ΠΟΛΙΤΙΚΗ

1985-1993, μια ταραγμένη εποχή

Το 1985 ανατέλλει με τη βεβαιότητα ότι ο τότε Πρόεδρος Δημοκρατίας, Κωνσταντίνος Καραμανλής, θα υποστηριχθεί και από το ΠΑΣΟΚ και ως εκ τούτου θα επανεκλεγεί με πρωτοφανή πλειοψηφία. Η ψήφιση από το κυβερνών κόμμα νέου εκλογικού νόμου ενισχυμένης αναλογικής θεωρείται ως προσχώρηση στην θέση υπέρ του δικομματισμού και σαν πρόκριμα υπέρ της επανεκλογής. Ο Α. Παπανδρέου, άλλωστε, αφήνει να εννοηθεί ότι θεωρεί την παρουσία του Κ. Καραμανλή στην Προεδρία ως παράγοντα σταθερότητας κι ασφάλειας και για την κυβέρνησή του. Γι’ αυτό κι όταν στις 9 Μαρτίου 1985, ενώπιον της Κεντρικής Επιτροπής του κόμματός του, δίνει το χρίσμα στον αεροπαγίτη Χρ. Σαρτζετάκη, η είδηση πέφτει σαν βόμβα.

Η κίνηση ματ τού τότε πρωθυπουργού, που συνοδεύεται με πρόταση για τη μείωση των εξουσιών του Προέδρου, θέτει τέλος στον «ιστορικό συμβιβασμό α λα ελληνικά». Ο Α. Παπανδρέου παίζει με τα αντικαραμανλικά αντανακλαστικά της Αριστεράς και του ιστορικού Κέντρου για να αναζωπυρώσει την πολιτική δυναμική τού ΠΑΣΟΚ και να κερδίσει τις εκλογές. Παράλληλος στόχος του, όμως, είναι να αλλάξει τον συσχετισμό δυνάμεων στην κορυφή του κράτους. Η παρουσία του ιδρυτή της Ν.Δ. στην Προεδρία περιόριζε και εξισορροπούσε κάπως την εξουσία του τότε πρωθυπουργού. Ο Α. Παπανδρέου θεωρεί ότι εάν επανεκλεγόταν ο Κ. Καραμανλής θα αποκτούσε πλεονέκτημα απέναντί του. Φοβάται ότι με λυμένα πια τα χέρια θα ενεργοποιούσε τις σημαντικές εξουσίες του και ενδεχομένως θα συνέβαλε στην φθορά και πτώση της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ.

Επηρεασμένος από το σύνδρομο του 1965, ο αρχηγός του Κινήματος φοβάται περισσότερο απ’ όσο έδειχνε την προσφιλή τότε στον χώρο της Ν.Δ. θεωρία για το «σύντομο πράσινο διάλειμμα». Με την πολιτική εξουδετέρωση του Κ. Καραμανλή και την εκλογική νίκη τον Ιούνιο 1985 (45,82% έναντι 40,85%), ο τότε πρωθυπουργός καθίσταται πανίσχυρος και ουσιαστικά ολοκληρώνει την κατάληψη της εξουσίας από το ΠΑΣΟΚ. Παρ’ όλα αυτά, σύντομα έρχεται αντιμέτωπος με τις αντιφάσεις της πολιτικής του. Με την τοποθέτηση του Κ. Σημίτη στο υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, κάνει στροφή στον τομέα της οικονομικής πολιτικής, γεγονός που προκαλεί εσωκομματικές τριβές (αποχώρηση συνδικαλιστικών στελεχών από το κόμμα) και κοινωνική δυσφορία.

