ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Οι επιστημονικές διαφωνίες σε ώρα κρίσης

oi-epistimonikes-diafonies-se-ora-krisis-2373277

Οπως έχει επισημανθεί από πολλούς παρατηρητές, ένα από τα πιο ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά του τρόπου με τον οποίο αντιμετωπίζεται η πανδημία του κορωνοϊού στην Ελλάδα, αλλά και σε άλλες δημοκρατικές χώρες, είναι η πανηγυρική αναγνώριση του προβαδίσματος των επιστημόνων. Είτε πρόκειται για τον ΠΟΥ και τους άλλους ειδικευμένους διεθνείς οργανισμούς είτε για τους ειδικούς στη Ρώμη, στο Παρίσι, στη Μαδρίτη και στην Αθήνα, οι λοιμωξιολόγοι και οι άλλοι επιστήμονες του κλάδου της επιδημιολογίας φαίνονται να έχουν τον πρώτο λόγο, με τους πολιτικούς να ακολουθούν. Το ενδιαφέρον μάλιστα είναι ότι, όπου συνέβη το αντίθετο, σε χώρες δηλαδή με πολιτικούς που δεν μπορούν να ελέγξουν το υπερεγώ τους –όπως ο Ντόναλντ Τραμπ, ο Μπόρις Τζόνσον και ο Ταγίπ Ερντογάν– τα πράγματα πήγαν χειρότερα.

Είμαι βέβαιος ότι, όταν περάσει η καταιγίδα, η διαφαινόμενη αυτή αντιστροφή των ρόλων θα σχολιασθεί ποικιλοτρόπως από πολιτικούς επιστήμονες και νομικούς, και όχι μόνο. Διότι, σε ζητήματα μεγάλης σημασίας για την επιβίωση των εθνών, όπως είναι η δημόσια υγεία, η αναγνώριση του προβαδίσματος της επιστήμης έναντι της πολιτικής, η αναβάθμιση των «τεχνοκρατών» έναντι των «εκλεγμένων», δεν ανατρέπει απλώς παραδεδεγμένες αντιλήψεις: συνιστά νίκη του ορθολογισμού και βάζει τους κάθε είδους λαϊκιστές και σαλτιμπάγκους στο περιθώριο. Σε αυτά τα ζητήματα οι λύσεις δεν είναι «δεξιές» ή «αριστερές»· είναι σωστές ή λάθος. Το βλέπουμε ήδη χειροπιαστά στη χώρα μας, με την καθολική αποδοκιμασία παραληρηματικών απόψεων, όπως αυτές που διατυπώθηκαν προ ημερών κατά του κ. Τσιόδρα και από πρώην σύμβουλο του κ. Αλέξη Τσίπρα  (για να μην αναφερθώ στις εμετικές αναρτήσεις της Χρυσής Αυγής για το ίδιο θέμα στην επίσημη ιστοσελίδα της).

Σημαίνει άραγε αυτό ότι εν ώρα κρίσης δεν θα πρέπει να διατυπώνονται αντιρρήσεις κατά της επίσημης γραμμής; Μήπως, ενόψει της κρισιμότητας των περιστάσεων, όσοι διαφωνούν θα πρέπει να σιωπούν;

Δεν είναι καθόλου προφανές ότι η επιστημονική κοινότητα από την οποία προέρχομαι, δηλαδή οι συνταγματολόγοι, είναι το καλύτερο παράδειγμα για τη συναγωγή γενικότερων συμπερασμάτων. Αρκεί για να το αντιληφθεί κανείς να ανατρέξει στις όχι και τόσο «ψύχραιμες» διαφωνίες μας σε κρίσιμα ζητήματα όπως η «ψήφος Αλευρά» το 1985, η παραγραφή των υπουργικών αδικημάτων το 1989 ή η αναπλήρωση του πρωθυπουργού το 1995 (για να σταθώ σε παλαιότερα παραδείγματα και μόνο). Οσο σημαντικά και αν ήταν τα προβλήματα που προκάλεσαν τις σχετικές αντιπαραθέσεις τότε, αυτά δεν αφορούσαν τη ζωή και τον θάνατο χιλιάδων πολιτών όπως τα σημερινά. Εξάλλου, σε αντίθεση προς τις φυσικές επιστήμες και την ιατρική, οι απόψεις που διατυπώνουμε ως νομικοί δεν μπορούν να επιβεβαιωθούν πειραματικά. Παρ’ όλα αυτά, με αφορμή τις αντιρρήσεις που διατυπώθηκαν για τα δρακόντεια μέτρα των τελευταίων εβδομάδων, θα επιχειρήσω τη δύσκολη γενίκευση.

