ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Οι συναινετικές αναβολές και ο νόμος για την επιτάχυνση των δικών (5)

Ένα άλλο θύμα της προσπάθειας επιταχύνσεως τόσο με τον νέο νόμο όσο και με παλαιότερους, είναι ο περιορισμός της ελευθερίας και πρωτοβουλίας των διαδίκων στη δίκη, όπως π.χ. οι συναινετικές αναβολές της δίκης, δηλαδή η αναβολή της εκδίκασης, όταν το ζητούν όλοι οι διάδικοι.

Πράγματι, συχνά η αντίληψη της ηγεσίας και των υπηρεσιακών παραγόντων του υπουργείου αλλά και των προϊσταμένων των δικαστηρίων μερικές φορές είναι μία αντίληψη μαζικής παραγωγής, δηλαδή εκδόσεως, αποφάσεων: Οσες υποθέσεις εισήχθησαν, τόσες αποφάσεις πρέπει να εκδοθούν. Για τον λόγο αυτό, πολύ συχνά βλέπει κανείς με τις τροποποιήσεις στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας να γίνεται μία προσπάθεια να επιβληθεί στους διαδίκους να προχωρήσουν τις υποθέσεις τους για να μην υπάρχει καθυστέρηση (π.χ. η διάταξη που περιορίζει τις αναβολές -έστω και συναινετικές- σε μια μόνο ή η διάταξη που προέβλεπε ότι τη μετ’ απόδειξη συζήτηση την προσδιόριζε ο εισηγητής δικαστής αυτεπαγγέλτως ή η διάταξη η οποία προέβλεπε ότι την ημερομηνία ενάρξεως εξετάσεως μαρτύρων την όριζε η προδικαστική κ.λπ.).

Εσφαλμένη αντίληψη

Η αντίληψη αυτή, κατά τη γνώμη μου, είναι παντελώς εσφαλμένη και θεωρητικά. (Σε έναν χώρο της δικαιοσύνης που αφορά κατ’ εξοχήν ιδιωτικά δικαιώματα, που οι πολίτες μπορούν να τα διαθέτουν ελευθέρως, δεν βλέπει κανείς τον λόγο να εμποδίζονται να καθυστερούν την άσκησή τους ελευθέρως, αν όλοι συμφωνούν) και πρακτικά. Πράγματι, κανένας πολίτης και κανένας δικηγόρος δεν έχει διαμαρτυρηθεί ποτέ ότι άργησε μια υπόθεση, επειδή ο ίδιος ήθελε να την καθυστερήσει. Η ευθύνη της διοικήσεως της δικαιοσύνης είναι να μπορεί να παρέχει ευλόγως σύντομη απονομή δικαιοσύνης, όταν οι διάδικοι το θέλουν ή όταν το θέλει τουλάχιστον ο ένας από αυτούς και όχι να τους επιβάλλει να δικάζουν ακόμη και όταν οι ίδιοι (και μάλιστα όλοι) δεν το επιθυμούν. Και βέβαια δεν αποτελεί αντίλογο σε αυτές τις παρατηρήσεις ότι όσοι δεν θέλουν να δικάσουν ας μην έρχονταν στα δικαστήρια ή ας ματαίωναν τη συζήτηση (αντί να ζητούν αναβολή) ή ας παραιτούνταν από τα δικόγραφά τους αντί να καθυστερούν τον προσδιορισμό των δικασίμων. Η διαφορά π.χ. μεταξύ αναβολής της συζητήσεως και ματαιώσεώς της ή παραιτήσεως από το δικόγραφο (πλην άλλων πρακτικών διαφορών όπως η κατάθεση νέων δικογράφων για τον επαναπροσδιορισμό, νέες επιδόσεις και το κόστος τους), είναι κατά κύριο λόγο ψυχολογική. Οι αντίδικοι σε ένα στάδιο έντονης ακόμη ψυχολογικής αντιπαραθέσεως, δέχονται, διστακτικά μεν αλλά πιο εύκολα δε, την πολύ πιο ανώδυνη συναινετική αναβολή από μια ματαίωση της συζητήσεως. Αυτό όμως το πρώτο διστακτικό συναινετικό βήμα μπορεί να οδηγήσει τελικά και σε συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς αν δεν πιεζόταν οι διάδικοι να δικάσουν οπωσδήποτε την επόμενη φορά. Συνεπώς, η αντίθεση του νόμου και των δικαστηρίων στις συναινετικές αναβολές μάλλον επιβαρύνει παρά ελαφρύνει τον φόρτο των δικαστηρίων.

