ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Θετικό πρόσημο κατά το πρώτο εξάμηνο της νέας Βουλής

2794780

Η εορταστική περίοδος ολιγοήμερων διακοπών που άρχισε την Δευτέρα για τη Βουλή, προσφέρει την ευκαιρία για ένα σύντομο απολογισμό του πρώτου εξαμήνου λειτουργίας της εθνικής αντιπροσωπείας, με τη σύνθεση που ανέδειξαν οι εκλογές του περασμένου καλοκαιριού.

Χωρίς αμφιβολία κάποιος μπορεί να οδηγηθεί στο συμέρασμα πως είναι ένα Κοινοβούλιο ηρεμίας, με κυρίαρχο το στοιχείο της σταθερότητας, δεδομένου ότι οι κάλπες ανέδειξαν αυτοδύναμη κυβερνώσα πλειοψηφία, αλλά και ταυτόχρονα με έντονη την αίσθηση της αναζήτησης συγκλίσεων, μια και μείζονος σημασίας θέματα που τίθενται προς λήψη απόφασης απαιτούν αυξημένη, πολύ ευρύτερη της κυβερνητικής, πλειοψηφία. Πρόκειται, με άλλα λόγια, για ένα πολιτικό περιβάλλον εξαιρετικά ενδιαφέρον, που το είχε ανάγκη η χώρα, μετά από μια δεκαετή περίοδο σφοδρής και πολυεπίπεδης κρίσης, κατά την διάρκεια της οποίας επικρατούσε γενικευμένη ρευστότητα, αταίριαστοι κυβερνητικοί συνασπισμοί και συνεχείς ακρότητες, οι περισσότερες από τις οποίες είχαν ως «πηγή» την φιλοναζιστική Χρυσή Αυγή, που πλέον βρίσκεται εκτός του Ναού της Δημοκρατίας.

Σύμφωνα με ορισμένους, κυρίως δύο είναι τα στοιχεία που συνδιαμόρφωσαν το νέο και ποιοτικά καλύτερο περιβάλλον εντός του Κοινοβουλίου: Πρώτον η ύπαρξη αυτοδύναμης κυβέρνησης που από μόνο του καλλιεργεί αίσθηση ηρεμίας στο πολιτικό σκηνικό, και η ευρεία ανανέωση του προσωπικού, καθώς κάτι περισσότερο από ένας στους τρεις βουλευτές (112) είναι πρωτοεκλεγέντες, 19 εκ των οποίων ανήκουν στα δύο νέα κόμματα «Ελ.Λύση» 10 έδρες) και «ΜέΡΑ25» (εννέα έδρες).

Για την πλειοψηφούσα γαλάζια παράταξη των 158 βουλευτών λέγεται ότι με το τέλος του έτους τελειώνει και η «περίοδος» χάριτος που είχε ως νικήτρια των εκλογών. Η αλήθεια είναι πως ουσιαστικά δεν υπήρχε «περίοδος χάριτος», τουλάχιστον όχι με την παραδοασική έννοια του όρου, καθώς από την πρώτη στιγμή και συχνά σε υψηλούς τόνους δεχόταν έντονη την κρκτική από την αντιπολίτευση. Σε αυτό το εξάμηνο η κυβέρνηση έχει να επιδείξει εντός Βουλής εξαιρετικά πυκνό νομοθετικό έργο, αλλά και συνέπεια έναντι των υποχρεώσεών της έναντι της διαδικασίας του κοινοβουλευτικού ελέγχου, που παρόμοιά της είχε καιρό να βιώσει η Βουλή. Υπουργοί, αναπληρωτές και υφυπουργοί δεν αφήνουν –πλην εξαιρέσεων- αναπάντητες ερωτήσεις βουλευτών, ενώ συνέπεια επιδεικνύει ως τώρα και ο κ. Κυρ. Μητσοτάκης στη λεγόμενη «Ωρα του Πρωθυπουργού», της Παρασκευές. Στα αρνητικά, ωστόσο, συμπεριλαμβάνονται τα λάθη κατά την νομοθέτηση, που κάποτε εξαναγκάζουν τους επισπεύδοντες υπουργούς να προβαίνουν λίγο μετά σε διορθωτικές κινήσεις, μέσω διατάξεων ή τροπολογιών σε επόμενα νομοθετήματα. Επίσης, αρκετές φορές η αντιπολίτευση διαμαρτυρήθηκε για ασφυκτικά χρονικά περιθώρια επεξεργασίας και ψήφισης σχεδίων νόμων, με την κυβέρνηση από την πλευρά της αφενός να λέει ότι οι συνοπτικές διαδικασίες επιβάλλονταν εξαιτίας του «επείγοντος» χαρακτήρα σειράς ρυθμίσεων για την «επιστροφή στην κανονικότητα» και αφετέρου να υπόσχεται πως οι «κανόνες καλής νομοθέτησης» θα επανέλθουν με το νέο έτος.

