ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αναθεωρώντας το νομισματικό πλαίσιο της ΕΚΤ

Αναθεωρώντας το νομισματικό πλαίσιο της ΕΚΤ

Το πιο δύσκολο πρόβλημα που θα χρειαστεί να χειριστούν οι κεντρικές τράπεζες τα επόμενα πέντε χρόνια είναι η αβεβαιότητα. Στη Ζώνη του Ευρώ, ο πληθωρισμός είναι επίμονα χαμηλός και τα μέσα που διαθέτει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) για να τον αναστρέψει λιγοστεύουν. Ταυτόχρονα, ο ψηφιακός μετασχηματισμός και οι συνέπειές του στην παραγωγικότητα καθώς και η ενεργειακή μετάβαση και οι κίνδυνοι που απειλούν το διεθνές εμπόριο υπονοούν ότι δεν κατανοούμε πλήρως τις κινητήριες δυνάμεις της Ευρωζώνης. Από εδώ και στο εξής η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα πρέπει να σχεδιάζει πολιτικές που θα είναι όσο πιο αποτελεσματικές γίνεται, για όσο το δυνατόν περισσότερες περιστάσεις.

Ταυτόχρονα, το λιγότερο που μπορεί να κάνει η ΕΚΤ είναι να ελαχιστοποιήσει την ασάφεια που προκύπτει από το δικό της νομισματικό πλαίσιο.

Οι προσδοκίες πληθωρισμού είναι ένας σημαντικός κρίκος μεταξύ νομισματικών αποφάσεων και των αποτελεσμάτων τους. Αυτοί που χρειάζονται είτε να διαπραγματευθούν μισθούς είτε να καθορίσουν τις τιμές που θα πουλούν τα προϊόντα τους επωφελούνται όταν έχουν ένα αξιόπιστο «κέντρο βάρους» να εστιάσουν τις προσδοκίες τους για τον πληθωρισμό.

Προτείνουμε δύο αλλαγές στο νομισματικό πλαίσιο της ΕΚΤ για να μπορέσει ο στόχος πληθωρισμού της να λειτουργεί ως σημείο εστίασης για τις αντίστοιχες προσδοκίες. Πρώτον, ο στόχος που ανακοινώνεται πρέπει να είναι ξεκάθαρος για να γίνεται κατανοητός. Δεύτερον, πρέπει να εφαρμόζεται μέσα σε ένα πλαίσιο που επιτρέπει την αξιολόγηση των αποφάσεων που έχουν ληφθεί.

Η ΕΚΤ στοχεύει με το σημερινό καθεστώς σε πληθωρισμό για την Ευρωζώνη «κάτω από, αλλά κοντά στο 2%». Αυτός ο στόχος δεν είναι όσο ακριβής θα μπορούσε. Η αναφορά στο «κάτω από» υποδεικνύει ότι ο ορισμός έχει προκαθορισμένη πτωτική τάση. Κάτι σαν προκατάληψη που τυχόν να επιβαρύνει τις προσπάθειες της ΕΚΤ να ξεφύγει από τη σημερινή παγίδα του χαμηλού πληθωρισμού. Η φράση «αλλά κοντά», από την άλλη, υποδηλώνει ότι η ΕΚΤ ενδέχεται να στοχεύει σιωπηρά σε μικρότερο ποσοστό από το 2%, για παράδειγμα 1,8%. Τότε δεν τίθεται απαραιτήτως θέμα προκατάληψης. Γεγονός είναι, όμως, ότι δεν συμφωνούν όλοι. Και δεν υπάρχει κανένα όφελος από τέτοια ασάφεια για τον ορισμό του πληθωρισμού. Το πρώτο βήμα για την επίτευξη ενός εστιακού σημείου είναι η αλλαγή της εντολής με την ένδειξη «ο στόχος για τον πληθωρισμό είναι 2%».

