ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Οικονομική πολιτική την εποχή της πανδημίας

captureg--4

Το παρόν άρθρο προέκυψε ως μια προσωπική μου προσπάθεια αρχικά να καταγράψω και να κατηγοριοποιήσω και στη συνέχεια να αξιολογήσω την πορεία όλων των οικονομικών μέτρων και αποφάσεων των τελευταίων εβδομάδων, καθώς και τις βραχυχρόνιες και μακροχρόνιες επιπτώσεις αυτών. Με κίνδυνο πολλά από τα παρακάτω να θεωρηθούν ξεπερασμένα την ώρα που θα διαβαστούν, η αρχική μας εκτίμηση ήταν ότι βρισκόμασταν αντιμέτωποι με μια βραχύβια και παροδική κρίση υγειονομικής φύσεως, η οποία θα επηρέαζε την οικονομική δραστηριότητα μέσω του εξωτερικού εμπορίου (εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών κυρίως, τουρισμό και ναυτιλία) και ίσως την κατανάλωση λόγω αυξημένης αβεβαιότητας, αλλά η δυναμική τόσο της προσφοράς όσο και της ζήτησης στην οικονομία θα παρέμενε ανεπηρέαστη. Σε αυτό το σενάριο υπολογίζαμε (σε συνδυασμό με το ασθενές 4ο τρίμηνο του 2019) την επίπτωση στο 1% του ΑΕΠ, με αποτέλεσμα η εκτίμησή μας για την ανάπτυξη το 2020 να διαμορφωνόταν στην περιοχή του 1%-1,5%.

Φυσικά, το σενάριο αυτό έχει ξεπεραστεί προ πολλού από τα γεγονότα. Βάσει των τελευταίων δεδομένων της σοβαρότητας της πανδημίας και των μέτρων πολιτικής προστασίας της κυβέρνησης, θα πρέπει να αναθεωρήσουμε σημαντικά τόσο τη διάρκεια όσο και την ένταση της ύφεσης. Ο συνεπακόλουθος κίνδυνος είναι η κρίση αυτή όχι μόνο να επηρεάσει την προσφορά και τη ζήτηση, αλλά να επιμολύνει και τον τραπεζικό κλάδο, λόγω της αύξησης των ήδη υψηλών μη εξυπηρετούμενων δανείων και την αύξηση της αβεβαιότητας στις διεθνείς αγορές.

Για την αποφυγή λοιπόν της «μονιμοποίησης» της κρίσης, η κυβέρνηση έχει πάρει μια σειρά μέτρων και πολιτικών, που σκοπό έχουν να λειτουργήσουν ως δικλίδα ασφαλείας σε κάθε έναν από τους τρεις αυτούς αδύναμους κρίκους. Κατ’ αρχήν η ζήτηση επιχειρείται να στηριχθεί είτε «βάζοντας χρήματα στην τσέπη των νοικοκυριών», π.χ. επιδόματα 800/600 ευρώ και παράταση των επιδομάτων ανεργίας, είτε «βγάζοντας λιγότερα χρήματα» από αυτή, π.χ. αναβολή πληρωμής φόρων, εισφορών και δανειακών υποχρεώσεων. Παρόμοια προσπάθεια γίνεται να στηριχθούν οι επιχειρήσεις (δηλαδή η προσφορά) μέσω αναστολής πληρωμών προς το Δημόσιο και τις τράπεζες και της χορήγησης πιστώσεων για κεφάλαιο κίνησης. Τέλος, όσον αφορά τον τραπεζικό τομέα, έχουν ληφθεί αποφάσεις χαλάρωσης των κανόνων κεφαλαιακής επάρκειας και ευελιξίας στον (μη) χαρακτηρισμό δανείων που θα αναδιαρθρωθούν, συνεπεία της πανδημίας, ως κόκκινα.

Ολα τα παραπάνω είναι ορθά και αναγκαία, ωστόσο δημιουργούν δύο κινδύνους, έναν άμεσο και έναν μακροπρόθεσμο.

