ΠΟΛΙΤΙΚΗ

«Η ΕΕ δεν πρέπει να επαναλάβει τα ίδια λάθη»

comision4345-thumb-large-thumb-large

Η ιστορία παίζει παράξενα παιχνίδια. Πριν από δέκα χρόνια, σε μια σύνοδο κορυφής στις 25 Μαρτίου, οι ηγέτες της ευρωζώνης δεσμεύτηκαν να χρηματοδοτήσουν την Ελλάδα όταν αυτή έχασε την πρόσβαση σε διεθνείς χρηματοοικονομικές αγορές. Εκείνη τη μέρα, λάβαμε όλοι συλλογικά αυτήν την απόφαση προκειμένου «να διαφυλάξουμε τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα στη ζώνη του ευρώ συνολικά».

Ωστόσο, η απόφαση εκείνη είχε σημαντικά μειονεκτήματα. Καταρχάς, ήρθε αργά, μετά από έξι μήνες δισταγμού και αμφιταλαντεύσεων της ΕΕ. Και όταν αποφασίστηκε, η δέσμευση για στήριξη στην Ελλάδα εκφράστηκε σε όρους "αναπόφευκτης λύσης" (ultima ratio), ως η απομένουσα επιλογή μόνο εάν όλα τα άλλα αποτύγχαναν.

Δεύτερον, στην απόφαση κυριαρχούσε η ρητορική περί "ηθικού κινδύνου". Η λιτότητα που την συνόδευε έγινε μέρος της θεραπείας αλλά και μηχανισμός τιμωρίας. Η Ελλάδα έπρεπε πράγματι να αντιμετωπίσει τα βαθιά της προβλήματα: πελατειακές αντιλήψεις, έλλειψη διαφάνειας και αναποτελεσματική διακυβέρνηση. Ωστόσο, στο πρόγραμμα στήριξης, αυτές οι απαραίτητες συστημικές αλλαγές δεν έτυχαν προτεραιότητας.

Τρίτον, καθώς η στήριξη που αποφασίστηκε εκείνη τη στιγμή περιοριζόταν στην περίπτωση της «προβληματικής» Ελλάδας, αποδείχθηκε στην πορεία ως ανεπαρκής και ελαττωματική απάντηση σε ένα ευρύτερο πρόβλημα με σαφή συστημική διάσταση. Η λύση που επελέγη – η λιτότητα για όλη την Ευρώπη- απέτυχε να αντιμετωπίσει την κύρια αιτία του προβλήματος στις περισσότερες χώρες της ΕΕ: ένα χρηματοπιστωτικό σύστημα που αποσταθεροποιούσε τις οικονομίες.

Εν τέλει, εκείνες οι αποφάσεις αποδείχθηκαν κατώτερες των περιστάσεων. Η ευρωζώνη αναγκάστηκε στη συνέχεια να επανεξετάσει επανειλημμένα τις πολιτικές της, να επεκτείνει τα προγράμματα στήριξης σε περισσότερες χώρες για να περιορίσει τη μετάδοση του φόβου και της κερδοσκοπίας στην αγορά, και τελικά κατέληξε σε νέες θεσμικές ρυθμίσεις και τη δημιουργία νέων μηχανισμών στήριξης για τις χώρες.

Χρειάστηκαν τελικά δύο χρόνια και μια ριζική αλλαγή στάσης από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα πριν αρχίσει το τέλος της κρίσης της ευρωζώνης. Το αποτέλεσμα: σε πολλά κράτη – και ιδιαίτερα στην Ελλάδα – το οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό κόστος ήταν αδικαιολόγητα μεγάλο. Το πιο σημαντικό δε είναι ότι σπαταλήσαμε την ευκαιρία να χρησιμοποιήσουμε αυτήν την κρίση για να πιέσουμε για βαθύτερες αλλαγές στην Ευρώπη.

Δέκα χρόνια αργότερα, 23 Απριλίου, την ίδια ημέρα που το 2010 η Ελλάδα ζητούσε επίσημα την ενεργοποίηση του ευρωπαϊκού πλαισίου στήριξης, οι ηγέτες της ΕΕ καλούνται να λάβουν μια εξίσου σημαντική απόφαση σε ακόμη πιο αντίξοες συνθήκες.