Η απώλεια των τριών μεγάλων δήμων στις τοπικές εκλογές του 1986 είναι το πρώτο σημάδι ήττας, αλλά και η πρώτη φορά που το ΚΚΕ σπάει την άτυπη συμπόρευση με το ΠΑΣΟΚ σε αυτού του είδους τις αναμετρήσεις. Κατά μία έννοια είναι ο προάγγελος της αριστεροδεξιάς συμμαχίας τού 1989. Την ίδια ακριβώς περίοδο, ο Κ. Μητσοτάκης μετατρέπει την καταγγελία υπαρκτών και ανύπαρκτων σκανδάλων σε αιχμή της αντιπολιτευτικής στρατηγικής του. Η σκανδαλολογία διεισδύει δυναμικά στο πολιτικό προσκήνιο και βαθμιαία μετατρέπεται σε κύριο αντικείμενο της κομματικής αντιπαράθεσης. Η διάβρωση της πολιτικής αξιοπιστίας του κυβερνώντος κόμματος προσλαμβάνει διαστάσεις.

Το 1987 σφραγίζεται από την ελληνοτουρκική κρίση, που προκαλεί η έξοδος του ερευνητικού σκάφους «Χόρα» για έρευνες στην ελληνική υφαλοκρηπίδα. Οι δύο χώρες φθάνουν στα πρόθυρα πολεμικής σύγκρουσης, αλλά αμέσως μετά αρχίζει η μυστική αλληλογραφία των δύο πρωθυπουργών, η οποία θα καταλήξει στη συνάντηση Παπανδρέου-Οζάλ στο Νταβός (Ιανουάριος 1988) και στην απόπειρα προσέγγισης. Στο εσωτερικό, με αφορμή την υπόθεση της ΠΡΟΜΕΤ, η Ρηγίλλης υψώνει για τα καλά τη σημαία της καταγγελίας σκανδάλων και κλιμακώνει την επίθεσή της εναντίον της κυβέρνησης στο επίπεδο της ηθικής, ενώ η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ καταγγέλλει επιχείρηση πολιτικής συκοφαντίας. Ο Κ. Μητσοτάκης πιέζει το ΚΚΕ, δηλώνοντας ότι τηρεί διστακτική στάση απέναντι στα σκάνδαλα της κυβέρνησης και το κατηγορεί ότι λειτουργεί σαν δεκανίκι της. Ταυτοχρόνως, κάνει άνοιγμα στην παραδοσιακή Αριστερά, ζητώντας προκήρυξη πρόωρων εκλογών έστω και με απλή αναλογική!

Για να αποτρέψει τη σύγκλιση των κομμάτων της αντιπολίτευσης και να αποφύγει το ενδεχόμενο πολιτικής απομόνωσης, ο Α. Παπανδρέου απευθύνει προς τα κόμματα πρόσκληση διαλόγου, αλλά στις ηγεσίες του ΚΚΕ και της ΕΑΡ (μετεξέλιξη του ΚΚΕ εσωτ.) αρχίζει να κυριαρχεί η εκτίμηση ότι το ΠΑΣΟΚ εισέρχεται σταδιακά σε φάση κατάρρευσης και ως εκ τούτου μπορούν να αναδιατάξουν υπέρ τους τις ισορροπίες στον πέρα της Ν.Δ. χώρο. Η στάση τους αυτή ευνοεί κατ’ αντιδιαστολή την κυριαρχία της γραμμής του Μ. Κουτσόγιωργα, ενώ στο προσκήνιο έρχονται καταγγελίες εναντίον τού τότε διοικητή του ΟΤΕ Θ. Τόμπρα για παρακολούθηση τηλεφώνων. Ο σχετικός θόρυβος θα συνεχισθεί αμείωτος και το 1988. Η περίπτωση Τόμπρα είναι ακραία εκδοχή του κεντρογενούς αντιδεξιού λαϊκισμού, αλλά την ίδια εποχή στο παρασκήνιο κυριαρχεί η παράνομη δραστηριότητα του στρατηγού Γρυλλάκη, ο οποίος εργάζεται για λογαριασμό του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Το 1988 σφραγίζεται από την έκρηξη του σκανδάλου Κοσκωτά και την εσπευσμένη αναχώρηση του Α. Παπανδρέου στο Λονδίνο για εγχείρηση ανοικτής καρδιάς (25 Αυγούστου). Η ασθένειά του πυροδοτεί την μέχρι τότε υποβόσκουσα μάχη για τη διαδοχή με κύριους αντίπαλους τον Μ. Κουτσόγιωργα και τον Γ. Γεννηματά. Όταν στις 22 Οκτωβρίου ο Α. Παπανδρέου επιστρέφει στην Αθήνα, η σύγκρουση που προκαλεί το σκάνδαλο Κοσκωτά έχει ουσιαστικά ξεφύγει από τον έλεγχο της κυβέρνησης. Στις 7 Νοεμβρίου ο Γ. Κοσκωτάς φεύγει παράνομα από την Ελλάδα, ενώ ο πανίσχυρος αντιπρόεδρος Μ. Κουτσόγιωργας κατηγορείται ευθέως. Τη χαριστική βολή θα τη δεχθεί στις 8 Φεβρουαρίου 1989, όταν θα δημοσιευθεί ότι είχε δωροδοκηθεί με δύο εκατ. δολάρια. Είχε προηγηθεί, όμως, στις 19 Νοεμβρίου 1988 η ολομέλεια των εφετών, με την οποία η Δικαιοσύνη ανέλαβε την πρωτοβουλία των κινήσεων.

