ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αποψη: Ο ανταγωνισμός στις τηλεπικοινωνίες

gkat_25_0905_page_1_image_0001-thumb-large--2

Τις τελευταίες εβδομάδες έχει έρθει την επιφάνεια το ζήτημα του ανταγωνισμού στον χώρο των τηλεπικοινωνιών. Πρώτον, με βάση πρόσφατη μελέτη που παρήγγειλε η Επιτροπή Ανταγωνισμού (Ε.Α.), φάνηκε ότι το κόστος των τηλεπικοινωνιών, και δη των δεδομένων, είναι πολύ μεγάλο στην Ελλάδα, κάτι που δυνητικά υποδηλώνει περιορισμένες ανταγωνιστικές πιέσεις. Δεύτερον, και θεσμικά σημαντικότερο, έχει αρχίσει μια άτυπη συζήτηση για την ευθύνη στον χώρο, και συγκεκριμένα το εάν θα ήταν σωστό να περάσει η αρμοδιότητα του ανταγωνισμού στις τηλεπικοινωνίες από την Ελληνική Επιτροπή Ταχυδρομείων και Τηλεπικοινωνιών (ΕΕΤΤ) όπου ανήκει σήμερα, στην Επιτροπή Ανταγωνισμού (Ε.Α.). Πώς όμως συνέβη αυτό;

Η αφορμή για τη συζήτηση βρίσκεται σε διαβουλεύσεις που γίνονται την περίοδο αυτή, σε μια νομοπαρασκευαστική επιτροπή που έγινε για την επικαιροποίηση του νόμου για τον ανταγωνισμό (ΦΕΚ 18/2020) και την εναρμόνιση με τους κανόνες της Ε.Ε. Η νομοπαρασκευαστική αυτή, στην οποία συμμετέχω μαζί με άλλους ειδικούς της ημεδαπής και αλλοδαπής, έχει επιφορτιστεί με «την υποβολή προτάσεων για τον εκσυγχρονισμό των κανόνων ανταγωνισμού… ιδίως στους τομείς των τηλεπικοινωνιών και των ταχυμεταφορών». Ως εκ τούτου, έχει τεθεί επί τάπητος και το ζήτημα της αρμοδιότητας για τον ανταγωνισμό. Το γεγονός ότι οι διαβουλεύσεις της νομοπαρασκευαστικής, οι οποίες είναι εν εξελίξει, βρίσκουν τέτοια δημοσιότητα, είναι δηλωτικό της βαρύτητας του ζητήματος, ειδικά λίγο πριν από τη δημοπρασία των δικτύων 5G από την ΕΕΤΤ, ένα έργο κομβικής σημασίας για την Ελλάδα.

Ενας λόγος για τον οποίο το ζήτημα έχει περιπλακεί είναι ότι (καλώς ή κακώς) ο πρόεδρος της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής, Γιάννης Λιανός, ειδικός στο ζήτημα του ψηφιακού ανταγωνισμού, είναι και ο πρόεδρος της Ε.Α. Η ΕΕΤΤ λογικό είναι να μη θέλει να απολέσει τις αρμοδιότητές της σε τέτοιο ευαίσθητο χώρο. Από την άλλη πλευρά, θα πρέπει να δούμε το ζήτημα στην ορθή του βάση. Γράφοντας εδώ τις αυστηρά προσωπικές μου απόψεις, και όχι αυτές της νομοπαρασκευαστικής, πιστεύω ότι θα πρέπει να δούμε τι μας διδάσκει η διεθνής εμπειρία. Σε όλες τις χώρες της Ε.Ε. υπάρχουν κλαδικές επιτροπές σαν την ΕΕΤΤ. Εκεί όμως, εν αντιθέσει με την Ελλάδα, τη δικαιοδοσία για ζητήματα ανταγωνισμού έχουν οι εθνικές Ε.Α. Μόνο στην Αγγλία η Αρχή Ανταγωνισμού μοιράζεται τις ευθύνες με την αντίστοιχη ΕΕΤΤ.

Ο λόγος είναι απλός: Μια εθνική Επιτροπή Ανταγωνισμού διατηρεί και καλλιεργεί δεξιότητες οι οποίες πρέπει να μπορούν να καλύπτουν όλο το φάσμα της οικονομικής δραστηριότητας. Επίσης, επιτροπές οι οποίες είναι κλαδικές, και άρα πιο κοντά σε όσους ρυθμίζουν, δημιουργούν εκ των ενόντων το ρίσκο της περιορισμένης αντικειμενικότητας ως προς τους ρυθμιζόμενους. Υπάρχει επίσης το ρίσκο του «policy capture», δηλαδή της άσκησης πιέσεων από ρυθμιζόμενους που βρίσκονται πιο κοντά απ’ ό,τι θα έπρεπε στους ρυθμιστές, των οποίων οι αποφάσεις έχουν συχνά μεγάλο οικονομικό αντίκτυπο.

