ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Από το Ελσίνκι στην απόπειρα αναθεώρησης της Λωζάννης

1151878

Βετεράνοι πολιτικοί όλων των κυβερνήσεων που έχουν χειριστεί τις ελληνοτουρκικές υποθέσεις και οι οποίοι έχουν συνομιλήσει με την «Κ» εφιστούν την προσοχή στην τεχνική συνθετότητα της υπόθεσης των θαλάσσιων συνόρων μας. Τα σύνορα στη θάλασσα μεταβάλλονται ανάλογα με την τεχνολογία και τη νομολογία κάθε εποχής. Πριν από 100 χρόνια οι νήσοι και τα ηπειρωτικά εδάφη είχαν χωρικά ύδατα μόλις 3 ναυτικά μίλια, όση απόσταση μπορούσε να καλύψει η βολή ενός κανονιού. Η εξέλιξη των μέσων εκμετάλλευσης του φυσικού πλούτου, της πολεμικής τεχνολογίας, αλλά και του Δικαίου της Θάλασσας, (ιδίως μετά το 1982, όταν υπογράφηκε η Διεθνής Συνθήκη του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας που εισήγαγε την έννοια της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης – ΑΟΖ), έχει αλλάξει (και «γκριζάρει») δραματικά τους χάρτες των θαλασσών σε όλη τη γη. Ιδίως τα όρια των χωρικών υδάτων και της ΑΟΖ (που ορίζει δικαιώματα σε αλιεία, εκμετάλλευση του πυθμένα κ.λπ.) σε μια κλειστή θάλασσα όπως το Αιγαίο, με χιλιάδες μικρά και μεγάλα ελληνικά νησιά, κατοικημένα και ακατοίκητα, πολλά από αυτά πολύ κοντά σε ένα άλλο κράτος (Τουρκία) μπορεί να επιδέχονται πολλές και διαφορετικές ερμηνείες, με βάση τη διαρκώς εξελισσόμενη νομολογία του διεθνούς δικαίου.

Οι πολίτες, όμως, δεν σκεφτόμαστε με πυξίδα το διεθνές δίκαιο. Διατηρούμε στη μνήμη μας την εικόνα του χάρτη που υπάρχει εδώ και δεκαετίες στα σχολεία μας, όπου μια συνοριακή γραμμή ξεκινάει από τη Θράκη, διασχίζει ολόκληρο το Αιγαίο πολύ κοντά στην ακτή της Μικράς Ασίας και συνεχίζει έτσι στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο ώς πέρα από το Καστελλόριζο. Αυτή η απόσταση ανάμεσα στο διεθνές δίκαιο και στη λαϊκή αντίληψη για τα σύνορα του Αιγαίου περιορίζει πολύ τους απαραίτητους ελιγμούς για μια ελληνοτουρκική συμφωνία συμβατή με το διεθνές δίκαιο, όπως παραδέχονται στις ιδιωτικές συζητήσεις τους πολιτικοί όλων των κυβερνήσεων. Αντίστοιχους περιορισμούς στην αποσαφήνιση των συνόρων επιβάλλει και η Τουρκία, όταν θέτει με ωμότητα, μαξιμαλιστικές απαιτήσεις για τα όρια των δικών της υποτιθέμενων δικαιωμάτων. Η σύγχρονη τεχνολογία, που επιτρέπει θαλάσσιες γεωτρήσεις σε κοιτάσματα υδρογονανθράκων σε βάθη 3.000 μέτρων, κάτι αδύνατον ώς και πριν από 10 χρόνια, είναι το κυριότερο στοιχείο που ανεβάζει και πάλι τη θερμοκρασία σε όλη την εθνική γραμμή από την Κύπρο (που ανακήρυξε ΑΟΖ και χάραξε οικόπεδα το 2011) ώς τη Θράκη.

Ελληνοτουρκική άνοιξη

Η τελευταία 20ετία χωρίζεται σε «τέσσερις εποχές» σε ό,τι αφορά τις προσπάθειες συμφωνίας με την Τουρκία. Η πρώτη εποχή ξεκίνησε μετά τη Συμφωνία του Ελσίνκι του 1999 που όρισε ώστε τα δύο κράτη να διευθετήσουν τις διαφορές τους και να παραπέμψουν στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης όσα ζητήματα θα είχαν παραμείνει ανοιχτά ώς το τέλος του 2004.