Η κυβέρνηση βρίσκεται σε φάση αποσύνθεσης. Τα ανώτατα στελέχη του ΠΑΣΟΚ παραμένουν εγκλωβισμένα στις μεταξύ τους αντιθέσεις, με αποτέλεσμα το κόμμα τους να φθείρεται με ολοένα και ταχύτερο ρυθμό. Στις 13 Νοεμβρίου, ο πρωθυπουργός κινδυνολογεί ασαφώς για διαφαινόμενη αποστασία, προκειμένου να συσπειρώσει το κόμμα του. Κάποια στελέχη (μεταξύ αυτών και ο Κ. Σημίτης) δηλώνουν ότι οι κατηγορίες δεν τους αφορούν, ενώ οι Α. Λάζαρης και Στ. Γιώτας αποχωρούν. Το επόμενο διάστημα θα προκύψουν κι άλλες απώλειες.

Των εκλογών του Ιουνίου 1989 προηγούνται 10 μήνες σκληρής και ενίοτε βρώμικης προεκλογικής μάχης. Μέσα στη δίνη της κρίσης το μέτρο χάνεται, με αποτέλεσμα την αποθέωση της παραπολιτικής και της χυδαιότητας. Και οι δύο μονομάχοι έχουν επίγνωση ότι η σύγκρουση είναι μέχρι τελικής πτώσεως. Η κυβέρνηση ψηφίζει μία εκδοχή της απλής αναλογικής με σκοπό να κόψει τον δρόμο της Ν.Δ. προς την εξουσία. Η πολιορκία του ΠΑΣΟΚ από τα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν του αφήνει περιθώρια αυτοκάθαρσης, με την εξαίρεση του Μ. Κουτσόγιωργα, που αποκλείεται από τους συνδυασμούς.

Σε εκείνη την τόσο δύσκολη κατάσταση, ο μεγαλύτερος σύμμαχος του Α. Παπανδρέου είναι ότι οι αντίπαλοί του μετατρέπουν το σκάνδαλο Κοσκωτά σε όχημα για την πολιτική εξόντωσή του και για την ανατροπή του πολιτικού χάρτη. Η Ν.Δ. και ο τότε ενιαίος Συνασπισμός (ΚΚΕ και ΕΑΡ) συγκλίνουν με βάση τον κοινό στόχο να διαλύσουν το ΠΑΣΟΚ και να μοιράσουν τα ιμάτιά του. Ονειρεύονται τη δημιουργία της «μεγάλης κυβερνώσας Δεξιάς» και της «μεγάλης αντιπολιτευόμενης Αριστεράς». Είναι ακριβώς αυτό που συσπειρώνει τη βάση του Κινήματος και αποτρέπει την εκλογική συντριβή του (αποσπά το 39,15%, ενώ η Ν.Δ. το 44,25% και ο Συνασπισμός το 13,12%).