Δεν αναφέρομαι βέβαια στα ανόητα συνθήματα του τύπου «μένουμε χούντα», που διαβάζει κανείς τις τελευταίες ημέρες στους τοίχους των Εξαρχείων. Θα σχολιάσω, αντίθετα, τις απόψεις μερικών συναδέλφων, οι οποίοι έχουν διατυπώσει με επιστημονικό ύφος εξίσου σχεδόν ακραίες απόψεις.

Οπως ήταν αναμενόμενο, το μέτρο που συγκέντρωσε τα περισσότερα βέλη ήταν ο υποχρεωτικός εγκλεισμός. Πιο συγκεκριμένα, το «Μένουμε σπίτι» επικρίθηκε ως αντισυνταγματικό, με το επιχείρημα ότι στερείται τάχα συνταγματικής βάσης, και ως αντιδημοκρατικό, διότι επιβλήθηκε με πράξη νομοθετικού περιεχομένου και όχι με νόμο από τη Βουλή όπως δήθεν έπρεπε.

Δεν θα αμφισβητήσω ότι ο υποχρεωτικός εγκλεισμός είναι ακραίο μέτρο. Η επιβολή του χωρίς εξαιρέσεις και η διατήρησή του σε ισχύ, έστω και για λίγο, μετά την παρέλευση του κινδύνου, θα ήταν κραυγαλέα αντισυνταγματικές. Για την εφαρμογή του σήμερα, ωστόσο, πώς είναι δυνατόν να υποστηρίζονται από σοβαρούς ανθρώπους απόψεις όπως οι ανωτέρω; Δεν ξέρω αν θα είχε νόημα να επικαλεσθεί κανείς τις εκατόμβες των θυμάτων του κορωνοϊού στις χώρες που οι κυβερνήσεις τους, από ατολμία, από ιδεοληψία ή από άγνοια κινδύνου, άργησαν να εφαρμόσουν αυτό το μέτρο. Είναι τόσες οι παρωπίδες των συναδέλφων που υποστηρίζουν τις ακραίες αυτές απόψεις που αμφιβάλλω αν η θεμελιώδης αυτή ένσταση θα τους έπειθε. Το ίδιο φοβούμαι ότι θα συνέβαινε και με τους άλλους, οι οποίοι μιλούν αβασάνιστα για «αναχώρηση του δικαίου».

Η απρονοησία των συναδέλφων αυτών γίνεται ακόμη εντονότερη αν λάβει κανείς υπόψη δύο επιπλέον ενστάσεις:

Πρώτον, ότι η κριτική τους δεν αφορά τον τρόπο εφαρμογής του μέτρου, αλλά τη λήψη του καθ’ εαυτήν. Ενώ θα μπορούσαν, για παράδειγμα, να υποστηρίξουν ότι θα έπρεπε να επιτρέπεται η κατ’ εξαίρεση έξοδος από το σπίτι και για άλλους λόγους (εκτός από τους έξι γνωστούς), για περισσότερες ώρες ημερησίως, ή ότι το προβλεπόμενο πρόστιμο είναι δυσανάλογα υψηλό, αρκούνται σε μια γενικόλογη καταγγελία. Επιπλέον, για το ζητούμενο, δηλαδή την ανάσχεση της πανδημίας, δεν προτείνουν εναλλακτικές λύσεις. Με άλλα λόγια, συμπεριφέρονται σαν να αδιαφορούν για το πρακτέο.

Διότι, και αυτή είναι η δεύτερη ένσταση, οι ανωτέρω συνάδελφοι ποσώς ενδιαφέρονται να βελτιώσουν τα επιβληθέντα μέτρα, ώστε να γίνουν «συνταγματικότερα» (στη δική τους λογική). Τους απασχολεί να τα απορρίψουν συλλήβδην. Και τούτο, για να διαφοροποιηθούν από αυτούς που τα επέβαλαν. Δεν είναι έτσι τυχαίο ότι οι απόψεις στις οποίες αναφέρομαι πρωτοδημοσιεύθηκαν όλες σε εφημερίδες και όχι σε επιστημονικά sites ή περιοδικά.  