Προβλήματα διοικήσεως

Ούτε βέβαια αντίλογος στις συναινετικές αναβολές είναι ότι η χορήγηση αναβολών δημιουργεί προβλήματα διοικήσεως στα δικαστήρια που δεν γνωρίζουν πόσες υποθέσεις θα δικάζουν. Κατά πρώτο, αυτό ποτέ δεν θα το γνωρίζουν, διότι οποιαδήποτε συζήτηση μπορεί να αναβληθεί ή ματαιωθεί την τελευταία στιγμή. (Αυτή είναι ίσως η φύση των διαδίκων και της αντιδικίας και μάλιστα διεθνώς). Γι’ αυτό άλλωστε (μεταξύ άλλων) έχει αποτύχει πάντοτε η επιβολή προκαταθέσεως των προτάσεων της πρώτης συζητήσεως (πολλές φορές οι διάδικοι φέρνουν τα δικόγραφα στους δικηγόρους τους την παραμονή της δικασίμου και καμία σφραγίδα περί υποχρεώσεως προκαταθέσεως προτάσεων δεν μπορεί να τους κάνει να αλλάξουν). Και αυτό άλλωστε -δηλαδή η δυνατότης μη εκδικάσεως- κάνει τους δικαστές (απόλυτα δικαιολογημένα λόγω του φόρτου εργασίας τους) να μη διαβάζουν τις δικογραφίες εκ των προτέρων. Επιπλέον, αν υπήρχαν πινάκια αναβεβλημένων (και μάλιστα ξεχωριστά για τη δεύτερη ή και τρίτη -συναινετική πάντα- αναβολή), αφενός μεν την ευθύνη για την καθυστέρηση θα την είχαν οι διάδικοι, αφετέρου θα ελαφρύνονταν τα δικαστήρια στην αρχή προσωρινά και στη συνέχεια κατά ένα σημαντικό ποσοστό και μόνιμα.

Τέλος, και προπάντων, ο γενικότερος ρόλος των δικαστηρίων είναι να συμβάλλουν στην επίλυση των διαφορών και την ομαλή λειτουργία της κοινωνίας έστω και αν αυτό (ή μάλλον κατ’ εξοχήν όταν αυτό) μπορεί να γίνει από τους διαδίκους μόνους τους και όχι απαραιτήτως να κόβουν με το μαχαίρι (να τέμνουν) διαφορές, αφήνοντας κατ’ ανάγκην πίσω τους μια πικρή γεύση σε κάποιους ή σε όλους τους διαδίκους. Αυτό (δηλαδή η δικαστική τομή) είναι το αναγκαίο κακό στην κοινωνία, αλλά όχι το επιθυμητό.

Σύνοψη

Όπως επισημάνθηκε σε προηγούμενα σημειώματα, είναι αναμφίβολο ότι οι αστικές δίκες της τακτικής διαδικασίας του Πολυμελούς Πρωτοδικείου (αλλά όχι μόνον αυτές) παρουσιάζουν σημαντικές καθυστερήσεις και αναμφίβολα απαιτείται παρέμβαση της Πολιτείας για την αντιμετώπιση του προβλήματος.

Όμως, ενώ ο ισχύων (παλαιός) νόμος δίνει τη δυνατότητα οι δίκες να τελειώνουν σε έξι έως εννέα μήνες, αυτό δεν συμβαίνει λόγω ελλείψεως υλικοτεχνικής υποδομής. Η κύρια αιτία καθυστέρησης βρίσκεται στον χρόνο εξετάσεως των μαρτύρων.

Αντί όμως να επιχειρηθεί αντιμετώπιση αυτού του πραγματικού προβλήματος, το υπουργείο Δικαιοσύνης τόσο κατά το παρελθόν όσο και με τον τελευταίο νόμο για την επιτάχυνση της δικαιοσύνης, επιχειρεί την επιτάχυνση χωρίς σημαντικό κόστος, τροποποιώντας τον νόμο έστω και αν αυτό υποβαθμίζει την ποιότητα της δικαιοσύνης.

