ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Σύγκριση με ποινική δίκη

Τα προβλήματα που θα προκύψουν από την κατάργηση της προδικαστικής γίνονται ακόμη πιο εμφανή, αν γίνει μία σύγκριση ανάμεσα στην αστική και την ποινική δίκη. Ετσι:

α) Στην ποινική δίκη (και μάλιστα στις πιο σοβαρές περιπτώσεις) τα νομικά ζητήματα αλλά και τα πραγματικά έχουν τύχει ήδη επεξεργασίας από την ανάκριση και από τα βουλεύματα. Συνεπώς, ο ποινικός δικαστής δεν ακούει από τους μάρτυρες για πρώτη φορά το τι καταθέτουν. Εχει δει τις καταθέσεις τους, ξέρει τι λένε και έχει στήριγμα στα βουλεύματα και ως προς την κρίση της ουσίας και ως προς τα νομικά ζητήματα.

Αντίθετα, ο πολιτικός δικαστής, ο οποίος θα πρέπει να δικάσει την υπόθεση και να εξετάσει τους μάρτυρες σε μία δικάσιμο, δεν έχει αυτά τα στηρίγματα. Θα βρίσκεται μπροστά σε μία υπόθεση, την οποία στην ουσία επεξεργάζεται για πρώτη φορά και ακούει έναν μάρτυρα τον οποίο δεν έχει ακούσει προηγουμένως και ούτε γνωρίζει τι θα καταθέσει.

(β) Το ποινικό δικαστήριο εκδίδει την απόφασή του αμέσως μετά την ακροαματική διαδικασία. Συνεπώς, έχει άμεση την εντύπωση από τις καταθέσεις των μαρτύρων. Δεν στηρίζεται στα πρακτικά. Αντίθετα, στην πολιτική δίκη η απόφαση εκδίδεται αργότερα (και μάλιστα μαζί με πολλές άλλες) και συνεπώς τα πρακτικά έχουν πολύ μεγαλύτερη σημασία.

(γ) Τέλος, στο ποινικό εφετείο επαναλαμβάνεται η ακροαματική διαδικασία και εξετάζονται πάλι οι μάρτυρες. Σε αντίθεση στο πολιτικό εφετείο η δίκη γίνεται με βάση τα πρακτικά. Συνεπώς και πάλι τα πρακτικά έχουν πολύ μεγαλύτερη σημασία.

(δ) Και τέλος, ας μην ξεχνάμε ότι στις ποινικές δίκες δεν εξετάζεται ένας μόνο μάρτυς, αλλά όσοι είναι απαραίτητοι για να φωτιστεί η αλήθεια.

Συνεπώς, η έλλειψη της προηγούμενης επεξεργασίας της υποθέσεως και η ανεπάρκεια των πρακτικών θα φέρει τον δικαστή της πολιτικής δίκης με το σύστημα του νέου νόμου σε πολύ δυσμενέστερη θέση από τον δικαστή της ποινικής δίκης, κάτι που αναπόφευκτα θα υποβαθμίσει την ποιότητα της αποδιδόμενης δικαιοσύνης.

Και βέβαια τα προβλήματα αυτά δεν λύνονται με την υποχρέωση των διαδίκων να καταθέτουν τις προτάσεις τους προ 30 ημερών. Στην πράξη, όποτε επεχειρήθη (και επεχειρήθη αρκετές φορές) επιβολή προκαταθέσεως προτάσεων, απέτυχε παταγωδώς. Ενώ οι διάδικοι και οι δικηγόροι τους εταλαιπωρούντο με την προκατάθεση των προτάσεων και αντικρούσεων (κάποια εποχή για μια υπόθεση μονομελούς, ο δικηγόρος έπρεπε να πάει επτά (7) φορές στο δικαστήριο), οι δικαστές (απόλυτα δικαιολογημένα) δεν προλάβαιναν να μελετήσουν τους φακέλους εκ των προτέρων. Η προκατάθεση γινόταν γράμμα κενό και τελικώς κατηργείτο. Με το ισχύον καθεστώς οι δικαστές μελετούν τους φακέλους μόνο των υποθέσεων που δικάστηκαν. Με το σύστημα του νέου νόμου οι δικαστές θα είναι υποχρεωμένοι (τουλάχιστον αυτό θέλει ο νομοθέτης) να μελετούν εκ των προτέρων όλες τις δικογραφίες της δικασίμου έστω και αν οι υποθέσεις αναβληθούν ή ματαιωθούν (δηλαδή δεν δικαστούν) την τελευταία στιγμή.

Αυτό και φόρτο εργασίας θα προσθέσει στα δικαστήρια και μία αίσθηση ματαιότητας θα δημιουργεί στους δικαστάς που θα έχουν μελετήσει ματαίως υποθέσεις που δεν δικάστηκαν. Η κατάθεση των προτάσεων επί της έδρας (κατά την πρώτη συζήτηση) έχει μια ιστορία 160 ετών που φαίνεται ότι δεν δημιουργήθηκε τυχαία. Ισως σε επόμενο σημείωμα να επιχειρηθεί μια ανάλυση του φαινομένου αυτού. Όμως, στο αμέσως επόμενο σημείωμα το πρόβλημα του νέου νόμου θα εξετασθεί και από πλευράς στατιστικών στοιχείων.