ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Το στοίχημα αξιοποίησης των 70 δισ. ευρώ

to-stoichima-axiopoiisis-ton-70-dis-eyro-2389323

Το στοίχημα της απορρόφησης και της χρηστής διαχείρισης του πολύ μεγάλου πακέτου των σχεδόν 70 δισ. που θα έρθουν από το Ταμείο Ανάκαμψης καλείται τώρα να κάνει πράξη η Αθήνα, μετά την κερδισμένη «μάχη» των πέντε ημερών στις Βρυξέλλες.

Η Ελλάδα σε απόλυτους αριθμούς είναι σαφώς από τους ευνοημένους της Συνόδου, καθώς παρά τις τελικές μειώσεις των επιχορηγήσεων η Αθήνα πήρε ουσιαστικά τα χρήματα που της «αντιστοιχούσαν» εξαρχής: πρόκειται για 32 δισ. ευρώ συνολικά από το Ταμείο, με τα 12 δισ. να προέρχονται από δάνεια και περίπου 19,5 δισ. από τις επιχορηγήσεις. Αν στο ποσό προστεθούν και οι πόροι από το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο, τον γνωστό ευρωπροϋπολογισμό, τότε η Ελλάδα την επόμενη επταετία θα έχει να διαχειριστεί πόρους ύψους 70 δισ. ευρώ, που υπό προϋποθέσεις μπορούν να αναδιατάξουν όχι μόνο την ελληνική οικονομία, αλλά κυρίως το ίδιο το εθνικό μοντέλο της.

Στο Μέγαρο Μαξίμου η απόφαση για δημιουργία μιας νέας δομής που θα διαχειριστεί το συγκεκριμένο πακέτο είναι ειλημμένη. Αυτό πρακτικά σημαίνει πως στον επικείμενο ανασχηματισμό, που οι πληροφορίες τον ήθελαν εντός ημερών, αλλά οι εξελίξεις με την Τουρκία μπορεί να τον πάνε πίσω, θα δημιουργηθεί ένα «υπουργείο» με αποκλειστική ευθύνη τη διαχείριση του πακέτου.

Οδηγός της νοοτροπίας που επικρατεί στο Μαξίμου είναι η φράση που είχε ειπωθεί από τον ίδιο τον πρωθυπουργό: «Δεν θα σκορπίσουμε τα χρήματα στους τέσσερις ανέμους με την ανεμελιά του νεόπλουτου». Η νέα δομή θα είναι είτε εντός του υπουργείου Οικονομικών είτε του Ανάπτυξης, με τον ορισμό κάποιου αναπληρωτή υπουργού με αυτή την αρμοδιότητα. Ο νέος υπουργός –συζητείται το όνομα του Θόδωρου Σκυλακάκη που σήμερα εκτελεί χρέη υφυπουργού αρμοδίου για τη δημοσιονομική πολιτική– σε συνεργασία με το στενό επιτελείο του πρωθυπουργού, τον Γρηγόρη Δημητριάδη, τον Γιώργο Γεραπετρίτη, τον Αλέξη Πατέλη και τον Ακη Σκέρτσο, θα επιχειρήσει την αξιοποίηση του πακέτου σε δύο κρίσιμους άξονες: Πρώτον, στην όσο το δυνατόν μεγαλύτερη απορρόφηση και δεύτερον, που είναι βασική προϋπόθεση του πρώτου, στη δημιουργία νέων κατευθύνσεων των πόρων, όπως είναι για παράδειγμα η βιομηχανία. Εξ ου και δεν αποκλείεται και δημιουργία υφυπουργείου με αρμοδιότητα την ανάπτυξη του βιομηχανικού κλάδου.

Οι δύο στόχοι μόνο αυτονόητοι δεν είναι, καθώς είναι δεδομένο πως η ελληνική οικονομία όσο ισχυρά συγκριτικά πλεονεκτήματα και αν έχει, άλλο τόσο διακατέχεται από δομικές αδυναμίες, διοικητικές στρεβλώσεις, υψηλή γραφειοκρατία και τελικά από χαμηλή παραγωγικότητα. Εξ ου και θεωρείται κομβική η κατάρτιση συγκεκριμένου σχεδίου, δουλειά που έχει αναλάβει η επιτροπή Πισσαρίδη.

Μία κρίσιμη λεπτομέρεια που φέρνει στο φως η «Κ» είναι το κενό που ανακάλυψε η ελληνική αποστολή, ώστε να αυξηθούν τα δάνεια. Στην αρχή προβλέπονταν 250 δισ. ευρώ, χωρίς κλείδα κατανομής. Η Κομισιόν ωστόσο είχε πει πως κάθε χώρα μπορεί να δανειστεί μέχρι 4,7% του GNI της (ακαθάριστο Εθνικό εισόδημα).

Για την Ελλάδα αυτό το ποσό ανερχόταν στα 8,8 δισ. Οταν όμως αύξησαν τα ποσά, από 250 σε 360 δισ. δάνεια, δεν αύξησαν το 4,7%. Η λεπτομέρεια έγινε αντιληπτή από τον Αλέξη Πατέλη και ενημερώθηκαν και οι υπόλοιπες αντιπροσωπείες του Νότου –Ιταλοί, Πορτογάλοι και Ισπανοί– με αποτέλεσμα ο Μισέλ να ανεβάσει το «ταβάνι» σε 6,8% που για την Ελλάδα αντιστοιχούσε σε 12,7 δισ., δηλαδή έξτρα 3,9 δισ. σε δάνεια.

Η Ελλάδα, όπως προειπώθηκε, ήταν κερδισμένη της Συνόδου, καθώς κατάφερε παρά τη μείωση των επιχορηγήσεων να πάρει τα ίδια ποσά και ελαφρώς αυξημένα με την πρώτη πρόταση Μισέλ. Η διαφορά έγκειται στο γεγονός πως τα χρήματα αυτά θα έρθουν με περισσότερα δάνεια απ’ ό,τι επιχορηγήσεις. Παράλληλα, παρά το γεγονός πως θα υπάρχει εποπτεία, όχι όμως με τη μορφή μνημονίου, είναι ιδιαίτερα κρίσιμο πως δεν πέρασε η πρόταση της Ολλανδίας να υπάρχει δυνατότητα βέτο για την εκταμίευση ποσών μετά την κατάθεση ενός πλάνου. Αυτό που μπορεί να συμβεί είναι μία ειδική πλειοψηφία να βάλει φρένο σε μία πρόταση κράτους-μέλους, κάτι που θεωρείται και είναι σαφώς πιο ευνοϊκό.

Παράλληλα, η Αθήνα αποτιμά στα θετικά το γεγονός πως υπήρξε ενίσχυση όσον αφορά τη συνοχή της Ενωσης και την αγροτική πολιτική, αμφότερα θέματα που είχε θέσει ψηλά στην ατζέντα ο κ. Μητσοτάκης. Αντίθετα στα αρνητικά θεωρείται πως έπεσε η χρηματοδότηση για το μεταναστευτικό.