Ο άμεσος κίνδυνος πηγάζει από την περιορισμένη δυνατότητα του ελληνικού Δημοσίου να αντέξει το κόστος υποστήριξης του ιδιωτικού τομέα, νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Τα ήδη πιεσμένα δημόσια οικονομικά θα επιβαρυνθούν και από την αύξηση των δαπανών προκειμένου να χρηματοδοτηθούν τα επιδόματα στα νοικοκυριά και οι αυξημένες δαπάνες περίθαλψης, αλλά και τη σημαντική μείωση των εσόδων. Φυσικά και το κράτος έχει αντιστάσεις και αποθεματικά, όμως αυτά είναι σίγουρα πεπερασμένα. Ο δεύτερος και ίσως πιο σοβαρός κίνδυνος σχετίζεται με την «επόμενη μέρα». Στην τρέχουσα συγκυρία έξαρσης της πανδημίας είμαστε όλοι –Ευρωπαϊκή Ενωση, κράτος, επιχειρήσεις και νοικοκυριά– «αλληλέγγυοι». Ωστόσο, εάν υποθέσουμε ότι κάποια στιγμή θα επανέλθουμε στην ομαλότητα, τότε ο καθένας μας θα βρεθεί αντιμέτωπος με τα δικά του προβλήματα και υποχρεώσεις – όπως αυτά θα έχουν συσσωρευθεί την περίοδο της κρίσης. Δεδομένου ότι το μεγαλύτερο μέρος της κρατικής στήριξης θα παρασχεθεί με τη μορφή δανείων και προσωρινής μόνο αναστολής των φορολογικών και δανειακών υποχρεώσεων, ο ιδιωτικός τομέας θα βρεθεί αντιμέτωπος με σειρά οφειλών (νέων και συσσωρευμένων) που θα πρέπει να αρχίσει πάλι να εξυπηρετεί. Τα νοικοκυριά θα έρθουν τότε –και όχι τώρα που προστατεύονται από τη νομοθεσία– με το πρόβλημα της ανεργίας. Και οι επιχειρήσεις και οι τράπεζες θα δουν το πρόβλημα των χρεοκοπιών και των μη εξυπηρετούμενων δανείων να κορυφώνεται τότε και όχι τώρα, οπότε ισχύει καθεστώς επίσημης ή ανεπίσημης περιόδου χάριτος. Συνεπώς, υπάρχει το ενδεχόμενο δημιουργίας μιας νέας γενιάς καθυστερημένων οφειλών προς εφορία, τράπεζες και ασφαλιστικά ταμεία, καθώς και κατάπτωσης εγγυήσεων που θα παρασχεθούν στο προσεχές διάστημα. Τέλος, και η ελληνική κυβέρνηση θα βρεθεί αντιμέτωπη με πολύ υψηλότερο επίπεδο χρέους ως προς ΑΕΠ, το οποίο οι αγορές θα αρχίσουν και πάλι να αξιολογούν και να συνυπολογίζουν. Αρα ο κίνδυνος που ελλοχεύει είναι όλοι αυτοί οι παράγοντες να αποτελέσουν τροχοπέδη σε μια άμεση και δυναμική επάνοδο στην ανάπτυξη.

Τι μπορεί να γίνει για να μετριασθούν οι μακροχρόνιες επιπτώσεις της κρίσης;

Κατά την άποψή μου δύο πράγματα – ένα υπό τον έλεγχο της κυβέρνησης και ένα όχι. Αυτό που μπορεί να κάνει η κυβέρνηση είναι να ανακοινώσει όσο πιο σύντομα γίνεται ένα σύνολο δράσεων, είτε επενδυτικών είτε φορολογικών, οι οποίες μπορεί μεν να αφορούν το μέλλον, π.χ. το 2021, ωστόσο ο ιδιωτικός τομέας θα τις προεξοφλήσει άμεσα και θα προσαρμόσει την τρέχουσα συμπεριφορά και αποφάσεις του. Εάν π.χ. οι επιχειρήσεις πιστέψουν ότι η οικονομία θα ανακάμψει θα έχουν τη σιγουριά και να συνεχίσουν να εξυπηρετούν τα δάνειά τους και να ρυθμίσουν τις υποχρεώσεις τους και να διακρατήσουν τους εργαζομένους τους, ενώ και τα νοικοκυριά –εάν αναμένουν μειώσεις φόρων– θα μειώσουν λιγότερο την τρέχουσα κατανάλωσή τους και θα επανέλθουν γρηγορότερα στην προ κρίσης καθημερινότητά τους. Ο παράγοντας που δεν βρίσκεται στον έλεγχο της κυβέρνησης συνίσταται στην αδυναμία λήψης ρηξικέλευθων αποφάσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο όσον αφορά το φλέγον ζήτημα του πανευρωπαϊκού συντονισμού νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής. Κατά την άποψή μου, μόνο η έκδοση μακροχρόνιου χρέους για τη χρηματοδότηση επενδύσεων και η αγορά αυτού από την ΕΚΤ μπορεί να αποτελέσει ουσιαστικό ανάχωμα στη δύσκολη μετά κορωνοϊό εποχή που μας περιμένει.

* Ο κ. Ηλίας Λεκκός είναι επικεφαλής Οικονομικής Ανάλυσης & Επενδυτικής Στρατηγικής της Τράπεζας Πειραιώς.