Το εκλογικό Σώμα αποδεικνύεται πιο μετρημένο στην τιμωρία του ΠΑΣΟΚ, το οποίο, παρ’ όλα τα τραύματά του λόγω των σκανδάλων, παραμένει μία μεγάλη παράταξη με ρίζες στην κοινωνία. Η θεωρία τής επικείμενης κατάρρευσης καταρρέει, αλλά οι οπαδοί της θα το αντιληφθούν στις εκλογές του Νοεμβρίου 1989, όταν μετά τις παραπομπές στο Ειδικό Δικαστήριο το ΠΑΣΟΚ αυξάνει το ποσοστό του σε 41%, ενώ ο Συνασπισμός πέφτει στο 11%.

Το εκλογικό αποτέλεσμα του Ιουνίου διαμορφώνει μία ασταθή ισορροπία. Η λύση βρίσκεται με τον σχηματισμό της κυβέρνησης συνεργασίας Τζαννετάκη (Ν.Δ. και Συνασπισμός), η οποία έχει κεντρικό στόχο την κάθαρση. Η απόφαση των Χ. Φλωράκη και Λ. Κύρκου να συμμαχήσουν με τη Ν.Δ. προκαλεί κρίση στο εσωτερικό του Συνασπισμού, αλλά αυτοί επιμένουν, θεωρώντας ότι με την ψήφιση των παραπομπών θα δώσουν τη χαριστική βολή στον Α. Παπανδρέου και κατ’ αυτό τον τρόπο θα ανοίξουν τον δρόμο για την πολιτική άλωση του ΠΑΣΟΚ.

Στις εκλογές του Νοεμβρίου, όπως ήδη σημειώσαμε, το Κίνημα διαψεύδει τους αντιπάλους του, ενώ η Ν.Δ. με 46,2% και 148 έδρες βρίσκεται προ των πυλών της αυτοδυναμίας, αλλά λόγω της απλής αναλογικής δεν μπορεί να τις διαβεί. Η ισορροπία δυνάμεων σε συνδυασμό με το εκλογικό κόστος της Αριστεράς από το πείραμα της συγκυβέρνησης με τη Ν.Δ. υποχρεώνει και τα τρία κόμματα να θάψουν προσωρινά τα «τομαχόουκ του πολέμου» και να σχηματίσουν την οικουμενική κυβέρνηση υπό τον Ξ. Ζολώτα. Είχε προηγηθεί η πρόταση Τζαννετάκη για σχηματισμό συμμαχικής κυβέρνησης Ν.Δ.-ΠΑΣΟΚ, που βεβαίως απερρίφθη από τον Α. Παπανδρέου και η πρόταση του ΠΑΣΟΚ να συγκυβερνήσει με τον Συνασπισμό και τους Οικολόγους, που επίσης δεν ευδοκίμησε.

Το διάλειμμα της Οικουμενικής και ευρύτερα η ασταθής ισορροπία που προέκυψε μετά τον Ιούνιο 1989 θα λήξει στις εκλογές του Απριλίου 1990, όταν η Ν.Δ. με 46,88% πήρε 150 έδρες και σχημάτισε αυτοδύναμη κυβέρνηση λόγω της στήριξης που της παραχώρησε η ΔΗ.ΑΝΑ. Η επάνοδος σε μία πιο φυσιολογική πολιτική κατάσταση θα φέρει στην επιφάνεια τις εσωτερικές αντιθέσεις στο ΠΑΣΟΚ. Τον Σεπτέμβριο 1990 πραγματοποιείται το συνέδριό του, αλλά η εσωτερική κρίση εκδηλώνεται στη σύνοδο του Πεντελικού (2 Νοεμβρίου), αφού έχει προηγηθεί η είσοδος του Α. Παπανδρέου στο Γενικό Κρατικό.