Σύμφωνα με ρεπορτάζ του Βασίλη Νέδου («Κ», 17.6.2019), οι πρώτες μυστικές διαβουλεύσεις πραγματοποιήθηκαν μεταξύ του καθηγητή Χρήστου Ροζάκη και του Τούρκου διπλωμάτη Φαρούκ Λόογλου. Σύντομα οι επαφές πέρασαν στα χέρια του τότε γενικού γραμματέα του υπουργείου Εξωτερικών Αναστάσιου Σκοπελίτη και του διπλωμάτη Ουγούρ Ζιγιάλ. Οι συζητήσεις αφορούσαν αποκλειστικά το θέμα των χωρικών υδάτων. Το διεθνές δίκαιο επιτρέπει την επέκταση των χωρικών υδάτων ώς τα 12 μίλια. Η Ελλάδα και η Τουρκία έχουν ανακηρύξει 6 μίλια (με δικαίωμα επέκτασης στα 12). Η καλή γειτονία σε μια κλειστή θάλασσα με πολλά νησιά επιβάλλει ευελιξία γιατί τα 12 μίλια παντού «κλείνουν» το Αιγαίο και περιορίζουν πολύ τα διεθνή ύδατα και τη διεθνή ναυσιπλοΐα. Η Ελλάδα πρότεινε «κλιμακωτή επέκταση» (6, 8,10,12 μίλια), ενώ η Τουρκία θα προτιμούσε η Ελλάδα να έχει σε άλλα σημεία 6 και σε άλλα 12 μίλια. Η Ελλάδα, που σήμερα έχει 6 μίλια παντού, θα αύξανε σημαντικά την επιρροή της στο Αιγαίο.

Ωστόσο, σύμφωνα με ασφαλείς πηγές, ο χάρτης θα παρουσίαζε εικόνα «χτένας», αφού κύριο αίτημα της Τουρκίας ήταν τα λιμάνια της, όπως η Σμύρνη και το Κουσάντασι, να έχουν άνοιγμα στην αιγιαλίτιδα ζώνη. Παρά το γεγονός ότι η συζήτηση επικεντρωνόταν στην αιγιαλίτιδα ζώνη, η Τουρκία αποδεχόταν τη γενική αρχή ότι τα νησιά έχουν υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ με αυξομειούμενη επήρεια ανάλογα με την έκταση και τον πληθυσμό του νησιού και την απόστασή του από τους ηπειρωτικούς όγκους, όπως ορίζει το διεθνές δίκαιο. Σύμφωνα μάλιστα με παράγοντες της τότε κυβέρνησης, οι Τούρκοι είχαν ρίξει στο τραπέζι την ιδέα  η τουρκική ηπειρωτική υφαλοκρηπίδα να επεκταθεί κάπως περισσότερο στο Βόρειο Αιγαίο με «αντάλλαγμα» να περιοριστεί στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο κοντά στο Καστελλόριζο. Ολες αυτές οι συζητήσεις παρέμειναν ασκήσεις επί χάρτου καθώς το 2004 άλλαξε η κυβέρνηση.

Φθινόπωρο στο Αιγαίο

Η κυβέρνηση Καραμανλή σήμανε τη έναρξη μιας δεύτερης εποχής, μάλλον φθινοπωρινής, η οποία διακρινόταν από ισχυρές επιφυλάξεις απέναντι στο σκέλος του Ελσίνκι που αφορούσε τα ελληνοτουρκικά. Πρώτον, επικράτησε η άποψη ότι η ελληνική κοινή γνώμη δεν θα μπορούσε να αποδεχθεί τίποτα λιγότερο από την επέκταση των χωρικών υδάτων όλων των νήσων στα 12 μίλια. Δεύτερον, η Τουρκία ζητούσε (και το έχουν παραδεχθεί οι Τούρκοι) να παραπεμφθούν στη Χάγη η αποστρατιωτικοποίηση των ελληνικών νήσων και η δικαιοδοσία του FIR Κωνσταντινούπολης, που κατά αυτούς θα έπρεπε να εκτείνεται ώς τη μέση του Αιγαίου. Η Αθήνα θεωρούσε ότι αυτά τα θέματα δεν έχουν θέση στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, ενώ ενοχλούνταν από το ενδεχόμενο να αποφασιστεί από τη Χάγη ότι κάποια νησιά δεν έχουν καθόλου ΑΟΖ. Οι γύροι των διερευνητικών επαφών συνεχίστηκαν, αλλά μόνο σε ένα πλαίσιο επίδειξης «καλών τρόπων».