Ωστόσο, αυτό δεν αρκεί. Ενας σαφής αριθμός από μόνος του δεν φτάνει να πείσει για την αποτελεσματικότητα της ΕΚΤ, αφού σπανίως θα επιτυγχάνεται με τέτοια ακρίβεια. Τι σημαίνει αυτό; Οτι η κεντρική τράπεζα δεν είναι ποτέ επιτυχής; Αυτό που χρειάζεται είναι μια ζώνη γύρω από τον αριθμητικό στόχο που θα παρέχει ουσιαστικές πληροφορίες σχετικά με ποιο εύρος πληθωρισμού είναι ανεκτό. Από τη μια πλευρά, πάρα πολύ ευρεία ζώνη μειώνει το νόημα του στόχου, καθώς αφήνει να εννοηθεί ότι πολλά επίπεδα είναι ανεκτά. Από την άλλη, μια πολύ στενή ζώνη εξαφανίζει την αξία του σημείου εστίασης, καθώς ο πληθωρισμός σπανίως θα βρίσκεται μέσα σε αυτά τα στενά όρια.

Ενας στόχος πληθωρισμού έχει αξία εάν συνοδεύεται από ζώνες ανοχής κατάλληλου μεγέθους. Ετσι επιτρέπει στους φορείς να αξιολογούν την κεντρική τράπεζα επί συνεχούς βάσεως. Επανειλημμένες επιτυχίες, δηλαδή ο πληθωρισμός να βρίσκεται μέσα στις ζώνες ανοχής, κάνουν την κεντρική τράπεζα αξιόπιστη, πράγμα που σημαίνει ότι οι προσδοκίες είναι ευθυγραμμισμένες με τον αριθμητικό στόχο. Επανειλημμένες αποτυχίες οδηγούν στην «αποκόλληση» των προσδοκιών από τον στόχο.

Και ποιο είναι το κατάλληλο μέγεθος αυτής της ζώνης; Αυτό εξαρτάται από το επίπεδο αβεβαιότητας στην οποία λειτουργούν οι κεντρικές τράπεζες. Εάν η αβεβαιότητα είναι υψηλή, τότε ο πληθωρισμός είναι λιγότερο πιθανό να προσγειωθεί σε στενές ζώνες ανοχής, οπότε και η κεντρική τράπεζα θα καταλήγει να είναι σπανίως επιτυχής.

Εάν η αβεβαιότητα είναι χαμηλή, ευρείες ζώνες θολώνουν το μήνυμα που στέλνει το σημείο εστίασης στους φορείς. Η κεντρική τράπεζα θα θέτει την ίδια της την αξιοπιστία άσκοπα σε κίνδυνο.

Οι περισσότερες κεντρικές τράπεζες (όχι, όμως, η ΕΚΤ) που έχουν στόχο πληθωρισμού 2%, ιστορικά ανέχονται επίπεδα μεταξύ 1% και 3%. Αν η ΕΚΤ πρέπει να λειτουργήσει κάτω από συνθήκες υψηλής αβεβαιότητας, ίσως χρειάζεται ευρύτερη ζώνη ανοχής από αυτή. Εχοντας αυτό υπόψη της, η ΕΚΤ θα πρέπει η ίδια να ορίσει τι είναι διατεθειμένη να ανεχθεί. Ενδεικτικά, μια ζώνη ανοχής μεταξύ 0,5% και 3,5% για τον πληθωρισμό αποτελεί ένα πιο αποτελεσματικό εύρος, έτσι ώστε να εκμεταλλεύεται το όφελος της παροχής «κέντρου βάρους» στο 2%, αναγνωρίζοντας όμως ταυτόχρονα τα υψηλά επίπεδα αβεβαιότητας που διακατέχουν την Ευρωζώνη.

* H κ. Μαρία Δεμερτζή είναι αναπληρώτρια διευθύντρια του ινστιτούτου Bruegel στις Βρυξέλλες. O κ. Nicola Viegi είναι καθηγητής Νομισματικής Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο της Πραιτώριας.