Σε εκείνη τη σύνοδο μία πτέρυγα κορυφαίων στελεχών (Κ. Σημίτης, Θ. Πάγκαλος, Π. Αυγερινός, Μ. Μερκούρη, αλλά και οι Γ. Γεννηματάς και Κ. Λαλιώτης) επιχειρούν να του επιβάλλουν ως γραμματέα του κόμματος τον τελευταίο. Η απάντηση του ιδρυτή στο «προνουντσιαμέντο» είναι η απειλή ότι εάν δεν υπερψηφισθεί ο Α. Τσοχατζόπουλος θα προκαλέσει ρήξη. Το αποτέλεσμα είναι ο Κ. Λαλιώτης να μη θέσει υποψηφιότητα και ο Γ. Γεννηματάς να αναδιπλωθεί για να αποτρέψει την αιματηρή σύγκρουση. Ο Α. Παπανδρέου κερδίζει τη μάχη, αλλά εφεξής θα έχει εμμέσως πλην σαφώς απέναντί του μία ομάδα ανωτάτων στελεχών, που το 1996 θα οδηγήσουν τον Κ. Σημίτη στην ηγεσία και στην πρωθυπουργία.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη επαναφέρει μία εκδοχή της ενισχυμένης αναλογικής, που ευνοεί το πρώτο κόμμα, προωθεί τις διαδικασίες για την πραγματοποίηση της δίκης του Α. Παπανδρέου και αναλαμβάνει πρωτοβουλίες για να επιβληθεί τόσο στην πολιτική σκηνή όσο και στην κοινωνία. Ο νέος πρωθυπουργός είναι πλέον και τυπικά ο κυρίαρχος του παιχνιδιού. Σύντομα, όμως, θα βρεθεί αντιμέτωπος με σειρά κοινωνικών αντιδράσεων, τις οποίες θα αντιμετωπίσει με αλαζονεία και χωρίς πολιτικότητα. Το αποτέλεσμα είναι ότι ύστερα από κάθε νέα κοινωνική αναταραχή η κυβέρνηση θα εξέρχεται με πολιτικές απώλειες.

Την ίδια περίοδο η εσωτερική κρίση στο ΚΚΕ κλιμακώνεται. Η παλαιά φρουρά αντιστέκεται στο σχέδιο υπέρβασης του κόμματος από τον Συνασπισμό και τον Ιούλιο του 1991 η πλειοψηφούσα πτέρυγα του ΚΚΕ αποχωρεί από τον Συνασπισμό. Στον χώρο του ΠΑΣΟΚ ο Κ. Σημίτης επιδίδεται σ’ έναν ιδιότυπο πολιτικό ανταρτοπόλεμο, ο οποίος συνδυάζει βολές εναντίον του αρχηγού του, αλλά και δηλώσεις μετανοίας, προκειμένου να αποφύγει τη διαγραφή. Το γεγονός εκείνης της χρονιάς, όμως, είναι η έναρξη της «μεγάλης δίκης» στις 11 Μαρτίου 1991, η οποία μεταδίδεται τηλεοπτικά σε καθημερινή βάση. Ο Δ. Τσοβόλας, ροκανίζοντας καθημερινά με εκπληκτική επιμονή και με πρωτοφανή μαχητικότητα το κύρος του προέδρου του Δικαστηρίου Β. Κόκκινου κερδίζει σε μεγάλο βαθμό τη μάχη των πολιτικών εντυπώσεων και για λογαριασμό του Α. Παπανδρέου.

Από νωρίς το μαχαίρι του Ειδικού Δικαστηρίου αποδεικνύεται δίκοπο. Και τα κόμματα είναι όμηροι της πολιτικής δυναμικής, που τροφοδοτεί η ακροαματική διαδικασία. Στην πιο δυσχερή θέση βρίσκεται η παραδοσιακή Αριστερά, που παλινδρομεί αμήχανη ανάμεσα στις επιλογές του 1989 και στις ανάγκες του 1991, ψελλίζοντας αυτοκριτικές, επιδιδόμενη σε διμέτωπες επιθέσεις και προβαίνοντας σε γενικόλογες εκκλήσεις για νηφαλιότητα. Το ΠΑΣΟΚ έχει το πλεονέκτημα του αμυνόμενου, που αγωνίζεται για την πολιτική του επιβίωση και μέσω αυτής για την επάνοδο στην εξουσία, ενώ η Ν.Δ. προσπαθεί η δίκη να μη μετατραπεί σε μπούμερανγκ.