Ο νέος νόμος επιχειρεί την επιτάχυνση, καταργώντας την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως (που έκρινε κυρίως τα νομικά θέματα) και την προδικαστική απόφαση (που είναι ένα από τα πιο θετικά στοιχεία του δικονομικού δικαίου μας) και υποβαθμίζοντας τα αποδεικτικά μέσα (μείωση αριθμού των μαρτύρων, αποδοχή απαράδεκτων αποδεικτικών μέσων) που μαζί με τα νομικά θέματα θα εξετάζονται στο ακροατήριο σε μια και μόνη συζήτηση. Το τελικό αποτέλεσμα είναι ότι με το νέο σύστημα, οι δίκες θα αργούν πολύ περισσότερο να αρχίζουν αλλά όταν αρχίζουν θα τελειώνουν πολύ γρήγορα, γιατί θα γίνονται πιο πρόχειρα.

Παράλληλα με αυτά, το πρακτικό πρόβλημα της τηρήσεως των πρακτικών γρήγορα και αξιόπιστα έχει δημιουργήσει ήδη αντιδράσεις και από τους δικηγορικούς συλλόγους και από τους δικαστικούς γραμματείς και αν δεν λυθεί πραγματικά ικανοποιητικά, θα δημιουργήσει στο σύστημα ασφυξία.

Τέλος, τα στατιστικά στοιχεία δείχνουν ότι η νομοθετική μεταρρύθμιση μάλλον θα επιβαρύνει τα δικαστήρια (αφού θα δικάζονται πλέον όλες οι δίκες επί της ουσίας και με την εξέταση του αποδεικτικού υλικού) και σε τελευταία ανάλυση ίσως θα οδηγήσει και σε επιβράδυνση.

Για να μη μένει όμως κανείς μόνο με αρνητική κριτική, θα άξιζε να αναφερθούν κάποιες εναλλακτικές προτάσεις. Ετσι: (α) Θα μπορούσαν να διατηρηθούν οι δύο συζητήσεις, δηλαδή να διατηρηθεί και η πρώτη συζήτηση (σε μια σχετικά γρήγορη δικάσιμο με τις προτάσεις επί της έδρας) κατά την οποία θα κρίνεται το παραδεκτό και το νομικά βάσιμο και θα εκδίδεται είτε απορριπτική απόφαση είτε προδικαστική, που θα ορίζει τα θέματα αποδείξεως. (β) Θα μπορούσε είτε μπροστά στον Εισηγητή (σε 2-3 συνεδριάσεις, ακόμη και σε απογευματινές ώρες με πρόσθετους γραμματείς) είτε στη δεύτερη συζήτηση, να εξετάζονται οι μάρτυρες με μαγνητοφώνηση ή στενογράφηση των καταθέσεων ώστε να αντιμετωπισθεί η πραγματική αιτία των καθυστερήσεων, δηλαδή ο χρόνος εξετάσεως των μαρτύρων (και όταν η εξέταση γίνεται στη δεύτερη συζήτηση, να δίνεται αρκετή προθεσμία για προσθήκη και αντίκρουση). (γ) Θα επεταχύνετο η μετ’ απόδειξη συζήτηση και θα εμειώνετο σε λιγότερο από 1/2 ο φόρτος τηρήσεως πρακτικών αν προηγουμένως οι μάρτυρες έχουν δώσει γραπτές ένορκες βεβαιώσεις (περί πραγμάτων τα οποία οι ίδιοι γνωρίζουν), έτσι ώστε η προφορική εξέτασή τους να περιορίζεται σε συμπληρωματικές ερωτήσεις από το δικαστήριο και σε αντεξέταση από τους αντιδίκους (που θα ήταν μάλιστα πολύ πιο ουσιαστική, αφού θα ήταν γνωστά εκ των προτέρων τα θέματα στα οποία αναφέρεται ο συγκεκριμένος μάρτυς). Στην περίπτωση αυτή οι προτάσεις για τη δεύτερη συζήτηση και οι ένορκες βεβαιώσεις θα πρέπει να κατατίθενται ενωρίτερα. (δ) Η κατάργηση της προδικαστικής, ο υπερβολικός περιορισμός του αριθμού των μαρτύρων και η αποδοχή αποδεικτικών μέσων που δεν πληρούν τους όρους του νόμου πρέπει να αποφευχθούν, διότι υποβαθμίζουν την ποιότητα της δικαιοσύνης και προκαλούν μακροπρόθεσμη κοινωνική ζημιά.

