ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ευρωομόλογα: Ενα ζήτημα που διχάζει την Ευρώπη επί τέσσερις δεκαετίες

gkat_03_0804_page_1_image_0011

Η ιδέα ήταν παλιά. Την είχε προτείνει πρώτος ο Ζακ Ντελόρ ως πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής τη δεκαετία του ’80, ενώ την είχε συμπεριλάβει και ο Μάριο Μόντι στην έκθεσή του για την ενιαία αγορά (δημοσιεύθηκε στα μέσα του 2010). Αλλά η ανάφλεξη της συζήτησης –και της συχνά πικρής αντιπαράθεσης– στην Ευρωζώνη για τα ευρωομόλογα έχει συγκεκριμένη ημερομηνία: την 5η Δεκεμβρίου του 2010, όταν o Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ, πρόεδρος τότε του Eurogroup και πρωθυπουργός του Λουξεμβούργου, και ο Ιταλός υπουργός Οικονομικών Τζούλιο Τρεμόντι, με κοινό τους άρθρο στους Financial Times, τάσσονταν υπέρ της κοινής έκδοσης χρέους από τις χώρες της Ευρωζώνης.

Ηταν η αρχή της δεύτερης φάσης της ευρωκρίσης: η ελληνική πυρκαγιά είχε τεθεί υπό έλεγχο με το πρώτο πρόγραμμα διάσωσης τον προηγούμενο Μάιο και η μετάδοσή της είχε αποτραπεί με τη σύσταση του EFSF και την παράλληλη αγορά κρατικών ομολόγων των χωρών της ευρωπαϊκής Περιφέρειας από την ΕΚΤ. Τον Οκτώβριο, ωστόσο, η γαλλογερμανική συμφωνία στην Ντοβίλ για συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα σε αναδιαρθρώσεις κρατικού χρέους οδήγησε σε άγρια αναζωπύρωση, η οποία γρήγορα έφτασε στην Ιρλανδία. Οι Γιούνκερ και Τρεμόντι, με την πρότασή τους για μετατροπή του EFSF σε Ευρωπαϊκό Ταμείο Διαχείρισης Χρέους, ήθελαν να στείλουν ένα ξεκάθαρο μήνυμα στις αγορές και στους πολίτες της Ευρώπης για τη «μη αναστρεψιμότητα του ευρώ».

Η πρότασή τους απορρίφθηκε. Η καγκελάριος Μέρκελ είπε ότι κάτι τέτοιο δεν επιτρέπεται από τις ευρωπαϊκές συνθήκες. Ο πανίσχυρος υπουργός Οικονομικών της, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, πρόσθεσε ότι είναι σημαντικό οι κυβερνήσεις της Ευρωζώνης να έχουν κίνητρα για δημοσιονομική εγκράτεια – «διαφορετικά το ευρώ θα αποτύγχανε». Οι Ολλανδοί και οι Αυστριακοί είπαν κι αυτοί «όχι». Σημαντικότερο όλων, ο Γάλλος πρόεδρος Νικολά Σαρκοζί ήταν επίσης αρνητικός: «Αν [το ευρωομόλογο] αφορά την αύξηση του χρέους της Ευρώπης, αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα να καθίσταται το κάθε κράτος λιγότερο υπεύθυνο. Εμείς θέλουμε το αντίθετο – να κάνουμε τα κράτη πιο υπεύθυνα».

Στον επόμενο ενάμιση χρόνο, καθώς η ευρωκρίση έφτανε σε διαδοχικές κορυφώσεις, το ζήτημα των ευρωομολόγων επανερχόταν στην επικαιρότητα – και η Μέρκελ συνέχιζε να απορρίπτει την ιδέα. Το 2012 είχε πει, σε όρους πιο δραματικούς από ό,τι συνηθίζει, πως όσο ζει δεν θα υπάρξουν ευρωομόλογα. Ο φόβος ανάληψης του κινδύνου για την οικονομική πολιτική άλλων χωρών, σε συνδυασμό με την πεποίθηση ότι η κρίση ήταν αποκλειστικά το προϊόν της δημοσιονομικής ασωτίας ορισμένων εξ αυτών, έκανε τους Γερμανούς αδιάλλακτους πολέμιους της κοινής έκδοσης χρέους.

Μετά τη διάσωση της Ευρωζώνης από τον Μάριο Ντράγκι το καλοκαίρι του 2012, η συζήτηση για τα ευρωομόλογα έφυγε από τα πρωτοσέλιδα και μετακόμισε στις σελίδες των οικονομικών επιθεωρήσεων και των δεξαμενών σκέψης. Ευφυείς οικονομολόγοι και νομικοί κατέθεταν ευρηματικές ιδέες για το πώς θα μπορούσαν να συνδυαστούν τα οφέλη ενός τέτοιου εργαλείου για τις υπερχρεωμένες χώρες με τη διατήρηση των κινήτρων για δημοσιονομική πειθαρχία.

H κρίση του κορωνοϊού επανέφερε την ιδέα της αμοιβαιοποίησης του χρέους θεαματικά στο προσκήνιο. Στις 25 Μαρτίου, ηγέτες εννέα κρατών-μελών της Ευρώζωνης τάχθηκαν υπέρ της έκδοσης ευρωομολόγων «επαρκούς μεγέθους και διάρκειας» και με τους πόρους που θα συγκεντρωθούν να χρησιμοποιηθούν «για να χρηματοδοτήσουν σε όλα τα κράτη-μέλη τις αναγκαίες επενδύσεις στο σύστημα υγείας και προσωρινές πολιτικές για την προστασία των οικονομιών και του κοινωνικού μας μοντέλου». Η επιστολή προήλθε από πρωτοβουλία των δύο χωρών που πλήττονται σφοδρότερα από τον κορωνοϊό, την Ισπανία και την Ιταλία. Την υπέγραψαν επίσης ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ο πρόεδρος της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν και οι πρωθυπουργοί της Πορτογαλίας, του Βελγίου, της Ιρλανδίας, της Σλοβενίας και του Λουξεμβούργου. Μία μέρα νωρίτερα, σε τηλεδιάσκεψη του Eurogroup, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Κριστίν Λαγκάρντ είχε ταχθεί αναφανδόν υπέρ μιας «εφάπαξ» έκδοσης κοινού χρέους. 

Ακολούθησε η ταραχώδης τηλεδιάσκεψη των ηγετών στις 26.3, με τον Τζουζέπε Κόντε να απειλεί με βέτο του κοινού ανακοινωθέντος, τη Λαγκάρντ να μιλά για κρίση «επικών διαστάσεων» και τους Μακρόν και Σάντσεθ να προειδοποιούν ότι διακυβεύεται το ίδιο το μέλλον του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Το αντίπαλο στρατόπεδο παρέμεινε ασυγκίνητο. Η Μέρκελ, παρότι ο γερμανικός Τύπος είναι πιο αμφίθυμος συγκριτικά με το 2010-2, μίλησε για «μη ρεαλιστικές προσδοκίες» σχετικά με τα «κορωνο-ομόλογα» και ο Ολλανδός Μαρκ Ρούτε δήλωσε μετά την τηλεδιάσκεψη ότι δεν μπορεί να φανταστεί οποιεσδήποτε συνθήκες υπό τις οποίες η χώρα του θα τα στήριζε. Ούτε η γαλλική πρόταση της περασμένης εβδομάδας, για ένα κοινό ταμείο πεπερασμένης διάρκειας, άλλαξε τα δεδομένα. Το όραμα των ευρωομολόγων παραμένει απόμακρο, αν όχι απατηλό.