Στις 17 Ιανουαρίου 1992 το Ειδικό Δικαστήριο αθωώνει τον Α. Παπανδρέου με διαφορά μίας ψήφου, αλλά καταδικάζει τον Δ. Τσοβόλα(!) σε εξαγοράσιμη ποινή και τριετή στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων. Καθαιρώντας τον από βουλευτή, δρομολογεί την επαναληπτική εκλογή στην Β΄ Αθηνών, που θα οδηγήσει σε μία σαρωτική εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ και ταυτοχρόνως πολιτική νίκη του ιδρυτή εναντίον της εσωκομματικής αμφισβήτησης. Πρόκειται αναμφισβήτητα για το γεγονός που άνοιξε τον δρόμο για την επάνοδο στην εξουσία ενάμιση χρόνο αργότερα. Τις ίδιες ημέρες ο Γ. Γεννηματάς ανακοινώνει ότι πάσχει από καρκίνο, γεγονός που αλλάζει ποιοτικά τα δεδομένα του παζλ της διαδοχής στο ΠΑΣΟΚ.

Το 1993 βρίσκει τη Ν.Δ. να σπαράσσεται από τις εσωκομματικές αντιθέσεις της. Επειτα από τη σύγκρουσή του με τον Κ. Μητσοτάκη για τον χειρισμό του Μακεδονικού κι αφού αναγορεύεται σε αυτόνομο πολιτικό πόλο, ο Α. Σαμαράς ανακοινώνει στις 30 Ιουνίου 1993 την ίδρυση της «Πολιτικής Ανοιξης». Το νέο κόμμα επηρέαζε τις πολιτικές εξελίξεις πριν ακόμα γεννηθεί και παρά τις επιφυλάξεις για την επιτυχία του εγχειρήματος κανείς δεν το θεωρεί αμελητέα ποσότητα. Λίγο πριν είχε ξεσπάσει το σκάνδαλο των τηλεφωνικών υποκλοπών με πρωταγωνιστή τους Γρυλλάκη και Μαυρίκη.

Ο Α. Σαμαράς για ένα διάστημα αποφεύγει να ανατρέψει την κυβέρνηση Μητσοτάκη, αλλά όταν στον ακήρυκτο πόλεμο της «Ανοιξης» με την κυβέρνηση προστίθεται και το θέμα της ιδιωτικοποίησης του ΟΤΕ τα πράγματα αλλάζουν. Στις 10 Αυγούστου το νομοσχέδιο για την πώληση του ΟΤΕ καταψηφίζεται στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής (9 έναντι 10), αλλά δύο ημέρες αργότερα υπερψηφίζεται από το θερινό τμήμα (50 έναντι 47).

Η αποχώρηση του βουλευτή Γ. Συμπιλίδη από τη Ν.Δ. στις 9 Σεπτεμβρίου οδηγεί στην ανατροπή της κυβέρνησης και στην προκήρυξη πρόωρων εκλογών, που πραγματοποιούνται στις 10 Οκτωβρίου και αναδεικνύουν νικητή το ΠΑΣΟΚ με 46,88% και 171 έδρες έναντι 39,3% της Ν.Δ., 4,87% της «Ανοιξης» και 4,54% του ΚΚΕ. Ο Συνασπισμός δεν κατάφερε να υπερβεί το όριο του 3% και έμεινε εκτός Βουλής. Μήνες αργότερα, ο Κ. Μητσοτάκης από το βήμα της Βουλής θα κατηγορήσει ευθέως τον Α. Σαμαρά ότι τον ανέτρεψε για να εξυπηρετήσει άνομα οικονομικά συμφέροντα.