Συμπεράσματα

Το τελικό συμπέρασμα είναι ότι πράγματι, ενώ κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί την ανάγκη επιταχύνσεως των δικών, αυτό δεν πρέπει να επιχειρείται κάνοντας τη δίκη πιο πρόχειρη. Η ταχύτης στην απονομή της δικαιοσύνης δεν είναι ούτε αυτοσκοπός ούτε καν ο πρωταρχικός στόχος. Ο κύριος σκοπός ενός συστήματος απονομής δικαιοσύνης είναι η ορθότης της απονομής στη συγκεκριμένη περίπτωση και η εμπέδωση στην κοινωνία του αισθήματος ότι υπάρχουν νόμοι που εφαρμόζονται, ότι υπάρχει τάξη στην κοινωνία. Η μεγάλη καθυστέρηση των δικών είναι αναμφίβολα κακό. Ομως, όταν η επιτάχυνση επιχειρείται εις βάρος της ποιότητος της δικαιοσύνης, τότε το αποτέλεσμα μπορεί να είναι πολύ χειρότερο και γι’ αυτό στις σταθμίσεις του ο νομοθέτης θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός. Ολοι επιθυμούμε γρήγορη δικαιοσύνη, αλλά όχι απαραιτήτως και δικαιοσύνη express και μάλιστα εις βάρος της ποιότητας. Ας μη λησμονούμε ότι οι πολύ γρήγορες δικαστικές διαδικασίες (οι συνοπτικές διαδικασίες) συνδέονται πάντα με ανώμαλες πολιτικές καταστάσεις, με στρατιωτικούς νόμους ή με ανελεύθερα καθεστώτα. Και ας μη θεωρηθεί αυτή η παρατήρηση ως υπαινιγμός οποιασδήποτε μορφής. Απλώς θέλει να καταδείξει πόσο μεγάλο κακό είναι η ταχύτης στην ακραία της μορφή, και πόσα λάθη μπορεί να έχει ένας νόμος που αφορά δικαστικές διαδικασίες, όταν μονοδιάστατος στόχος του είναι η επιτάχυνση (και μάλιστα χωρίς επαρκή υλικοτεχνική υποδομή).

Ο νέος νόμος για την επιτάχυνση της δικαιοσύνης, αφενός περιέχει ρυθμίσεις που υποβαθμίζουν την ποιότητά της (χωρίς να είναι μερικές από αυτές καν αναγκαίες για την επιτάχυνση π.χ. η αποδοχή αποδεικτικών στοιχείων που δεν πληρούν τους όρους του νόμου) και αφετέρου, ο τρόπος με τον οποίο επιχειρεί την επιτάχυνση δεν θα επιφέρει ούτε το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Συνεπώς, ακόμη και αν αρχίσει η εφαρμογή του νόμου, με βάση την πείρα του παρελθόντος δεν θα ήταν παρακινδυνευμένη η πρόβλεψη ότι ύστερα από λίγο διάστημα θα γίνουν τόσο αισθητά τα προβλήματά του, ώστε θα υπάρξει ανάγκη νέας τροποποιήσεως όπως έχει συμβεί στο παρελθόν και με άλλες παρόμοιες προσπάθειες. Και η ειρωνεία θα είναι ότι, εάν αυτός ο νόμος αποτύχει, δεν θα αποτύχει διότι υποβαθμίζει την ποιότητα της δικαιοσύνης, αλλά διότι δεν θα μπορέσει να επιτύχει ούτε την επιτάχυνση την οποία επιδιώκει.

Γι’ αυτό ίσως θα άξιζε το υπουργείο Δικαιοσύνης να επιδείξει την πολιτική τόλμη να αναβάλει για μια ακόμη φορά την εφαρμογή τού νόμου και στο μεταξύ να επανεξετάσει τις ρυθμίσεις του στην ουσία, ώστε και η επιτάχυνση να επιτευχθεί και οι αδυναμίες του νέου νόμου να αποφευχθούν.