Από την άλλη, αν υπήρξαν κάποιες στιγμές που δημιουργήθηκε η αίσθηση μιας «άνεσης», που ταιριάζει σε αυτό που –προαναφέρθηκε και το οποίο- συνηθίζεται να αποκαλείται «περίοδος χάριτος», οφειλόταν κυρίως στο γεγονός ότι η αξιωματική αντιπολίτευση, ο ΣΥΡΙΖΑ των 86 βουλευτών, έμοιαζε να αναζητεί τα πατήματά του, μετά από τα ταραχώδη 4,5 χρόνια που βρισκόταν σε θέση διακυβέρνησης μαζί με τους ΑΝΕΛ. Η επιστροφή, ωστόσο, στα έδρανα της αντιπολίτευσης, φάνηκε να ξυπνά σε αρκετά στελέχη του κόμματος του οποίου ηγείται ο κ. Αλ. Τσίπρας διαθέσεις συγκρουσιακές απέναντι στην κυβέρνηση. Το θέμα που ανέβασε περισσότερο τους τόνους σε αυτή την πρώτη περίοδο ήταν αναμφισβήτητα η συγκρότησης της «προανακριτικής» Επιτροπής για τον τέως αναπληρωτή υπουργό Δικαιοσύνης Δημ. Παπαγγελόπουλο, ενώ προσωπική διάσταση στη σύγκρουση επιχείρησε να προσδώσει ο κ. Τσίπρας επιτιθέμενος σκληρά στον πρωθυπουργό σε κάποιες στιγμές, με τον κ. Μητσοτάκη όμως να «παγώνει» τα σχέδια του πολιτικού του αντιπάλου, σημειώνοντας από του βήματος της Ολομέλειας πως δεν θα πέσει στην παγίδα της πόλωσης μέσω προσωπικού χαρακτήρα συγκρούσεων. Ενδιαφέρον είχε για τους παρατηρητές των διαδικασιών, ότι συγκρουσιακές τάσεις επέδειξε ο ΣΥΡΙΖΑ ακόμα και με αφορμή πολιτικές που το περιεχόμενό τους ελάχιστα διαφέρει από εκείνο των πολιτικών που ο ΣΥΡΙΖΑ ασκούσε την προηγούμενη περίοδο. Αυτό το τελευταίο στοιχείο, μάλιστα, σπεύδουν πολλές φορές να επισημάνουν επικρίνοντας το κόμμα της αξιωματιοκής αντιπολίτευσης, όλα τα άλλα κόμματα: το ΚΙΝΑΛ, το οποίο δείχνει να παραμένει σε τροχιά μιας ανομολόγητης «βεντέτας» με την Κουμουνδούρου, το σταθερό στη γραμμή αυτής της σύγκρισης Κομμουνιστικό Κόμμα, το εκ δεξιών της ΝΔ νεοεμφανιζόμενη «Ελ.Λύση», και το επίσης προωοεισελθών κόμμα ΜέΡΑ25, που βγήκε από τα σπλάχνα του ΣΥΡΙΖΑ της πρώτης κυβερνητικής περιόδου με επικεφαλής τον κ. Ι.Βαρουφάκη.

Οσον αφορά το ΚΙΝΑΛ, πέραν της διάθεσης να απαντηθούν οι επιθέσεις που είχε δεχθεί την προηγούμενη περίοδο από το κυβερνών ΣΥΡΙΖΑ, ως «αγκάθι» στις σχέσεις του με το κόμμα του κ. Τσίπρα λειτουργεί και το γεγονός ότι συνεχίζεται η προσπάθεια διεμβολισμού του, με την προσέλκυση παλαιών στελεχών του ΠΑΣΟΚ. Κορυφή στην ατζέντα της Κουμουνδούρου εξακολουθεί να είναι το σχέδιο να αποτελέσει «κορμό» μιας νέας κεντροαριστεράς – ή όπως λέγεται με περιπακιτική διάθεση στους διαδρόμους τη Βουλής, «Να γίνει η ΣΥΡΙΖΑ, «ΠΑΣΟΚ» στη θέση του ΠΑΣΟΚ».

Στο πλαίσιο υλοποίησης αυτού του σχεδίου περιλαμβάνεται, εκτός των άλλων όπως ψιθυρίζεται στο Περιστύλιο» και το να διατηρηθεί ανοιχτός δίαυλος (ή και «πόρτα») στην κατεύθυνση του ΜέΡΑ25. Υπό αυτό το πρίσμα δεν πέρασε απαρατήρητη η «σύγκλιση» των δύο κομμάτων σε πολλές περιπτώσεις κατά την πρόσφατη αναθεωρητική του Συντάγματος διαδικασία.