Πρόσφατα στοιχεία του ΔΝΤ καθιστούν σαφές ότι η οικονομική επίπτωση της κρίσης του Covid-19 είναι διαφορετικής τάξης μεγέθους από εκείνη της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης και της κρίσης της ευρωζώνης που ακολούθησε. Η κατάρρευση των οικονομιών μοιάζει περισσότερο με αυτήν της δεκαετίας του 1930 στης ΗΠΑ. Η σημερινή κρίση όμως έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά: είναι η πρώτη πραγματικά παγκόσμια κρίση, και κουβαλάει επίσης την ακραία αβεβαιότητα της εξέλιξης της ίδιας της πανδημίας.

Σε τέτοιες δύσκολες συνθήκες, δεν υπάρχει χώρος για μία πολιτική διστακτικών μικρών μόνο βημάτων ή ανούσιων αλληλοκατηγοριών.

Πριν μία δεκαετία, χρειάστηκε να περάσουν δύο χρόνια για να φτάσει η κρίση των ενυπόθηκων δανείων των ΗΠΑ στον πιο αδύναμο κρίκο της ευρωζώνης, την Ελλάδα. Σήμερα, χρειάστηκαν μόνο δύο μήνες για να σταματήσει ολόκληρη την οικονομία της ΕΕ. Προέχει συνεπώς η ταχύτητα αντίδρασης. Δεν υπάρχει χρόνος για μία πολιτική στάση όπου νέες αποφάσεις λαμβάνονται μόνο όταν οι προηγούμενες έχουν αποδειχθεί ανεπαρκείς.

Δεν ξεκινάμε από το μηδέν. Αυτή τη φορά, η στρατηγική αγοράς ομολόγων της ΕΚΤ έχει ήδη αγοράσει πολύτιμο χρόνο. Την τελευταία φορά, πέρασαν δύο χρόνια πριν ο τότε πρόεδρος Mario Draghi κάνει την περίφημη δήλωση «θα κάνουμε ό, τι χρειαστεί». Οι εθνικές κυβερνήσεις έχουν ανταποκριθεί σθεναρά για την προστασία ανθρώπων και οικονομιών – η καθεμία ανάλογα με τους πόρους που διαθέτει. Και σε επίπεδο ΕΕ, οι αποφάσεις που ανακοινώθηκαν μέχρι στιγμής, παρότι ατελείς, δείχνουν την κατανόηση του επείγοντος.

Αλλά όλα αυτά δεν είναι αρκετά. Ενώ κάθε χώρα πρέπει να ανταποκριθεί στις δικές της ευθύνες, πρέπει να καταλάβουμε ότι κανείς δεν μπορεί να το κάνει μόνος του.

Η οικονομική ανάκαμψη θα απαιτήσει μαζική χρηματοδότηση. Η εσωτερική αγορά θα πρέπει να χτιστεί σε στέρεες βάσεις ξανά. Ο κοινωνικός ιστός θα πρέπει να προστατευτεί. Και θα χρειαστεί να πείσουμε τους ευρωπαίους πολίτες ότι αποτελούν μέρος μίας ΕΕ που λειτουργεί σε όφελος όλων, ενώ προστατεύει αποτελεσματικά τους πιο αδύναμους.

Τώρα είναι η ώρα για μια κοινή, συντονισμένη και μαζική δημοσιονομική παρέμβαση, χρησιμοποιώντας τόσο υπάρχοντα όσο και νέα εργαλεία και θεσμούς. Μια παρέμβαση που χρηματοδοτείται από όλες τις χώρες, η οποία βασίζεται και σε νέους πόρους σε επίπεδο ΕΕ, με στόχο να βοηθήσει τις πιο ευάλωτες χώρες, χωρίς να αυξήσει το βάρος του χρέους τους.

Όταν κανείς κινείται γρήγορα και σε μεγάλη κλίμακα, αναπόφευκτα κάνει λάθη. Χωρίς αμφιβολία, και σε αυτήν την κρίση θα γίνουν λάθη. Αλλά τουλάχιστον, ας μην επαναλάβουμε τα λάθη του παρελθόντος. Δεν έχουμε την πολυτέλεια του χρόνου, ούτε για συμβιβασμούς βασισμένους σε παλιές πεποιθήσεις και προκαταλήψεις. Το κόστος για το ευρωπαϊκό σχέδιο θα είναι μεγάλο.

Είμαστε όλοι μαζί σε αυτήν την ιστορία, και είμαστε πολύ πιο δυνατοί όταν αντιμετωπίζουμε μαζί τις προκλήσεις. Η σημερινή κρίση είναι μια μοναδική ευκαιρία για την οικοδόμηση μιας ισχυρότερης ένωσης, μία ένωσης που βασίζεται σε σταθερά θεμέλια και σε αλληλεγγύη μεταξύ όλων των ευρωπαίων πολιτών.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στους FT