Το βαρύ ταμπού του Καστελλόριζου

Ακολούθησε η κυβέρνηση Γιώργου Παπανδρέου (τρίτη εποχή), όπου η στρατηγική της εποχής Σημίτη αναθερμάνθηκε. Διαβλέποντας την αλλαγή κλίματος, ο Τούρκος πρόεδρος Ερντογάν απέστειλε επιστολή στον Γιώργο Παπανδρέου προτείνοντας να καθοριστεί τελική ημερομηνία για τις διαπραγματεύσεις. Η προσέγγιση με την Ευρώπη παρέμενε στόχος του Ερντογάν, έτσι ώστε να «αδειάζει» τους κεμαλικούς. Ο κ. Παπανδρέου ανταποκρίθηκε. Ο πρέσβης Παύλος Αποστολίδης, που είχε συμμετοχή στις συζητήσεις και κατά την εποχή Σημίτη, όταν ήταν επικεφαλής της ΕΥΠ, ανέλαβε τις επαφές με τον Φεριντούν Σινιρλίογλου. Κατά κάποιους, ο κ. Παπανδρέου, αν δεν βρισκόταν στη δίνη της κρίσης, θα είχε τολμήσει να προχωρήσει σε υπογραφή συνυποσχετικού για παραπομπή στη Χάγη. Κατά άλλους, δεν θα το έκανε, αφού «όταν φτάνει ο κόμπος στο χτένι» δεν μπορούν να γίνουν διπλωματικές υποχωρήσεις σε «βαριά» θέματα εθνικής κυριαρχίας.

Κατά τη συγκυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου, ο Ευάγγελος Βενιζέλος, ως υπουργός Εξωτερικών το 2013 επέβαλε με έμφαση την αρχή ότι το Αιγαίο και η Νοτιοανατολική Μεσόγειος θα συζητούνταν ως ενιαία περιοχή (έως τότε οι επαφές επικεντρώνονταν στο Αιγαίο). Ηθελε με αυτόν τον τρόπο να υπογραμμίσει ότι στο Καστελλόριζο, ένα νησί που σφραγίζει συμβολικά το ελληνικό παρόν, θα πρέπει να αποδοθεί πλήρης επήρεια ΑΟΖ (έστω κι αν άλλοι γνώστες του διεθνούς δικαίου εκτιμούν ότι η Χάγη θα αποδώσει στο νησί ΑΟΖ ελάχιστη ή καθόλου).

Επί Δημήτρη Αβραμόπουλου, ο οποίος διαδέχθηκε τον κ. Βενιζέλο στο ΥΠΕΞ, συζητήθηκε εντόνως το ενδεχόμενο να κατατεθούν όρια υφαλοκρηπίδας και να ανακηρυχθεί μονομερώς ΑΟΖ. Η επιλογή αυτή δεν υλοποιήθηκε. Η κυβέρνηση Τσίπρα επέδειξε ενδιαφέρον επανέναρξης διερευνητικών επαφών, αλλά το πραξικόπημα του 2016 στην Τουρκία οδήγησε τις συζητήσεις σε πρόωρο τέλος. Η τέταρτη εποχή ξεκίνησε μετά το 2016, όταν ο Ερντογάν –αφού προχώρησε σε εκκαθαρίσεις, έλεγξε τον στρατό, άλλαξε τη θεσμική δομή ισχύος της Τουρκίας με το δημοψήφισμα του 2017 και εξελέγη πανίσχυρος πρόεδρος το 2018– αποφάσισε να εφαρμόσει μια πιο διεκδικητική εξωτερική πολιτική, μιλώντας με κάθε ευκαιρία για την ανάγκη αλλαγής της Συνθήκης της Λωζάννης του 1923, που έθεσε τα όρια της σύγχρονης Τουρκίας.