Θα τελειώσω αναφερόμενος σε μια διαφορετική κριτική που ασκήθηκε κατά του υποχρεωτικού εγκλεισμού από μια άλλη μερίδα συναδέλφων. Οι τελευταίοι δεν αμφισβήτησαν τη συνταγματικότητα ούτε τη σκοπιμότητα των περιοριστικών μέτρων υπό τις σημερινές περιστάσεις. Προέβαλαν εντούτοις πολύ έντονα την ανάγκη «ισοστάθμισής» τους με άλλα μέτρα, αυτή τη φορά εις βάρος των «προνομιούχων»,  εκείνων δηλαδή που θα μπορούσαν να βάλουν το χέρι βαθιά μέσα στην τσέπη, για να ανακουφισθούν προπάντων οι μαχητές της πρώτης γραμμής, γιατροί και νοσηλευτές (αλλά και οι πιο ανήμποροι από τους συμπολίτες μας, που υποφέρουν περισσότερο από την πανδημία). Σύμφωνα με τη συλλογιστική των συναδέλφων (οι οποίοι ευφυώς επικαλούνται και το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος), η πολιτεία, για λόγους δικαιοσύνης, θα έπρεπε να επιβάλει στους «έχοντες» να συνεισφέρουν ανάλογα με τις δυνάμεις τους και να μην αρκείται σε εκκλήσεις για εθελοντική προσφορά και μόνον.

Δεν είμαι βέβαιος ότι, με αυτό τον τρόπο, η συνεισφορά των εχόντων θα ήταν εντέλει υψηλότερη. Επιπλέον, φοβούμαι ότι οι ανωτέρω συνάδελφοι υποβαθμίζουν τις δυσκολίες της επόμενης μέρας και ειδικά την ανάγκη ταχείας ανάκαμψης της οικονομίας. Παραδέχομαι εντούτοις ότι αν η έκτακτη αυτή προσφορά επιβαλλόταν ως υποχρεωτική, όπως παλαιότερα η εισφορά αλληλεγγύης, το αίσθημα της δικαιοσύνης θα ικανοποιούνταν περισσότερο. Πολύ περισσότερο αν λάβει κανείς υπόψη ότι, στη χώρα μας, ολόκληρο σχεδόν το βάρος της αντιμετώπισης της πανδημίας το ανέλαβε το δημόσιο σύστημα υγείας, με τα ιδιωτικά νοσηλευτήρια να παρακολουθούν τα τεκταινόμενα περισσότερο  ως «τρίτοι» παρά ως επίκουροι.

Τα συμπεράσματα που συνάγονται από τα ανωτέρω θα μπορούσαν να συνοψισθούν ως εξής:
• Οι επιστημονικές διαφωνίες είναι επιθυμητές ακόμη και εν ώρα κρίσης. Διότι χάρη σε αυτές προκύπτουν οι ορθότερες λύσεις.
• Οι διαφωνίες, εντούτοις, θα πρέπει να διατυπώνονται με πολύ μεγαλύτερη περίσκεψη και φειδώ απ’ ό,τι σε περιόδους κανονικότητας. Για παράδειγμα, όταν το Σύνταγμα επιτρέπει ρητά τη λήψη των αναγκαίων περιορισμών στο δικαίωμα κίνησης για την προστασία, όχι μόνο «της υγείας των ασθενών» (δηλαδή του καθενός από μας εξατομικευμένα), αλλά και «της δημόσιας υγείας» γενικότερα, είναι αδιανόητο να υποστηρίζεται από νομικούς ότι το «Μένουμε σπίτι» στερείται συνταγματικού ερείσματος.
• Το ίδιο ισχύει και για το ύφος των διαφωνιών. Ειδικά όταν αυτές απευθύνονται προς το ευρύ κοινό,  όσοι τις διατυπώνουν χρειάζεται να επιδεικνύουν  στοιχειώδη αυτοσυγκράτηση. Διότι, σε περίοδο κρίσης, κάπου εκεί έξω, ένας παλαβός μπορεί να πεισθεί και να κάνει τη ζημιά.
• Oταν, τέλος, ιδεολογικά ανήκουμε σε άλλο χώρο και μας απασχολεί να μην ταυτιστούμε με μια «κυβέρνηση της Δεξιάς» (ή «της Αριστεράς», αναλόγως), ας διαφοροποιούμαστε σε άλλα μέτωπα, εξίσου ενδεχομένως κρίσιμα, χωρίς όμως να θέτουμε σε κίνδυνο τη ζωή εκατοντάδων αν όχι χιλιάδων συνανθρώπων μας.

* Ο κ. Νίκος Κ. Αλιβιζάτος είναι ομότιμος καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.