Τι σημαίνει αυτό; Οτι όταν σχεδιάζουμε το Δημόσιο (και προσπαθούμε να συμμορφωθούμε με την Ε.Ε.) δεν πρέπει να  κοιτάμε τους συγκεκριμένους ανθρώπους που «τρέχουν» την εκάστοτε Ε.Α. ή ΕΕΤΤ. Πρέπει να κοιτάμε το ποια κατανομή αρμοδιοτήτων είναι δυνητικά η πιο αποτελεσματική. Σωστές δομές δίνουν σωστά αποτελέσματα. Προσπερνώντας τις σημερινές επιδόσεις στον χώρο των τηλεπικοινωνιών, ή το γεγονός ότι η ΕΕΤΤ έχει ανθρώπους πληροφορικής παρά ανταγωνισμού στο στελεχικό της δυναμικό, η ερώτηση είναι: ποιος πιστεύουμε ότι θα πρέπει να έχει την ευθύνη του ανταγωνισμού; Μια «ψυχρή» ανάγνωση της πραγματικότητας κλίνει, κατ’ εμέ, προς την Ε.Α., η οποία θα πρέπει τόσο να κρατηθεί υπόλογη όσο και να στελεχωθεί ανάλογα.

Το θέμα αυτό έχει δημιουργήσει περισσότερες αναταράξεις απ’ ό,τι θα έπρεπε, εν μέρει γιατί η ΕΕΤΤ οργανώνει σήμερα τη δημοπρασία των δικτύων νέας γενιάς, και γιατί εικάζω ότι οι πάροχοι προτιμούν τη βεβαιότητα του σημερινού status quo. Επίσης, το γεγονός του ότι μια επιτροπή με επικεφαλής τον πρόεδρο της Ε.Α. πιθανώς να εισηγηθεί τη μερική η ολική επέκταση των αρμοδιοτήτων της Ε.Α., δίνει ακουσίως την αίσθηση της προσπάθειας επέκτασης του ρόλου της Ε.Α., παρότι αυτό μας εναρμονίζει με την Ε.Ε. Προσπερνώντας τα συγκεκριμένα ζητήματα, πρέπει να εστιάσουμε στη σωστή δομική επιλογή, και να δούμε πώς θα μπορούν να λειτουργούν οι Αρχές μαζί, αποτελεσματικότερα. Πρέπει να δημιουργηθεί πλαίσιο συνεργασίας της Ε.Α. τόσο με την ΕΕΤΤ, όσο και με τις άλλες Αρχές (ΡΑΕ, ΡΑΣ, ΡΑΛ), πιθανώς στο πλαίσιο του βρετανικού δικτύου Ε.Α. και Ρυθμιστικών Αρχών, με την Ε.Α. primus inter pares.

Το ζήτημα του ανταγωνισμού, απόμακρο και θεωρητικό όσο και να φαίνεται, θα μας επηρεάσει πολύ. Θέλουμε δεν θέλουμε, ο κορωνοϊός (μαζί με σωστές θεσμικές αλλαγές) μας οδηγούν γρήγορα σε ένα ψηφιοποιημένο μέλλον. Με δεδομένες τις πολύ υψηλές τιμές τηλεπικοινωνιών (οι οποίες δεν οφείλονται αποκλειστικά στη φορολογία) είναι επιτακτικό να βρεθεί ένα πλαίσιο φιλικότερο προς τον πολίτη και τις εταιρείες που χρησιμοποιούν δεδομένα. 

Ο πρωθυπουργός σύντομα θα κληθεί να αποφασίσει τι πρέπει να κάνει για να εντείνει τον ανταγωνισμό. Στην απόφασή του αυτή, θα πρέπει να σταθμίσει προσεκτικά και επιλεκτικά τις πιέσεις που αισθάνεται (ή δέχεται) με γνώμονα όχι μόνο τη διασφάλιση μιας νέας επένδυσης, αλλά και μιας δομής που θα μπορέσει να διασφαλίσει ένα πιο ανταγωνιστικό περιβάλλον. Η ικανότητα της πολιτικής ηγεσίας να περιορίσει τις επιχειρηματικές πιέσεις είναι δείγμα πολιτικής και θεσμικής ενηλικίωσης.

* Ο κ. Μιχαήλ Γ. Ιακωβίδης κατέχει την έδρα Sir Donald Gordon Chair Καινοτομίας και Επιχειρηματικότητας στο London Business School όπου είναι καθηγητής Στρατηγικής.