ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Κυρ. Μητσοτάκης: Αλλαγή σελίδας και ισχυρή αξιοπιστία

Κυρ. Μητσοτάκης: Αλλαγή σελίδας και ισχυρή αξιοπιστία

Το αφήγημα μιας χώρας που αφήνει πίσω της την κρίση και προχωρεί στην επόμενη φάση, αυτή της ανάπτυξης, αλλά και ταυτόχρονα είναι ένας αξιόπιστος εταίρος στην περιοχή σε μια εποχή μεγάλων γεωπολιτικών αναταράξεων, περιέγραψε ο Κυριάκος Μητσοτάκης κατά τη χθεσινή παρουσία του στο think tank Atlantic Council, με την οποία άνοιξε την πρώτη μέρα του επίσημου προγράμματός του στην Ουάσιγκτον. Θέτοντας την ελληνοαμερικανική ατζέντα, ο πρωθυπουργός χαρακτήρισε τη σχέση με τις ΗΠΑ «την καλύτερη που θα ήταν ποτέ» και πρόσθεσε ότι θα τεθούν οι στόχοι για περαιτέρω βήματα και η επαναβεβαίωση της αμοιβαίας δέσμευσης για μια σχέση με «στρατηγικό βάθος». Ταυτόχρονα, απηύθυνε μήνυμα ότι η απαίτηση για πρωτογενή πλεονάσματα ύψους 3,5% προέρχεται «από μιαν άλλη εποχή» και λίγη ώρα πριν από το χθεσινό τετ α τετ του με την επικεφαλής του ΔΝΤ, Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, τόνισε ότι το ΔΝΤ στηρίζει αυτή την προσπάθεια της κυβέρνησης. Παράλληλα, αμέσως μετά το πέρας της, ο κ. Μητσοτάκης ανακοίνωσε το κλείσιμο του γραφείου του ΔΝΤ στην Αθήνα.

Μηνύματα απηύθυνε ο κ. Μητσοτάκης τόσο προς την Τουρκία για την επιθετική συμπεριφορά της, χαρακτηρίζοντας μάλιστα τη συμφωνία Τουρκίας – Λιβύης «άκυρη και γεωγραφικά γελοία», αλλά και προς την Ευρώπη, καθώς, ερωτηθείς για το προσφυγικό, επανέλαβε ότι η Ευρώπη πρέπει να αποκτήσει κοινή και συνεκτική πολιτική.

Κατά τη συζήτηση με τον Ντέιμον Ουίλσον του Atlantic Council, ο πρωθυπουργός προέταξε το αφήγημα μιας Ελλάδας που βγαίνει από την κρίση ύστερα από δέκα χρόνια με μια κυβέρνηση με ισχυρή πλειοψηφία και ισχυρή εντολή για μεταρρυθμίσεις. Εκανε εκτεταμένη αναφορά στον EastMed, χαρακτήρισε «ορόσημο» το EastMed Act και αναφερόμενος στην ανάγκη διαφοροποίησης των πηγών ενέργειας τόνισε ότι το εγχείρημα είναι σημαντικό και για την Ευρώπη. Απευθύνθηκε και προς την Τουρκία, επισημαίνοντας ότι η Ελλάδα δεν θέλει να αποκλείσει κανέναν από την ενεργειακή συνεργασία. «Δεν είναι μια συμφωνία εναντίον της Τουρκίας ή άλλης χώρας, είναι ένα πλαίσιο συνεργασίας χωρών με συναντίληψη. Θα ήμουν ευτυχής εάν η Τουρκία επανεξέταζε την προσέγγισή της», σημείωσε χαρακτηριστικά.

Στο πλαίσιο αυτό υπογράμμισε τη σημασία των ανοικτών διαύλων με την Τουρκία. «Αν δεν μπορούμε να τα βρούμε, να πάμε στη Χάγη» επανέλαβε, τονίζοντας, πάντως, ότι «για να φτάσουμε εκεί, πρέπει να απέχουμε από ενέργειες κλιμάκωσης» και ότι η Ελλάδα δεν θα δεχθεί παραβιάσεις των κυριαρχικών της δικαιωμάτων. Νωρίτερα, άλλωστε, ερωτηθείς για τη στάση του ΝΑΤΟ, σημείωσε ότι είναι «αδιανόητο μια σύμμαχος να προκαλεί μιαν άλλη σύμμαχο χώρα και η Τουρκία συμπεριφέρεται πολύ επιθετικά» και πως η Συμμαχία δεν μπορεί να κλείνει τα μάτια. «Είμαστε ανοικτοί για επενδύσεις, επιθετικά αναζητούμε νέους επενδυτές», υπογράμμισε νωρίτερα, μιλώντας για το πρώτο εξάμηνο της κυβέρνησής του, η οποία, όπως είπε, «πάει ενάντια στο κύμα». Ο κ. Μητσοτάκης επανέλαβε ότι το ύψος των πρωτογενών πλεονασμάτων προέρχεται από διαφορετική εποχή κατά την οποία τα δημοσιονομικά περιθώρια ήταν άλλα, αλλά και «οι δανειστές δεν είχαν εμπιστοσύνη στην Ελλάδα. Αυτό δεν ισχύει πια». Πρόσθεσε, δε, ότι θα χρησιμοποιήσει τον δημοσιονομικό χώρο για τη μείωση των φόρων και για την αντιμετώπιση των ανισοτήτων και της φτώχειας. Ερώτηση δέχθηκε ο πρωθυπουργός και για τις κινεζικές επενδύσεις στην Ελλάδα, αντικρούοντας το όποιο επιχείρημα περί «υπερβολικής» έκθεσης της χώρας στην Κίνα. Κάνοντας ιδιαίτερη αναφορά στα κινεζικά σχέδια για το λιμάνι του Πειραιά, σημείωσε ότι «δεν μπορείς να τα βάλεις με τη γεωγραφία, θα ήταν αφελές από την πλευρά μας και εγώ είμαι υπέρ του ελεύθερου εμπορίου». «Δεν είμαστε υπερβολικά εκτεθειμένοι στις κινεζικές επενδύσεις» τόνισε, ενώ συμπλήρωσε κάνοντας ειδική μνεία στην τεχνολογία 5G (ζήτημα που αναμενόταν να βρεθεί στην ατζέντα της χθεσινής διευρυμένης συνάντησης των αντιπροσωπειών στον Λευκό Οίκο) ότι η Ελλάδα δεν έχει τέτοια έκθεση στην Κίνα και ότι προστατεύει τις σημαντικές υποδομές.

Ερώτηση έλαβε ο κ. Μητσοτάκης και για την υπόθεση του Ανδρέα Γεωργίου, τονίζοντας ότι το ζήτημα «το αντιμετωπίζει η Δικαιοσύνη και καλό θα ήταν να κλείσει και να τερματίσει μια ιστορία που δεν κάνει καλό στη φήμη της Ελλάδας».