ωφέλιμη για τον τόπο. Η πολιτική, του «ώριμου φρούτου» δεν μπορεί να είναι απάντηση στο ΠΑΣΟΚ που έχει ταυτίσει το κράτος με το κόμμα. Γιατί είναι ένα κόμμα εθισμένο στην εξουσία και ακριβώς γι’ αυτό ενεργοποιεί τα καθεστωτικά αντανακλαστικά του. Η ευκαιρία να κάνουμε πράξη το όραμά μας για μία καλύτερη Ελλάδα δεν θα μας χαριστεί, θα την κερδίσουμε. Και αυτή την φορά εμείς θα κερδίσουμε.

Το ΠΑΣΟΚ πρέπει να φύγει γιατί είναι κακή κυβέρνηση και γιατί έγινε καθεστώς και το πολιτικό σύστημα πρέπει να βρει την ισορροπία του.

Η Ν.Δ. έχει ξεκάθαρη ιδεολογία της οποίας η βασική κατεύθυνση Ελεύθερη Οικονομία συνδυασμένη με κοινωνική δικαιοσύνη επικρατεί παντού. Εχουμε ιδέες και πρόγραμμα που τώρα το βελτιώνουμε, έχουμε μια καλή σύνθεση νέων και έμπειρων ικανών στελεχών και με περισσότερη προσπάθεια μπορούμε να γίνουμε καλύτεροι. Ο τόπος χρειάζεται μια κυβέρνηση ικανή, χωρίς αγκυλώσεις που δεν θα σκέπτεται το πολιτικό κόστος. Θεωρώ ότι μπορούμε να ανταποκριθούμε.

Σε εθνικό άγχος εξελίσσονται οι Ολυμπιακοί

– Η κ. Παπανδρέου εξέφρασε τη μεγάλη της ανησυχία για την πορεία των ολυμπιακών έργων. Αντιμετωπίζουμε ενδεχόμενο αποτυχίας των Αγώνων;

– Η ιδέα, του να διοργανωθούν στη χώρα μας, στη γενέτειρά τους, οι Ολυμπιακοί Αγώνες και να αναδειχθεί πραγματικά το ολυμπιακό ιδεώδες, μας συνεπήρε και εξακολουθεί να συνεπαίρνει όλους μας. Γι’ αυτό ακριβώς και η Νέα Δημοκρατία στηρίζει με όλες της τις δυνάμεις αυτήν την εθνική προσπάθεια. Δυστυχώς, όμως, φαίνεται ότι αυτό το εθνκό όραμα εξελίσσεται σε «εθνικό άγχος».Οι καθυστερήσεις, η έλλειψη συντονισμού και η προχειρότητα που επιδεικνύει η κυβέρνηση διακυβεύουν την επιτυχία των Ολυμπιακών Αγώνων και αυξάνουν σημαντικά το κόστος της διοργάνωσης. Επισημαίνω τρία πράγματα.

Πρώτον, όταν αναλάβαμε τους Αγώνες, το 72% των αθλητικών έργων ήταν ήδη έτοιμα. Υστερα από τέσσερα χρόνια, ούτε μια νέα αθλητική εγκατάσταση δεν έχει παραδοθεί και οι προθεσμίες είναι ασφυκτικές πλέον. Δεύτερον, η συμμετοχή του κρατικού προϋπολογισμού ξεκίνησε από 1 τρισ., ανέρχεται σήμερα περίπου στα 2 τρισ. και φαίνονται σαφείς τάσεις για μεγάλη αύξηση. Υπάρχουν έργα που τριπλασιάζεται το κόστος τους. Εδώ θέλω να τονίσω, για να γίνει συνείδηση όλων, ότι τις υπερβάσεις τις επιβαρύνεται ο Ελληνας φορολογούμενος και το δημόσιο χρέος.

Τρίτον, αρκετά ολυμπιακά έργα με την πίεση του χρόνου δεν θα ανατεθούν κατόπιν διαγωνισμού που εξασφαλίζει τη διαφάνεια, αλλά με απευθείας ανάθεση. Με αυτά τα δεδομένα, οι επισημάνσεις της κ. Παπανδρέου είναι λίγες. Δεν παύουν να αποτελούν όμως μια σαφή ομολογία ότι τα πράγματα δεν πάνε καθόλου καλά.

– Βλέπω τη διαρκή επανάσταση φυτών και λουλουδιών.